Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικά Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνικά Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, Μέρος 12ο


Το λειτουργικό σύστημα του Συνεχούς τςν Μαύρων Βραχμάνων.



Τόνυ:

«Βλέπεις λοιπόν, την έκταση του θριάμβου σου, Σαϊχούρ; Πολύ σύντομα, με τη δική σου συμβολή, δε θα έχουμε ανάγκη την Πανανθρώπινη Αυτοκρατορία και δε θα υποτάσσουμε την ευφυΐα μας στις δολοπλοκίες του Τριμούρτι! Θα έχουμε ολόκληρα συνεχή για να εξουσιάζουμε, οι πόροι, η δύναμη και  η δόξα τους αιώνια δική μας!»

Τα λόγια του Μπάμπα-τζι ακούγονταν αρχικά αόριστα μέσα στο μυαλό του, κάθε λέξη σχηματιζόμενη σαν το μονοπάτι ενός σαλιγκαριού και ύστερα επιταχύνθηκε, καθώς ο Τόνυ έμπαινε και πάλι στη ροή του αντικειμενικού χρόνου. 

Ο Τόνυ-id του απάντησε:

«Και η Αυτοκρατορία; Δεν οφείλουμε σε αυτούς έστω και μερικά ψίχουλα της δόξας μας;»

«Η Αυτοκρατορία αποτελείται από μάζες ηλιθίων, που τα κατώτερα μυαλά τους και τα ένστικτά τους μας κράτησαν καθηλωμένους σε αυτό τον μακρινό πλανήτη στο χείλος του πουθενά! Ο Βισνού και το υπόλοιπο Τριμούρτι θεωρούσαν ότι ήμασταν ερημίτες αναλυτές και μας φόρτωναν με κάθε αποτυχημένη ιδέα των τεχνικών του Αλντεμπαράν, ζητώντας λύσεις για την ανικανότητά τους! Ο Μποττισάτβα Γκουοτίν  τιμωρήθηκε για μία αποτυχία, ενώ κάθε του θρίαμβος παραγράφηκε!»

Post a Comment

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Σισσύφιες Επιστολές, Η Γέννηση του Άλεφ-μέρος 11ο

Ναράκα, 3.0


Και τους είπε. Οι εκφάνσεις του χαμογέλασαν και χάθηκαν μέσα στο κενό, καθώς επέστρεψε πίσω στον πραγματικό χρόνο, έξω από το μυαλό του.

6500 μΕ, Τέρρα Πρίμα, κάτω από τον Θόλο του Πόθου.

Η Χήρα κοίταξε τα κορίτσια που είχαν απομείνει, χαϊδεύοντας το πρόσωπό της ασυναίσθητα, τα δάχτυλά της περνώντας πάνω από τις ρυτίδες στα μάγουλά της. 
Ένιωθε πως είχε γεράσει μέσα σε αυτές τις σήραγγες. Ένιωθε πως βρισκόταν μέσα στο λαρύγγι ενός κτήνους, που της απομυζούσε χρόνια με αόρατες, μικροσκοπικές βεντούζες, αφήνοντας πίσω του άχρηστη, γέρικη σάρκα  και κατάμαυρες σκέψεις.

Η ομάδα τους είχε υποστεί μεγάλες απώλειες κατά την έξοδό τους από το συγκρότημα από την αρχή της διαδρομής. Παρά τις προσπάθειες τους, πολλά από τα κορίτσια είχαν χαθεί μέσα στο λαβύρινθο κάτω από τον Θόλο, είτε παίρνοντας μια λάθος στροφή, είτε προσπαθώντας να ξεφύγουν αφού πρώτα άρπαζαν ό,τι μπορούσαν από τις υπόλοιπες. 


Post a Comment

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ-μέρος 10ο



Τόνυ-iD



6500 μΕ, άγνωστος πλανήτης εκτός καταγεγραμμένου Σύμπαντος
Ραλφ:

Από το μαύρο κουτί του ανδροειδούς Ραλφ (κωδικός 24C41):

Η παραβίαση των συστημάτων ασφαλείας και η είσοδός μου στο ζιγκουράτ των ερημιτών ήταν επικίνδυνη και θα ήταν αδύνατη με συμβατικά μέσα. Δε μπορούσα να ρισκάρω την ακεραιότητα μου, βασιζόμενος στη νοητική ανεπάρκεια των οργανικών σχεδιαστών των συστημάτων ασφαλείας, αλλά μπορούσα να εκμεταλλευτώ το προφανέστατο κενό στην άμυνα που αποκάλυψα με μία απλή ανίχνευση του χώρου.

Οι ερημίτες είχαν ένα σύστημα άμεσης μεταφοράς εξοπλισμού, τόσο συστημάτων άμυνας όσο και άλλων εργαλείων ή αναγκαίων, μέσω νανο-γεννητριών Φερμί-Λάμπαχ. Με τη σωστή δόνηση και αλληλεπίδραση των σωματιδίων, μπορούσαν να μεταφέρουν τα πάντα από το ζιγκουράτ τους ή μέσα από συσκευές υπερχωρητικότητας μέσα σε αυτό στα χέρια τους και να το στείλουν πίσω, μόλις είχαν ολοκληρώσει την εργασία για την οποία τα προόριζαν.

Αρχικός μου στόχος ήταν να χρησιμοποιήσω ό,τι είχε απομείνει από τον κινητήρα της Δέσποινας Ημών εν Κινδύνω, προκειμένου να τη συγχρονίσω με τη συχνότητα των σωματιδίων που καλούσαν τα συστήματα άμυνας περιμετρικά του κτηρίου. Φυσικά, ο ξυρός του Όκκαμ έκρινε ότι έπρεπε να υπάρχει ένας πιο αποδοτικός τρόπος για να επιτύχω το σκοπό μου και μου προσέφερε τρεις από τους μαυροντυμένους ερημίτες για να χρησιμοποιήσω.


Post a Comment

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές, Η γέννηση του Άλεφ-Μέρος 9ο



Παμφάγος Ορχιδέα


6500 μΕ, Τέρρα Πρίμα, Πόλη-ήπειρος Μαχάτ, Θόλος του Πόθου.

«Και μου λες ότι τα επίπεδα των τερματικών είναι γεμάτα με αυτά τα πράγματα;» είπε η Χήρα, κοιτάζοντας την ορχιδέα που της είχε φέρει η Μαινάδα.

«Τα κορίτσια μου φέρανε ένα μάτσο από δαύτα, λένε ότι έχουν φυτρώσει μέσα από το πλαστομέταλλο και έχουν πνίξει τα κατώτερα επίπεδα. Μερικά από αυτά έχουν ρίζες μέσα στα καλώδια του Δικτύου.»


Post a Comment

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, Μέρος 8ο



Πανοπτική Μάσκα

6500 μΕ, άγνωστος πλανήτης εκτός καταγεγραμμένων εκτάσεων, κοντά στη ζώνη του Ισημερινού.

Ο Ραλφ απενεργοποίησε το καμουφλάζ του και παρακολούθησε τη μικρή ομάδα από μαυροντυμένους, με την Οόνα και τον Τόνυ να ίπτανται πίσω τους. Τα σώματά τους κινούνταν και αιμορραγούσαν, αλλά το αίμα έρρεε γύρω τους σαν μικρές στάλες, σα να βρισκόταν σε ένα πεδίο μηδενικής βαρύτητας.

Περίμενε λίγο ακόμη, μέχρι που είχαν πλεόν χαθεί πίσω από τη βλάστηση και άρχισε να τους ακολουθεί, προσπαθώντας να μην πανικοβάλλει την τοπική πανίδα. Το δάσος ήταν ένα τροπικό αντίγραφο των πρώιμων προεπαφικών χρόνων της Τέρρα Πρίμα. Η βλάστηση είχε μεταλλαχθεί, ώστε να προσαρμοστεί στο ξένο έδαφος αυτού του πλανήτη, αλλά ο Ραλφ μπορούσε να δει ότι η  ανάπτυξη της χλωρίδας ήταν βεβιασμένη και ατελής. Τα δέντρα είχαν φυτευτεί, οι σπόροι τους πιθανόν κλωνοποιημένοι σε κάποιο εργαστήριο, αλλά η χλωρίδα δεν έδειχνε καμία πρόθεση να εξαπλωθεί. Τα δέντρα αυτά ήταν πράσινα και ζωντανά, θαύματα βιοτεχνολογίας, αλλά έμοιαζαν να μην έχουν καμία απολύτως δυνατότητα να εξαπλωθούν σε αυτό τον πλανήτη.


Post a Comment

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, μέρος 7ο





6500 μΕ, Άγνωστος Πλανήτης, εκτός καταγεγραμμένου Σύμπαντος.

Η Οόνα άνοιξε το στόμα της για να αναπνεύσει και ένιωσε το αίμα της να την πνίγει. Ένα μικρό ρυάκι κύλισε από τα χείλη της και έπεσε πάνω στα απομεινάρια του πάνελ ελέγχου του σκάφους.

Διαπίστωσε ότι δε μπορούσε να κινήσει τα πόδια της και ότι δεν ένιωθε σχεδόν καθόλου πόνο. Η λαμαρίνα που είχε ξεπηδήσει κατά την πρόσκρουση την είχε διαπεράσει από τη μία άκρη του στομαχιού της  την άλλη και είχε προφανώς τσακίσει τη σπονδυλική της στήλη, αλλά δεν ένιωθε και τόσο άσχημα.


Post a Comment

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, Μέρος 6ο


Το καρμικό τέλος της Μαύρης Βαλίτσας


To ατύχημα της Κυρίας Ημών εν Κινδύνω θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε μία μικρή, ανεπαίσθητη τραγωδία κατά τη διάρκεια του χάους που μάστιζε την Πανανθρώπινη Αυτοκρατορία εκείνες τις ημέρες, και πολύ σύντομα, θα εξαπλωνόταν και στους εχθρούς της. Βουβή και κουφή, η Αυτοκρατορία αντιλήφθηκε το πρόβλημα πολύ αργά και η ανταπόκρισή της ήταν, επιεικώς, ανεπαρκής. Κανείς φυσικά δε θα μπορούσε να κατηγορήσει τους τότε τεχνικούς, αναλυτές και καταστροφολόγους για την ανεπάρκειά τους. 

Κανείς δεν περίμενε ότι οι Σισύφιοι θα είχαν καταστρώσει την εκδίκησή τους τόσους αιώνες πριν.

Από την εισαγωγή του βιβλίου Μια Εισαγωγή στη Δυναμική του Δεύτερου Συμπαντικού Πολέμου ή Πως σταμάτησα να ανησυχώ και έμαθα να λατρεύω την αταξία.



Post a Comment

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η γέννηση του Άλεφ, Μέρος 5ο



6500 μΕ, πλανητικό σύστημα Πρωθηλίου, Σταθμός Περιηλίου Τόρρες

Ο χεριστής Ομικρον92 ήταν ο παλαιότερος χειριστής στο σταθμό. Ήταν εκεί όταν ξεκίνησαν τις εγκαταστάσεις στην περιφέρεια του άστρου και ήταν εκεί, όταν την πρώτη φορά, οι πλατφόρμες που τοποθετήκαν στην επιφάνεια του άστρου κατέρρευσαν λόγω μιας σχεδόν αδιόρατης μηχανικής ατέλειας.

Χιλιάδες μέλη προσωπικού και επίσημοι πέθαναν εκείνη την ημέρα βυθισμένοι μέσα στον ζωοδότη κλίβανο υδρογόνου που φώτιζε την ανθρωπότητα στις πρώτες ημέρες της, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε από το να προσπαθήσουν και πάλι.

Η δεύτερη πλατφόρμα ήταν επανδρωμένη από ελάχιστο οργανικό προσωπικό και βασιζόταν στην εργασία ρομπότ, αλλά και αυτή με τη σειρά της κατέρρευσε, λόγω μιας προσωρινής δυσλειτουργίας των πλασμικών ασπίδων μίας μονάδας εργασίας.


Post a Comment

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές, Η Γέννηση του Άλεφ, Μέρος 4ο


Οι Ευμενίδες

6500 μΕ

Νεφέλωμα Μεσσερσμιτ, Ηλιακό σύστημα Αγάρ, Αμφισβητούμενη Ζώνη, στον εξώτερο Δακτύλιο της Πανανθρώπινης Αυτοκρατορίας, σύνορα Ηγεμονίας Νέιρι. 

«Αναφορά»

«Οι ιθαγενείς έχουν επανειλημμένα αποπειραθεί να μας απομακρύνουν από την περιοχή των Σισύφιων ερειπίων, Τρισμέγιστε, αλλά κρατάμε τη θέση μας. Θα μπορούσαν και να προσπαθούν να μας διώξουν από τον πλανήτη τους με προσευχές.»


Post a Comment

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, Μέρος 3ο


 6500 μΕ, Κάπου αλλού:

 Στο απόλυτο σκοτάδι του Είναι της, στεκόταν πανίσχυρη, τα νέφη δεδομένων των γενεών, τόσο νέων όσο και παλιών, σπαρμένα γύρω της. Είχε παλέψει για την κυριαρχία, τη διατήρηση της γνώσης, τη διατήρηση της εξουσίας της στο ανελέητο ζιγκουράτ της εξέλιξης. Είχε ανεβεί κάθε σκαλί κραδαίνοντας τα όπλα της, αφομοιώνοντας την καρδιά, τις γνώσεις την ουσία κάθε μέλους της γενιάς της. 



Post a Comment

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές, Η Γέννηση του Άλεφ-Μέρος 2ο


«Διέσχισα το μεγαλύτερο μέρος του γνωστού Σύμπαντος, οδήγησα ένα ευφυές σκάφος με πλήρωμα ένα ημίρρευστο ανδροειδές που ήξερε το πραγματικό σχήμα του Σύμπαντος και ένα σκουριασμένο ψυχοπαθή. Μη μου λες εμένα ότι σε τρομάζει ο κόσμος.»

 Από την εισαγωγή του βιβλίου Μια Εισαγωγή στη Δυναμική του Δεύτερου Συμπαντικού Πολέμου ή Πως σταμάτησα να ανησυχώ και έμαθα να λατρεύω την αταξία.


Post a Comment

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, μέρος Πρώτο




Ας αναλογιστούμε το Σύμπαν.

Ας προσπαθήσουμε, έστω για μία στιγμή της ζωής μας, να αποπειραθούμε να χωρέσουμε μέσα στο μυαλό μας, μία μυριάδα μυριάδων κόσμων, γαλήνιες σφαίρες που περιστρέφονται αθόρυβα γύρω από μεγαλύτερους ενεργειακούς γίγαντες, που με τη σειρά τους πλέουν στο Kενό, παραδομένοι στη γαλήνη του απείρου, σκεπτόμενοι, προφανώς, αστρικές σκέψεις. Ας οραματιστούμε έπειτα τους γαλαξίες, που κάθε ένας τους μπορεί να κρύβει εκατομμύρια ηλιακά συστήματα και νεφελώματα, τεράστια αστρικά κατασκευάσματα τέτοιου μεγέθους που χρειάζονται ακόμα και μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια για να περιστραφούν γύρω από τον εαυτό τους, καθώς πλέουν με ταχύτητες εκατομμυρίων χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο μέσα στο μεγαλύτερο Κενό που τους περιβάλλει, εξίσου διάστικτο με αστέρες.


Post a Comment

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Τα καλύτερα Χριστούγεννα

Κρακ, κρακ, κρακ, κρακ... κάνει το χιόνι, καθώς οι μπότες θρυμματίζουν τον πάγω από κάτω του. Προχωρά μόνος του, κουβαλώντας τον βαρύ του σάκο πάνω από τον ωμο του, ο μακρύς του σκούφος πέφτει πάνω στο πρόσωπό του και το καλύπτει. Η παχιά κοιλιά του τρέμει, καθώς γελά, προχορώντας κόντρα στο αέρα, με το χαλάζι να τον χτυπά με μύριες μικρές γροθιές.

Όμως αυτός συνεχίζει, ο σάκος παραμένει στην πλάτη του, διασχίζοντας το λευκό σκοτάδι. Που και που, η γλώσσα του γλύφει μια νιφάδα που πιάνεται στη γενιάδα του και νιώθει τη γεύση της στάχτης, καθώς διαλύεται στο στόμα του. Όταν το πόδι του παγιδεύεται σε κάποια τρύπα, βγάζει ένα νέο ακριβώς μπροστά, ολόϊδιο με το προηγούμενο, αφομοιώνοντας το προηγούμενο. Η γενειάδα του ψαχουλεέυι στον αέρα, ξεχωρίζοντας τις οσμές, ψάχνοντας για θυράματα. Οι οσμές καταχωρούνται και αναλύονται στις βοηθητικές 'μύτες' κάτω από τη γενιάδα του και τα μάτια του, που ξεπροβάλουν εναλλάξ από τη χοντρή κοιλιά του και τον όγκο που χρησιμεύει για σάκος του, αναλύουν το τοπίο. Πού και πού, το πλοκάμι που έχει για σκούφο κινείται τεμπέλικα, με το μικρό του ράμφος να δαγκώνει το έδαφος, αρπάζοντας ένα μικρό ζωύφιο.

Στο βάθος, βλέπει ένα φως. Είναι μικρό, κρύο και σχεδόν αμελητέο, αλλά είναι κάτι. Φιλτράρει τα δεδομένα μέσα από τα όργανά του και ανιχνεύει τρεις μορφές, μία σταδιακά κρυώνει. Θα πρέπει να καταναλώσει όσο είναι ακιρός, ώστε να μην παγώσει στη μέση του πυρηνικού χειμώνα.

Πλησιάζει, μισο-τρέχοντας, μισο-ρέοντας στο χιόνι, προς το μικρό κτίσμα και σκρφαλώνει αθόρυβα πάνω στην μικρή τρώγλη, αναζητώντας ένα μικρό άνοιγμα, κάποιον εξαεριστήρα ή μια απειροελάχιστα μεγαλύτερη τρύπα στο φίλτρο του αέρα. Τη βρίσκει και αμέσως, ρέει μέσα της, κυλώντας στους σωλήνες της θέρμανσης.

Ένα από τα μικρά σήματα τον αντιλαμβάνεται πρώτο, βλέποντας την υγροποιημένη, κόκκινη μάζα του να κιλά από μία τρύπα των σωμάτων του συστήματος θέρμανσης, και αμέσως επιταχύνει την έξοδό του, σταδιακά στερεοποιούμενο σε ένα ευχάριστο για αυτό σχήμα.

Το παιδί φωνάζει κάτι με χαρά και αυτός μιμείται το χαρούμενο ύφος του, καθώς το σιχαμένο, μικρό πλάσμα γυρνά την πλάτη του σε αυτόν. Το ράμφος του κροταλίζει σε αναμονή και τα στόματά του στάζουν, αναμένοντας το γεύμα...

Ήταν τα καλύτερα χριστούγεννα που είχε ποτέ.

Post a Comment

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

H Τίγρης των Ωκεανών

Διέγο Μαλατέστε, δια χείρας Josef Fadel Simon



Τα κουπιά μαστίγωναν την επιφάνεια της θάλασσας, σπρώχνοντας το σκαρί προς την άκρη του ορίζοντα, ανοίγοντας ένα βραχύβιο μονοπάτι μακριά από την πατρίδα, προς τον ήλιο, στις χώρες των βαρβάρων, στη μαύρη ήπειρο.
Τα ξύλα έτριζαν και το πλοίο αγκομαχούσε καθώς έσκιζε τα νερά. Η Τίγρης των Ωκεανών, φορτωμένη με διακόσιες ψυχές, εκατό από αυτές στα κουπιά, άφηνε πίσω της τη γη της Ιβηρίας με άδεια αμπάρια. Μα σαν επέστρεφε, σε τρεις μήνες από τώρα, θα γύριζε με τουλάχιστον διακόσιους φρέσκους σκλάβους, με το εβένινο δέρμα τους ελάχιστα σημαδεμένο από τα μαστιγώματα, τους μυς τους δυνατούς και τα άκρα τους αρτιμελή για να μοχθήσουν και να πεθάνουν προς τιμή των νέων τους αφεντάδων. Σα το ζώο από το οποίο έπαιρνε το όνομά του, το πλοίο γουργούριζε με ανυπομονησία, προσμονώντας για το φρέσκο κυνήγι που θα γέμιζε την κοιλιά της. Η καρδιά της ήταν αυτή ενός θεού, κάθε χτύπος της το ανέβασμα και το κατέβασμα των κουπιών, στέλνοντας το αίμα σε κάθε σημείο του κορμιού της. Τα πνευμόνια της, εκατό ζευγάρια χεριών στα κουπιά, τραβούσαν ανάσα και προμήθευαν το υλικό για τις καύσεις, καθώς κατέτρωγε τις δύσμοιρες ψυχές που την ωθούσαν στο θήραμά της. Πού και πού ένα απομεινάρι ανθρώπου, μέρος του πληρώματος ή σκλάβος αποβάλλονταν από πάνω της, σα περιττώματα.
Ο Καπετάνιος Διέγο Μαλατέστε (Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε, προστατευόμενος της Αυτού Μεγαλειότητός Του, του Βασιλέος), ατένιζε φαινομενικά τη θάλασσα, νιώθοντας τα σταγονίδια να τον χτυπούν στο πρόσωπο, να καλύπτουν τα μαλλιά του με ένα λεπτό στρώμα από αλάτι, πού και πού καρυκευμένο με αίμα, που εκτοξευόταν από την πλάτη κάποιου μαύρου σκλάβου και παρασυρόταν από τον αέρα.
 Για μερικές στιγμές, ο Διέγο έκλεινε τα μάτια του και εισέπνεε εκείνη τη θεία ευωδία, τη μυρωδιά της πληγωμένης σάρκας, την πικάντικη εκείνη μεταλλική οσμή του αίματος, ανακατεμένη με αυτή της θάλασσας. Και καθώς στεκόταν εκεί, αναλύοντας το άρωμα στο μυαλό του, φανταζόταν τον εαυτό του κύριο του κόσμου, γυμνό και αήττητο όπως οι καρχαρίες, το δέρμα του άτρωτο, το σώμα του ευλύγιστο και το στόμα του γεμάτο με ατσαλένιες οδοντοστοιχίες. Ω, πόσο υπέροχο θα ήταν, να βρει έναν αρωματοποιό που να του συνέθετε ένα τέτοιο άρωμα! Θα έφερνε νερό από τους θερμούς ωκεανούς της Μαύρης Ηπείρου και θα αποθήκευε την αρμύρα από τα πλευρά του σκάφους μέσα σε μικρά πορσελάνινα δοχεία. Θα είχε ύστερα έναν προσωπικό σκλάβο, μια γυναίκα ίσως, κατά προτίμηση παρθένα και θα έπαιρνε το πρώτο της αίμα. Αυτά τα συστατικά θα ανακάτευε. Τη μυρωδιά της θάλασσας, του πόνου, του φόβου και θα περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους με το μανδύα του κυνηγού.
«Πλησιάζει καταγίδα, καπετάνιε» μουρμούρισε ο ναύτης, πλησιάζοντας με σκυμένο κεφάλι τον αφέντη του. «Καλό θα ήταν να αλλάξουμε την πορεία μας. Είμαστε μια μέρα μακριά από το Ακρωτήρι και θα μπορούσαμε να-»
«Διατηρούμε την πορεία μας. Η Τίγρης είναι το καμάρι των ναυπηγείων μας. Είναι μια καλή στιγμή να δοκιμάσουμε τις αντοχές της»
«Μάλιστα» απάντησε ο άνδρας, ανίκανος να αντιμιλήσει στον δαίμονα που στεκόταν μπροστά του. Ήταν εκεί όταν ο προηγούμενος κυβερνήτης είχε επιχειρήσει να αλλάξει την πορεία του, όταν ο Σενιόρ Μαλατέστε είχε απλά ανοίξει το κρανίο του στα δύο, προτού τον αφήσει εκεί για να τον φάνε τα κοράκια.
Ο φόβος είναι το υλικό που κρατά δεμένη αυτή τη μάζα των ανθρώπων. Ο φόβος είναι που κρατά το σώμα της αυτοκρατορίας μας υγιές και αήττητο. Ο φόβος είναι αυτός που μας κρατά στην πορεία μας. Και ο φόβος είναι αυτό που κινεί αυτό το πλοίο. Ο Σενιόρ Μαλατέντε σκέφτηκε, χαμογελώντας. Μέσα σε αυτή τη μία και μοναδική στιγμή, είχε ανακαλύψει το νόμισμα που αγοράζει οτιδήποτε στον κόσμο: τον τρόμο. Αν ο τρόμος αυτός είχε να κάνει με φωτιά, ατσάλι, ή την ακεραιότητα της ψυχής, αυτό δεν τον αφορούσε. Σκοπός του ήταν να διατηρεί το φόβο καλοταΐσμένο, να κινεί την Τίγρη στον τόπο της τροφής της, για να φέρει και άλλο τρόμο στη Μαύρη Ήπειρο. Με αυτό τον τρόμο σα σύμβολο και νόμισμα, θα γύριζε πίσω στην Ιβηρία για να στεφανωθεί με τιμές, υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Οι ναύτες βέβαια θα παραπονιούνταν και θα μηχανορραφούσαν, όπως ακριβώς μηχανορραφούν και τα σκουλήκια αναμεταξύ τους καθώς φωλιάζουν στην πληγή που δεν έχει καθαριστεί, ενάντια στη φωτιά και στο γιατροσόφι, νομίζοντας ότι θα σκαρφαλώσουν στη σάρκα και θα κυρήξουν τον εαυτό τους κυρίαρχο του ανθρώπου. Ονειρεύονται τάχα ότι θα ζήσουν τη ζωή τους μέσα σε ατελείωτα τσιφλίκια από μαύρη σάρκα, για να τα μοιράσουν μεταξύ τους και να πληθύνουν. Ίσως τα πιο φιλόδοξα να θέλουν να ενθαρρύνουν τα υπόλοιπα να μάθουν την τέχνη των όπλων, ωστε να εξαπλωθούν και στις άλλες πληγές και να στεφανωθούν κύριοι της γης: παχιά, λευκά, τυφλά και αήττητα.
Μα σαν έρθει η γιατρειά ή ο ακρωτηριασμός, τα σκουλίκια είναι πλέον μόνα τους και πεθαίνουν, παραδομένα στον πανικό τους, στο φόβο του θανάτου, ζητώντας έλεος από τον κόσμο. Μα ακόμη και αν τους δοθεί το παραμικρό άνοιγμα, η παραμικρή ελπίδα επιβίωσης, αυτά θα ξαναρχίσουν τη μηχανορραφία και τον πολλαπλασιασμό.
Έτσι και το πλήρωμά του. Σαν τα σκουλήκια όλοι τους θα πληθύνουν με τα όνειρα της κυριαρχίας τους και σαν τα σκουλήκια θα ζάρωσουν και θα πέθανουν από τον δαυλό που θα χρησιμοποιήσει για να καυτηριάσει την πληγή της ανταρσίας.
Σκουλήκια μπροστά μου και σκουλήκια από κάτω μου. Πώς και βρίσκομαι πάντα τρυγιρισμένος από τέτοια όντα; Καλύτερα να ήμουν καπετάνιος σε ένα πλήρωμα νεκρών, που δε θα γνώριζαν πόνο ή φόβο, που δε θα κοιμούνταν και δε θα κουράζονταν.
Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το νου του Διέγο Μαλατέστε, που εκείνη τη στιγμή ένιωθε κύριος της θάλασσας, καβάλα στο τρομερό του σκαρί. Η Τίγρης ήταν το σώμα και αυτός το μυαλό, ένα μυαλό που μέσα του κλωθογύριζαν σκέψεις αντάξιες ενός θεού: ένα καλειδοσκόπιο από βία, αίμα και τρόμο, που ανέμενε να εξαπολύσει πάνω στον κόσμο, σαν τα ζωγραφιστά κτήνη που με τόση ευλάβεια λάτρευαν οι ιθαγενείς στη Μαύρη Ήπειρο.
Εκείνοι όμως δεν ήταν παρά σκίτσα, μελάνι και κιμωλία μέσα στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Εκείνος όμως ήταν σάρκα και φόβος και ατσάλι και φόβος και ξύλο και φόβος και αίμα και φόβος και ιδρώτας και φόβος και αλάτι και φόβος...
Και τότε άκουσε το γέλιο. Ήταν λίγο πιο δυνατό από τον επιθανάτιο ρόγχο που έβγαινε από τα χείλη του σκλάβου που ήταν δεμένος στο κατάστρωμα, απλωμένος σα ζώο για να πεθάνει, πριν τελικα τον γδάρουν. Μα τα άγαρμπα χτυπήματα του ναύτη είχαν καταστρέψει το δέρμα. Εκεί που δεν το είχαν σκίσει, το είχαν γεμίσει με λεκέδες από αίμα. Τα χέρια πλέον στήριζαν πλήρως το βάρος του, θυμίζοντας μια βρώμικη κούκλα, σκισμένη από ένα άτακτο παιδί.
Ο καπετάνιος πλησίασε τον άνδρα που πέθαινε. Ήταν περίπου στην ηλικία του, το σώμα του ένα χαλί από γαλάζιο και μαύρο, καθώς τα σύμβολα της φυλής του γέμιζαν κάθε πιθαμή του, ακόμη και τα λαγόνια του. Κοίταξε το πρόσωπο, πρησμένο και παραμορφωμένο από τον πόνο. Αίμα και σάλιο άφριζαν και έσταζαν από τα σκασμένα χείλη. Ο σκλάβος αυτός δεν ήταν πλέον παρά ένας σάκος από σάρκα, και όμως χαμογελούσε. Όταν τα μάτια του καπετάνιου συνάντησαν το μοναδικό μάτι που του απέμενε, τότε το χαμόγελό του σκλάβου πλάτυνε, αποκαλύπτοντας την κατακόκκινη πληγή εκεί που κάποτε υπήρχε μια οδοντοστοιχία.
«Γιατί γελάς, ηλίθιο ζώο; Σου πήρε ο πόνος τα μυαλά, ή μήπως το απολαμβάνεις;»
Ο μισοπεθαμένος ψιθύρισε κάτι στη μητρική του γλώσσα ανάμεσα στα χάχανά του, κάτι που ήταν γεμάτο δηλητήριο και κοροϊδία. Και παρόλου που ο καπετάνιος Μαλατέστε ήταν υπεράνω της εκμάθησης των ιδιωμάτων των βαρβάρων, αναγνώρισε τη σημασία των λεγόμενών του και ένιωσε οργή να φουντώνει μέσα του. Ουρλιάζοντας σχεδόν, τράβηξε το σπαθί του, κόβοντας πέρα ως πέρα το λαιμό του σκλάβου, αφήνοντάς τον να κυλίσει στο κατάστρωμα.
«Μην τολμήσει κανείς να το αγγίξει αυτό! Κρεμάστε το στο αμπάρι με τους κωπηλάτες!» ούρλιαξε στο πλήρωμα. «Και στήστε αυτό το άθλιο σώμα στο κατάρτι!»
Κανείς δεν καταριέται τον Διέγο Μαλατέστε...

***

Τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας τύλιξαν την Τίγρη και τα κύματα τη σφυροκόπησαν αλύπητα. Οι βροντές έκαναν τους αδύναμους να τρέχουν σαν τυφλά ποντικια και τους δυνατούς στη θέληση να δειλιάσουν. Σαν το χέρι του θεού, ο άνεμος και η θάλασσα θέλησαν να γυρίσουν το σκαρί, να το πνίξουν, μα η Τίγρης παρέμεινε όρθια.
Κατά πόσο αυτό είχε να κάνει με επίγεια ζητήματα, όπως τη μαστοριά των ναυπηγών της Βαρκελώνης και την εμπειρία του πληρώματος ή με άλλα, πιο σκοτεινά θέματα, είναι σίγουρα κάτι που κανένας λογικός δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Αυτό όμως που κάθε ένας θα μπορούσε να πει, αν βρισκόταν επάνω στο καράβι εκείνη τη νύχτα, ήταν ότι ο Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε δεν άφησε μήτε στιγμή το κατάστρωμα, υπέμεινε το μαστίγωμα των κυμάτων, ουρλιάζοντας κατάρες στη θάλασσα, βρίζοντας τον ουρανό και φτύνοντας την αστραπή.
 Με το που ξαναπρόβαλε ο ήλιος, τα σύννεφα μέριασαν, πλαισώνοντας τον ορίζοντα κάτω από τον οποίο έπλεε το πλοίο. Ο άνεμος κόπασε, αφήνοντας τον ήλιο να κοιτάζει το πλήρωμα σα θειος δικαστής, να καίει το δέρμα και να ξεραίνει τις γλώσσες τους. Και η μυρωδιά, εκείνη η τρομερή δυσωδία του νεκρού που αποσυντίθονταν στο κατάρτι έκανε ακόμη και τα μάτια του Διέγο Μαλατέστε να δακρύζουν και το στομάχι του να ανακατευτεί από την αηδία.
Τα θαλασσοπούλια τρυγίριζαν τότε το πλοίο, ενώ τα ποντίκια γέμιζαν τους κλειστούς χώρους του. Μα το πλήρωμα τη Τίγρης ήταν ένας προς ένας εγκληματίες, μαχαιροβγάλτες, παρμένοι από τα σκοτεινότερα σοκάκια της Βαρκελώνης, με τις αισθήσεις τους μπερδεμένες από το όπιο ή το ποτό και τίποτα από αυτά δεν τους συγκινούσε.
Εκτός από τα χαμόγελα και τα γέλια των σκλάβων. Εκείνα τα γεμάτα νόημα, ειρωνικά χασκόγελα που αντάλασσαν μεταξύ τους καθώς κοιτούσαν το κεφάλι που κρεμόταν μπροστά στα μάτια τους, με εκείνο το τρομερό χαμόγελο χαραγμένο ανεξίτηλα στο νεκρό του δέρμα. Τα μαστίγια εξαφάνιζαν για μια στιγμή τη χαρά τους, μα ύστερα τα γέλια και τα βλέματα απευθύνονταν στο βασανιστή, που σταματούσε μεμιάς, τρομαγμένος από τους αλυσοδεμένους άντρες. Και εκείνοι τότε, συνέχιζαν να κινούν τα κουπιά με ανανεωμένη θέρμη, σπρώχνοντας την Τίγρη στον προορισμό της, γελώντας όλο και πιο δυνατα, χαμογελώντας όλο και πιο πλατιά.
Για καιρό ακόμη συνεχίστηκε έτσι, με το σώμα να σαπίζει στωικά στο κατάρτι, ανέγγιχτο από τα θαλασσοπούλια, με τις μύγες να πληθαίνουν τη μέρα και την τρικυμία να χτυπά αλύπητα την Τίγρη τη νύχτα. Ο Μαλατέστε στεκόταν εκεί, κάθε ημέρα, στην πλώρη, τη μέρα τυλιγμένος στις μύγες ή στεφανωμένος από αρπακτικά, σα παχύ πτώμα το κατακαλόκαιρο, ενώ τη νύχτα το νερό τον μαστίγωνε, τυλίγοντάς τον με ένα στρώμα από αλάτι. Μόνο όταν εξαντλούνταν γύριζε στην καμπίνα του, σα φάντασμα που γυρνά στον τάφο του. Μα σαν έκλεινε τα μάτια του, τα γέλια των κωπηλατών τον τάραζαν στον ύπνο του. Απηυδυσμένος, κατέβαινε κάτω και τους μαστίγωνε αλύπητα, μέχρι που ακόμη και το μαστίγιο φθείρονταν σε σημείο αχρηστίας, πριν οι ίδιοι οι άνδρες του τον τραβήξουν με το ζόρι στο κατάστρωμα. Σαν έφτανε εκεί, καθόταν και πάλι στην πλώρη, δίχως να πει άλλη κουβέντα, αφήνοντας το πλήρωμά του να επιτελεί το έργο του, πιασμένο μέσα στη μέγγενη του φόβου που διαχέονταν απ΄ αυτό τον πάλλευκο δαίμονα.
Και με το γέλιο να συνεχίζει ακάθεκτο, με το εκείνο όλο νόημα χαμόγελο να τον χτυπά αλύπητα, ακόμη και όταν πια το σώμα κάποιου νεκρού κωπηλάτη βρισκόταν ήδη στα βάθη της θάλασσας, τροφή για τα ψάρια.
Ήταν στο τέλος της δεύτερη εβδομάδας, όταν το σώμα έπεσε πλέον από το κατάρτι, ένα απομεινάρι από σάπια σάρκα, φαγωμένο σε τέτοιο βαθμό από τη σήψη που δε κρατούσε πλέον το βάρος του. Με βαριά καρδιά, ο Διέγο έδωσε την εντολή να πεταχτεί.
 Στο τέλος του πρώτου μήνα, η έλλειψη της τροφής και η ασθένεια προκάλεσε σχεδόν μια ανταρσία, που έκανε το λεπίδι του καπετάνιου να στομώσει σχεδόν μέχρι να κατασιγαστεί.
 Ήταν κατά το τέλος του δεύτερου μήνα, που το απομεινάρι του πληρώματος στράφηκε σε αυτόν να τους βρει φαγητό, να λύσει το δεσμό της πείνας που έδενε τα σωθικά τους κόμπο. Η λύση βρέθηκε βέβαια στους κωπηλάτες. Οι πρώτοι τρεις-τέσσερις που τραβήχτηκαν με το ζόρι από τη θέση τους τούς εκαναν να σταματήσουν να γελάνε για μερικές ημέρες, μα ξεκίνησαν και πάλι όταν κατάλαβαν τι έκαναν στους αδελφούς τους.
Η Τίγρης ήταν πλέον στα μισά του τρίτου μήνα του ταξιδιού και με τους μισούς μόλις κωπηλάτες στο αμπάρι, όταν ακούστηκε η φωνή του παρατηρητή, δυνατή σαν την παράκληση κολασμένου για νερό:
«ΞΗΡΑΑΑΑΑ!»
Αν και δεν ήταν παραπάνω από μια μικρή κατσαρή λωρίδα επάνω στην απέραντη θάλασα, τα βλέμματα όλων τους καρφώθηκαν επάνω της. Ήταν μικρή, ελάχιστα ορατή, μα καθώς πλησιάσαν και την κοίταξαν καλύτερα, διέκριναν την κακοτράχαλη ακτή, τα βουνά, την αφιλόξενη πράσινη κόλαση που τους ανέμενε.
Ήταν το πιο ευτυχισμένο θέαμα που είχαν αντικρίσει ποτέ.
Και ο Διέγο Μαλατέστε, πάλλευκος και ανέκφραστος, έστρεψε το κεφάλι του προς την ξηρά. Η έκφραση του προσώπου του χάραξε βαθιά ρυάκια επάνω στο στρώμα άλατος που κάλυπτε το πρόσωπό του και νιφάδες από αλάτι και αίμα έπεσαν από τα ατημέλητα μαλλιά του. Τα μάτια του, κόκκινα από την κούραση και το μίσος, εστίασαν στην ξηρά καθώς πλησιάζε προς το μέρος του και ύστερα στράφηκαν στο πλήρωμά του, που ζάρωσε καθώς τους αντίκρισε. Χολή ανέβηκε στο λαιμό του όταν μύρισε το φόβο τους για αυτόν, όπως και το φάντασμα της προσμονής που μέχρι πριν λίγο είχε τυλίξει το καράβι.
Ηλίθια ζώα. Χίλιες φορές καπετάνιος για τους νεκρούς...
Το δικό του πόδι ήταν εκείνο που πάτησε την ξηρά  πρώτο και τα δικά του μάτια αντίκρισαν τους δυο ιθαγενείς που άρχισαν να τρέχουν προς την ασφάλεια της ζούγκλας, μακριά από το κτήνος που σύρθηκε μέσα από το ξύλινο σκαρί.

***

Ο Μαλατέστε οδήγησε τους άνδρες του μέσα στην πράσινη κόλαση που έκρυβε τους ιθαγενείς. Όταν ένα ζώο έπαιρνε τη ζωή ενός από τους δικούς του, τους έβαζε να τρέχουν ταχύτερα και όταν συνάντησε κινούμενη άμμο, έριξε μέσα αρκετούς ώστε να κάνουν γέφυρα για να περάσει. Μια νύχτα, ένας απελπισμένος καμαρότος επιχείρησε να μαχαιρώσει τον καπετάνιο πισώπλατα, μα ο λευκός δαίομονας τον ξεκοίλιασε με ένα χτύπημα ταχύτερο από αστραπή.
Και όλοι εκείνη τη νύχτα, από τον πιο ασήμαντο μούτσο μέχρι τον κυβερνήτη, ορκίστηκαν σιωπηλά πλήρη υποταγή στο Διέγο Μαλατέστε. Ο φόβος τους να μην προκαλέσουν την οργή του απάνθρωπου πλάσματος που ήταν ο καπετάνιος τους είχε εξαγοράσει την υποταγή τους. Αν έστω μια ρανίδα λογικής είχε απομείνει μέσα στο λευκό δαίμονα, σίγουρα θα είχε νιώσει ανείπωτη χαρά.
Το μικρό χωριό των ιθαγενών πολέμησε τους εισβολείς με δόρια, πέτρες και ξύλα. Κάθε ένας από τους άνδρες που πολέμησε εκείνη την ημέρα ήταν γενναίος, διακεκριμένος σε πολέμους με τις κοντινές φυλές, γνώστης της πολεμικής τέχνης, κυνηγός, αλλά πάνω από όλα, άνθρωπος.
Περίμεναν να συναντήσουν άλλους ανθρώπους, περίεργους στην όψη, σπρωγμένους από την απελπισία μέσα από τη ζούγκλα, που μέχρι τώρα θα τους είχε σίγουρα τσακίσει στα δύο, θα τους είχε φάει το μεδούλι και θα είχε θρυμματίσει το ηθικό τους.
Αυτό όμως που πρόβαλε από τη ζούγκλα ήταν ζώα που περπατούσαν στα πισινά τους πόδια, με περίεργα όπλα και μάτια θολωμένα από την τρέλα και την πείνα. Αυτός που τους οδηγούσε ήταν ένα ιφρίτ, ένα κακόβουλο πνεύμα με πάλλευκο δέρμα, που δεν ένιωθε πόνο, ακόμη και όταν το δόρυ του Ουαχάκα, του πρώτου μαχητή της φυλής, διαπέρασε το χέρι του. Τα σπαθιά τους άστραφταν μέσα στη νύχτα και τα ουρλιαχτά τους διέλυσαν το ηθικό των υπερασπιστών, που μάταια έτρεξαν να ξεφύγουν.
Όταν πλέον έφτασαν στο μικρό χωριό από καλύβες, οι δαίμονες έκαψαν και βίασαν και σκότωσαν και λεηλάτησαν. Μα όταν πια μόνο οι γέροι και τα αδύναμα παιδιά είχαν απομείνει, ο Διέγο Μαλατέστε διάλεξε ανάμεσά τους εκείνον που φαινόταν πιο γέρος (άρα, με βάση την πρωτόγονη αντίληψη της φυλής σοφότερος) και μίλησε για πρώτη φορά μετά από καιρό.
«Κι άλλους. Πού είναι οι άλλοι; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;»
Πήρε λίγο χρόνο στο γέρο να αντιληφθεί τα ουρλιαχτά του δαίμονα. Μα σαν κατάλαβε, ο φόβος έδωσε τη θέση στο χαμόγελο και η ελαφριά απόχρωση της ειρωνείας τόνισε το μαύρο του δέρμα.
Δίχως άλλη λέξη, πήρε τον καπετάνιο από το χέρι, όπως ο απελπισμένος αρπάζει το μανίκι του διαβόλου για να διαπραγματευτεί την αξία της ψυχής του σαν έρθει για να τη διεκδικήσει. Οδήγησε τους εισβολείς μακριά, εκεί που κανένας πλέον ήχος δεν ακουγόταν, εκεί που ακόμη και οι μύγες δεν τολμούσαν να πάνε. Μα ο κόσμος ήταν πια μια λεπτομέρεια για το Διέγο Μαλατέστε και το πλήρωμά του.
Εκεί, μέσα σε μια μικρή κοιλάδα, πλαισιωμένη από βράχια, τους περίμεναν οι σκλάβοι. Άνδρες και γυναίκες, ντυμένοι με κουρέλια, με πρόσωπα άδεια και μάτια χωρίς λάμψη πλέον μέσα τους. Τα σωματά τους ήταν γερά, αν και στολισμένα με βρώμικες πληγές εδώ και εκεί, που θύμιζαν αυτές που αφήνουν πίσω τους ανθρώπινα δόντια. Υποψήφιοι για καννιβαλισμό, ίσως; Το πλήρωμα τους άρπαξε πάραυτα, χωρίς να δώσει σημασία στο γεγονός ότι δεν αντιστέκονταν. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους αήττητους, αντικείμενα φόβου και τη δυσωδία που έβγαινε από το σώμα των αιχμαλώτων τη μυρωδιά του θανάτου.
Όταν ο πρώτος ναύτης δαγκώθηκε από τον ιθαγενή, η κραυγή του αντήχησε για αρκετή ώρα μέσα στη ζούγκλα. Το σπαθί του Μαλατέστε πήρε σύρριζα το λαιμό του γέρου οδηγού και το πλήρωμά του έκανε κομμάτια τον ιθαγενή με το ματωμένο στόμα, όπως και όποιον άλλο τόλμησε να ακολουθήσιε το παράδειγμά του.
«Δέστε τους! Θα τους στείλουμε στην Αυτού Μεγαλειότητά του για να σκοτώνονται στα μπουντρούμια μετά το φαγητό!»
Πειθήνια, οι αλυσίδες έκλεισαν γύρω από τα χέρια και τα πόδια των άμυαλων σκλάβων, που σύρθηκαν επειδικτικά μπροστά από το απομεινάρι του χωριού που είχαν σπαταλήσει. Ο Διέγο σχεδόν μετάνιωσε για αυτή την έξαρση βίας, για αυτή την άμυαλη καταστροφή επενδυτικού δυναμικού, όταν πρόσεξε τα γέλια και τις κοροϊδίες των επιζώντων.
Κράτησε το σπαθί του θηκαρωμένο. Θεώρησε ότι το να τους παρατήσει να πεθάνουν από τις ασθένεις και την πείνα αντί να τους πάρει τα κεφάλια ήταν μια πολύ καλύτερη λύση.
Οι σκλάβοι επιχείρησαν να ξεφύγουν κατά την επιστροφή, πότε δαγκώνοντας ή χτυπώντας με τα γυμνά τους χέρια τους δεσμοφύλακές τους. Η ανταπάντηση ήταν βέβαια άμεση από μέρους του πληρώματος, σκοτώνοντας τους σκλάβους που αντιτίθονταν. Μόλις διακόσιοι σκλάβοι τελικά αλυσοδέθηκαν στην Τίγρη των Ωκεανών. Και οι προηγούμενοι κωπηλάτες άρχισαν να ουρλιάζουν σα δαιμονισμένοι. Το μαστίγιο τους ανάγκασε να ξεκινήσουν, μα ο άνεμος έσπρωξε κυρίως το σκάφος, όλο και πιο μακριά από την ακτή.
Ο Διέγο Μαλατέστε πέρασε εκείνες τις νύχτες μέσα στην κουκέτα του, με τα ουρλιαχτά των κωπηλατών και του πληρώματος να τον νανουρίζουν. Πού και πού, κάποιος χτυπούσε την πόρτα του, μα εκείνος είχε φροντίσει να μην ενοχληθεί.
Ήταν το γέλιο που τον ξύπνησε.
Στην αρχή ήταν αδύναμο, σχεδόν ανεπαίσθητο. Θα μπορούσε να το περάσει για ροχαλητό ή λαχάνιασμα.
Μα με κάθε δευτερόλεπτο γινόταν όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο οικείο. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και όρμησε έξω από την καμπίνα, αγνοώντας τη μυρωδιά του ξεραμένου αίματος και του τρόμου. Έτρεξε μέσα στις θέσεις των κωπηλατών, από όπου ερχόταν το γέλιο και τότε το είδε:
Το κεφάλι γελούσε.
Ήταν ένα ξεραμένο πράγμα, νεκρό και ζαρωμένο και όμως γελούσε. Και μαζί του γελούσαν και οι άλλοι, σκλάβοι και ναύτες μαζί, όλοι τους εξίσου θολωμένοι και αδύναμοι όσο και οι ιθαγενείς στην πεδιάδα, στολισμένοι με πληγές φρέσκιες, που σάπιζαν μπροστάστα μάτια του. Γελούσαν, ήταν όμως όλοι τους νεκροί, τα σώματά τους γεμάτα από θανάσιμες πληγές. Τα θαλασσοπούλια δεν τριγύριζαν πλέον την Τίγρη των  Ωκεανών και τα γνώριμα ποντίκια που έτρεχαν στο κατάστρωμα ήταν μισοφαγωμένα, πεταμένα στο έδαφος ή χωμένα στα στόματα των νεκρών.
Όμως οι νεκροί κινούσαν ακόμη τα κουπια.
Ο Διέγο Μαλατέστε τότε χαμογέλασε. Το γέλιο έγινε πιο δυνατό, αλλά μετά από λίγο χάθηκε, καθώς η τελευταία ρανίδα λογικής του σκλαβέμπορου τυλίχτηκε γύρω από αυτό τον ήχο.
«ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ!» ούρλιαξε και χάραξε πορεία.

***

Τα κουπιά μαστίγωναν την επιφάνεια της θάλασσας, σπρώχνοντας το σκαρί προς την άκρη του ορίζοντα, ανοίγοντας ένα βραχύβιο μονοπάτι προς την πατρίδα, μακριά από τον ήλιο, προς τις χώρες των βαρβάρων που ανακάλυψαν το savoir faire, στη Γηραιά Ήπειρο.
Τα ξύλα έτριζαν και το πλοίο αγκομαχούσε καθώς έσκιζε τα νερά. Η Τίγρης των Ωκεανών, φορτωμένη με τραικόσιους νεκρούς, εκατό από αυτούς στα κουπιά, άφηνε πίσω της τη Μαύρη Ήπειρο με αμπάρια γεμάτα με νεκρή σάρκα και θολά μάτια. Μα σαν γύριζε πίσω, σε μερικές μέρες από τώρα, θα γύριζε με ένα δώρο που όμοιό του δεν είχε φέρει κανείς άλλος από τη Μαύρη Ήπειρο. Σκλάβοι που δε θα πέθαιναν ή θα κουράζονταν, που θα μπορούσαν να γίνουν αήττητοι στρατιώτες ή αθάνατοι δούλοι.
Η Καρδιά της πλέον χτυπούσε ασταμάτητα, μα το αίμα στις φλέβες της ήταν ξεραμένο και στεγνό. Κάτω από τη γούνα της, η σάρκα ήταν μολυσμένη, άρρωστη και νεκρή. Ήταν αθόρυβη, δίχως ανάσα να μπαίνει μέσα στα πνευμόνια της, γεμάτα με σάρκα λευκή και μαύρη, ενωμένη με τα δεσμά του θανάτου και κάτι ανίερου, που ξεπερνούσε ακόμη και αυτό.
Ό,τι είχε απομείνει από τον Καπετάνιο Διέγο Μαλατέστε (Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε, προστατευόμενος της Αυτού Μεγαλειότητός Του, του Βασιλέος), βρισκόταν μέσα στην κουκέτα του, γελώντας σιγανά με κάποιο προσωπικό αστείο. Ίσως το γέλιο του να ήταν το γουργούρισμα της Τίγρης, που με γεμάτο στομάχι επέστρεφε πίσω στο λημέρι της για να ξεκουραστεί. Ίσως ήταν η πρόβα του καθώς θα παρουσιάζε τα δώρα του στην αυλή και θα δεχόταν τις τιμές που του άξιζαν. Μπορεί και να ήταν ένα προσωπικό αστείο, μια ανταπάντηση στους κομπασμούς ενός αντίζηλού του.
Όποιο και αν ήταν το κρυφό του νόημα, η χροιά και ο ρυθμός του, θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν όμοια με αυτά που έρχονταν από το αμπάρι, από το ζαρωμένο νεκρό κεφάλι που γελούσε ασταμάτητα. Γιατί ήταν πλέον ο μοναδικός ζωντανός σε ένα πλήρωμα νεκρών, ο Τρελός Θεός, ο Κύριος της Σήψης. Ήταν αληθινός, απτός, τρομερός, σαν ένας από τους πρωτόγονους θεόυς.
Εκείνοι όμως δεν ήταν παρά σκίτσα, μελάνι και κιμωλία μέσα στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Εκείνος όμως ήταν σάρκα και φόβος και ατσάλι και φόβος και ξύλο και φόβος και αίμα και φόβος και ιδρώτας και φόβος και αλάτι και φόβος...




Post a Comment

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

O Νέος Μουσικός της Αυλής


Ο Νέος Μουσικός της Αυλής

Μια φορά και έναν καιρό, όταν οι άνθρωποι μάθαιναν ακόμη τον κόσμο και απέδιδαν πολλές απαντήσεις των ερωτήσεών τους στους θεούς, υπήρχε στο Νότο μία Αυλή μοναδική σαν κάθε άλλη σε εκείνους τους καιρούς.
Και η Αυλή αυτή αποτελούνταν από μουσικούς, γενεές επί γενεών που σπούδαζαν, έπαιζαν και έγραφαν, απήγγειλαν και εφηύραν, επινοούσαν και ανακάλυπταν τη μαγεία του ήχου. Για κάθε αυτί στον κόσμο, υπήρχε η κατάλληλη μουσική και κάθε ήχος που θα μπορούσε να επινοήσει άνθρωπος εδώ μπορούσε να υφανθεί σε μία υπέροχη συμφωνία.
Τον καιρό της ιστορίας μας, ηγέτης της Αυλής είχε εκλεγεί ένας άνδρας από τη Δύση, εξαίρετος στο λαγούτο, ικανός να κάνει ακόμη και τα θηρία να υποκλιθούν μπροστά του και τις πέτρες να χορέψουν γύρω του, όταν χτυπούσε τις χορδές. Και ο βασιλιάς αυτός έθεσε ένα διαγωνισμό, μεθυσμένος καθώς ήταν ένα βράδυ, να δώσει το θρόνο σε αυτόν που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει στη μουσική τέχνη.
Όταν ο βασιλιάς συνήλθε την επόμενη ημέρα, αντίκρισε στην πόρτα του παλατιού του, ανάμεσα στις δαμασκηνιές και στους φοίνικες, μουσικούς, ποιητές και αοιδούς, τροβαδούρους, βάρδους και ιμάμηδες, ιερείς και άλλους μουσικούς, με όργανα και τέχνες τέτοιες που δεν είχε ποτέ του ακουστά. Τόσοι πολλοί είχαν έρθει, που το παλάτι του έσφυζε και όταν τους κάλεσε στο μεγαλύτερο αμφιθέατρο του παλατιού του-που κανονικά χωρούσε ολόκληρο στρατό-και πάλι περίσσευαν ή ασφυκτιούσαν.
Ο αυθέντης της Αυλής των Μουσικών ένιωσε να τον τσακίζει το αποτέλεσμα της απρονοησίας του, έχοντας καλέσει ένα τέτοιο πλήθος για μία υπόσχεση που έδωσε ασυναίσθητα.
Η Σαΐμε τον πλησίασε τότε, που ήταν η καλύτερη φλαουτίστρια και σαν αποτέλεσμα, συμβουλάτοράς του, λέγοντάς του:
«Άρχοντα και αυθέντη μου, γιατί απελπίζεσαι αυτή την ώρα; Φοβάσαι μήπως αυτό το πλήθος που βρυχάται σα πληγωμένο λιοντάρι, αποτελούμενο από ανθρώπους που νομίζουν πως θα σε ξεπεράσουν;»
«Δεν είναι το πλήθος που φοβάμαι, αγαπημένη μου, αλλά τον ένα σε αυτό το πλήθος που θα είναι καλύτερος από εμένα. Οι φρουροί μου είπαν πως έρχονται και άλλοι μουσικοί, αν και με μικρότερη συχνότητα προς τα εδώ. Και όλοι παρασυρμένοι από την απροσεξία μου»
«Στάσου λοιπόν δυνατός μπροστά τους, άρχοντά μου, άκουσε τη μουσική που θα παίξουν για εσένα με τα όργανά τους, πάρε ανάμεσά τούς τους καλύτερους, αλλά μην απελπίζεσαι. Γιατί κάποιος που θα μπορεί να σε ξεπεράσει, δεν θα ανήκει στο πλήθος. Ούτε αυτό μα ούτε σε κανένα άλλο»
«Σοφή μου Σαΐμέ, ο λόγος σου με ηρεμεί, αλλά δε με ησυχάζει. Δε μπορώ να αντιμετωπίσω το πλήθος μόνος μου, όχι τώρα, όταν ο φόβος με αποπροσανατολίζει από τη μουσική που θα ακούσω. Πάρε μαζί σου τον Κίτζι και τον Έβεμ, ώστε να κρίνετε οι ίδιοι τους μουσικούς, αλλά μη δείξετε έλεος σε εμένα»
«Όπως επιθυμείς, βασιλιά μου»
Έτσι λοιπόν και έγινε, καθώς ο βασιλιάς για τριάντα μέρες άκουσε κάθε μουσικό, είδε τον καθένα τους να παρουσιάζει σε αυτόν το έργο του με νέους και περίεργους τρόπους.
Είδε μία μουσικό από μία χώρα χαμένη στο Βορά, να παίζει ένα βούκινο φτιαγμένο από τους χαυλιόδοντες ενός τριχωτού παχύδερμου της πατρίδας της. Είδε δερβίσηδες να τραγουδούν με τα χείλη τους κλειστά, παράγοντας μουσική από τα μακριά τους μανίκια καθώς ο ήχος έμπαινε και έβγαινε ανάμεσά τους, ομοιάζοντας φλάουτα. Άκουσε μουσική από μία άρπα που είχε χορδές από μετάξι και το στέλεχός της ήταν σκαλισμένα κόκαλα ενός άγνωστου πτηνού που τρεφόταν με καρχαρίες και φτερά ίσα με μία γαλέρα σαν άνοιγαν.
Ακολούθησαν άνδρες με ξυρισμένα κεφάλια και μακριά μούσια που του έδειξαν τους δικούς τους τραγουδιστές, πουλιά από χαλκό και χρυσό με μεταλλικά λαρύγγια που έπαιζαν τέλεια κάθε τραγούδι που τους ονομάτιζαν ή μιμούνταν οποιοδήποτε ήχο της φύσης.
Μάγοι από τη Δύση συνέθεσαν μουσική με τον ήχο των κεραυνών από μία καταιγίδα που κάλεσαν πάνω από την Αυλή, σε μία ημέρα που ούτε σύννεφο δε σημάδευε τον ουρανό. Μουσικοί από τις έρημους στο Νότο δημιούργησαν μουσική από τους ίδιους του παλμούς της καρδιάς τους και ένας αοιδός που τραγουδούσε με εκατό διαφορετικές φωνές τους απήγγειλε ένα ολόκληρο έπος.
Αλλά αν και αρκετοί από αυτούς μπήκαν στην Αυλή, κανείς δεν έφτανε το βασιλιά. Και όταν οι συγκεντρωμένοι διαμαρτυρήθηκαν, τότε πήρε το λαγούτο του και έπαιξε, κάνοντας τους πάντες να σωπάσουν με την ομορφιά του ήχου του. Ακόμη και τα κλαριά έδωσαν καρπούς, αν και ήταν ακόμη στο φθινόπωρο, και τα ζώα σώπασαν αμέσως.
Όταν και οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν, ο βασιλιάς τους είδε να απομακρύνονται, πεζοί ή με κάρα, άλλοι με περίεργες εφευρέσεις που πετούσαν και μερικοί καβάλα σε περίεργα υποζύγια που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Οι πιο ονομαστοί μουσικοί είχαν φύγει, αδυνατώντας να νικήσουν τον αυθέντη της Αυλής, όμως, αν και αήττητος, δεν ένιωθε σιγουριά. Ένιωθε φόβο και ανησυχία, γιατί διαπίστωσε ότι ένιωθε την ίδια μοναξιά η οποία ταλάνιζε τον προκάτοχό του.
Παραξενεύτηκε τότε, όταν ο προκάτοχός του άφησε τον θρόνο του χαμογελώντας, ηττημένος από κάποιον καλύτερο από αυτόν, αλλά τώρα καταλάβαινε επιτέλους τις σκέψεις του. Τρόμαξε. Θα περνούσε λοιπόν για πάντα τις ημέρες του στη μοναξιά της απόλυτης υπεροχής; Η σκέψη τον τρόμαζε, επειδή διαπίστωνε την αλλαγή στα βλέμματα των αυλικών του, που διαπίστωναν ότι κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τον ξεπεράσει.

Τα χρόνια λοιπόν πέρασαν και ο διαγωνισμός έγινε ένα παλιό γεγονός, αλλά δεν ξεχάστηκε. Γιατί οι μουσικοί που επέστρεψαν στις χώρες τους αφηγήθηκαν τις ιστορίες στους συντοπίτες τους, φέρνοντας και άλλους στην Αυλή.
Ο βασιλιάς θα άκουγε τις ακροάσεις των κατά καιρούς επισκεπτών, προτού τους αποστομώσει με τη μαεστρία του, όμως αυτό απλώς τον έκανε πιο κλειστό και λυπημένο. Η Αυλή των Μουσικών είχε πια γίνει πολυπόθητη και ο άρχοντάς της, τότε πια κουρασμένος με κάτασπρα μαλλιά, συνέχιζε να είναι απαράμιλλος αν και λιγομίλητος.
Και τα χρόνια πέρασαν, ώσπου έφτασε πια να είναι τόσο γερασμένος που σχεδόν δε μπορούσε να περπατήσει, αλλά συνέχιζε να μην έχει εταίρο. Ώσπου το σώμα του πια αδυνατούσε να κρατήσει το πνεύμα του στον κόσμο. Και για αυτόν, ο κόσμος έγινε γκρίζος, οι αισθήσεις του τον πρόδιδαν, τα χέρια του έτρεμαν και δε μπορούσαν καν να πιάσουν το λαγούτο. Τα μάτια του αδυνατούσαν να εστιάσουν και σταδιακά απομακρυνόταν από τους υπηκόους του, ανίκανος να ακούσει το τραγούδι τους.
Στις τελευταίες του λοιπόν στιγμές, καθώς κείτονταν στο κρεβάτι του, στοιχισμένος από τη Σαΐμε και τους άλλους ευγενείς, άκουσε έξω τις φωνές και τα τραγούδια των μουσικών που είχαν έρθει να παραστούν στην κηδεία του Βασιλιά της Μουσικής. Αλλά αντί να νιώσει χαρά ή συγκίνηση, σφύριξε μέσα από τα δόντια του:
«Όρνια! Έρχεστε να φάτε τις σάρκες από το κουφάρι μου; Ήρθατε μήπως να δείξετε τη μουσική υπεροχή σας απέναντι μου τώρα που δε μπορώ καν να παίξω; Διώξτε τους κλοτσηδόν έξω!»
«Δάσκαλε» του είπε η Σαΐμε «αυτοί εδώ ήρθαν από κάθε μεριά του κόσμου, για να δώσουν τα σέβη τους στο Βασιλιά της Αυλής των Μουσικών. Γιατί στα χρόνια σου, από μία επιπόλαιη φράση, έγινες θρύλος, εμπνέοντας τους ανθρώπους στη μουσική, κάνοντας την Αυλή σου πιο μεγαλόπρεπη από ποτέ! Δεν ήρθαν να πάρουν το θρόνο σου, αλλά να θρηνήσουν την απώλειά σου!»
«Γιατί ποτέ δε θα υπάρξει κανείς καλύτερος από εμένα…» ψιθύρισε, απευθύνοντας την επιθανάτια ευχή του σε όποιον θα τον άκουγε.
Και σαν απάντηση, από το όριο του ορίζοντα, ήρθε η Μουσική.
Και την ονομάζουν Μουσική, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να την αντιληφθείς αλλιώς. Ήταν μία μελωδία που έμοιαζε να αντλεί την ουσία της από το οτιδήποτε, απέραντη σαν τη νύχτα, παιχνιδιάρικη σαν τον άνεμο, παθιασμένη σαν τη φωτιά, σίγουρη σαν τη γη. Ήταν μία μελωδία που έκανε τα πάντα να την αναγνωρίσουν, ακόμη και τους θεούς να κλίνουν τα κεφάλια της στο άκουσμά της.
Ο φλαουτίστας μπήκε στην πόλη, βήμα αργό και σίγουρα, σαν κάθε κίνησή του να πατούσε στο μεγαλύτερο ιστό της Μοίρας. Οι συγκεντρωμένοι παραμέρισαν, ανίκανοι να σταθούν στο δρόμο του μουσικού με το πάλλευκο δέρμα και τα μάτια που ήταν βαθιά σαν τον πυθμένα της θάλασσας, διάστικτα με αστέρια. Πέρασε από το πλήθος και έφτασε στο παράθυρο του βασιλιά.
Το σώμα του ξανάνιωσε και η αναπνοή που πήρε τον τίναξε, μία εκκένωση, σαν την πρώτη του όταν ήρθε στον κόσμο. Τα χέρια του απέκτησαν τη σιγουριά της νιότης, τα μάτια του πλημμύρισαν με τα χίλια χρώματα του κόσμου, τα αυτιά του άκουσαν ακόμη και τον ομαδικό χτύπο των καρδιών των συγκεντρωμένων, συγχρονισμένο με τη Μουσική.
Σηκώθηκε και ζήτησε το λαγούτο του. Κατέβηκε από τα σκαλιά του παλατιού του, κλαίγοντας, κοιτώντας τον νέο με τα γεροντικά μάτια.
«Σε ευχαριστώ» είπε. Σε απάντηση, ο μουσικός του έδωσε ένα σύντομο βλέμμα γεμάτο νόημα, σαν κάθε μυστικό στον κόσμο να είχε απάντηση εκεί.
Χτύπησε τις χορδές και οι Μουσικές τους έγιναν ένα, καθώς απομακρύνονταν με σίγουρο βήμα προς τον ορίζοντα, λίγο προτού γίνουν μία μικρή κουκίδα στον κατακόκκινο δίσκο του ήλιου.
Ο νέος μουσικός της Αυλής χαμογέλασε για πρώτη φορά στη ζωή του και πήρε το βασιλιά από το χέρι, προτού σβήσουν από τον κόσμο.

Post a Comment

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Οι δύο σιδηρουργοί

Πολλά χρόνια πριν, τον καιρό που ακόμη βρίσκαμε λύσεις μόνο στον πόλεμο και ο λόγος είχε δώσει τη θέση του στη βία, όταν η κόψη του σπαθιού μετρούσε περισσότερο από αυτή της γλώσσας, στη Χώρα των Καλαμώνων, όπου ο ήλιος ανατέλλει πρώτα και οι αγροί παίρνουν το απαλό χρώμα του ηλιοβασιλέματος στο πρώτο φως, οι κερασιές έχουν το χρώμα του από καιρού παλιωμένου αίματος, που χύνεται για ιδανικά και αρχές γύρω από το σπαθί, εκτυλίσσεται αυτή η ιστορία.
Σε αυτό τον τόπο, όταν ήταν χωρισμένος σε επαρχίες που πολεμούσαν, θυσιάζοντας τη νιότη τους για μια πιθαμή γης, με προσωρινές συμμαχίες και προδοσία, ξεκινά αυτό το ταξίδι. Εκεί, στις βορινότερες εκείνες περιοχές, μέσα στους ορυζώνες, ένας άνδρας μοχθούσε για να ζήσει. Δεν είχε επιλέξει αυτό το επάγγελμα, που του είχε δοθεί από τον πατέρα του και από τους προγόνους του, αλλά ούτε και ένιωθε ευγνώμων για αυτό. Ζούσε μία δύσκολη ζωή, ασκώντας κάτι που δεν είχε επιλέξει και κάτι τέτοιο, για έναν άνθρωπο, μπορεί να είναι χειρότερο και από τη σκλαβιά.
Καθώς λοιπόν γύριζε στην καλύβα του, ο άνδρας είδε μία μικρή αλεπού, που έτρεχε αλαφιασμένη στους θάμνους. Γρήγορη σαν βέλος, μία κόκκινη θολούρα, σταμάτησε μπροστά του, καθώς της έκλεινε τον δρόμο. Γύμνωσε τα δόντια της να τον απειλήσει, όταν από μακριά αντήχησε ο καλπασμός αλόγων. Ήταν το κυνήγι του νταϊμύο, που ερχόταν, με σκυλιά και τόξα, να την πιάσει. Προτού σκεφτεί τι έκανε, ο χωρικός έκανε στην άκρη και η αλεπού έπεσε μέσα στους θάμνους. Ένα μόνο θρόισμα απέμεινε που δήλωσε την παρουσία της, πριν χάσει κάθε ίχνος της.
Τα μυώδη και δυνατά άλογα των κυνηγών έκαναν έναν κύκλο γύρω από τον άνδρα, τινάζοντας τις χαίτες τους. Τα σκυλιά γρύλιζαν και γάβγιζαν το ένα στο άλλο, σαν να προσπαθούσαν να βρουν τον υπαίτιο της αποτυχίας αυτής και ο νταϊμύο κοίταξε τον χωρικό, με μάτια σαν χάντρες, που έλαμπαν από θυμό και λαιμαργία.
«Εσύ!» βροντοφώναξε «είδες εδώ γύρω μία αλεπού; Επειδή θέλω για το τρίχωμά της, αλλά την έχασα! Είδες κάτι;»
Ο χωρικός παρέμεινε σιωπηλός, κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω από τις σκιές του ψάθινου καπέλου του. Το πρωτοπαλίκαρο του φεουδάρχη, εκνευρισμένος από αυτή την πρωτοφανή έλλειψη σεβασμού, τράβηξε το σπαθί του και το έφερε κάτω, κόβοντας το καπέλο και σταματώντας μια ανάσα πριν να ανοίξει το κεφάλι του. Όταν ο απόηχος του σπαθιού έσβησε, το καπέλο έπεσε κάτω, αλλά ο χωρικός παρέμεινε σιωπηλός.
«Μάλλον είναι μουγκός, άρχοντά μου. Αλλιώς δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος χωρικός με την καρδιά να μη μιλήσει μετά από αυτό» γρύλισε ο σπαθοφόρος.
Τα μάτια του φεουδάρχη στένεψαν και έφτυσε στα πόδια του χωρικού γυρνώντας την πλάτη.
«Ας φύγουμε από εδώ. Υπάρχει καλύτερο κυνήγι αλλού»
Και σαν ένας, ο όχλος έφυγε, γαβγίζοντας και φωνάζοντας, για να ξεσπάσουν ενάντια σε κάθε τι που βρισκόταν στο διάβα τους, σαν άμυαλα δαιμόνια.
«Μπορείς να βγεις τώρα» είπε ο άνδρας, κοιτώντας τους θάμνους, όπου τα λαμπερά μάτια της αλεπούς τον κοιτούσαν με τη σοφία ενός πονηρού πλάσματος σαν αυτό που ήταν, υπολογίζοντας ακόμη και τον ρυθμό της ανάσας του. Βγήκε έξω και κάθισε μπροστά του. Όταν άνοιξε το στόμα της, μίλησε με ανθρώπινη φωνή.
«Βοήθησες ένα πνεύμα αλεπού, έναν γελωτοποιό και ταραξία ακόμη και ανάμεσα στα πνεύματα. Εσύ, πού είσαι χωρικός, πριν από όλους, θα έπρεπε να με είχες προδώσει»
«Θεωρώ ότι εσύ, πριν από κάθε άλλο, θα αναγνωρίζεις την χαρά της ελευθερίας. Επειδή ό,τι κάνεις, είναι δική σου επιλογή, κάτι που δεν έχω εγώ. Δεν έχω κανέναν λόγο να βοηθήσω αυτόν που θα υπηρετώ άθελά μου για όση ζωή μου μένει…»
Η αλεπού έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά χαμογέλασε, τα μάτια της αλλάζοντας στο χρώμα του αχάτη.
«Για αυτή σου λοιπόν την πράξη, αλλά πιο πολύ για την ειλικρίνειά σου, θα σε ανταμείψω. Επειδή δεν βλέπω συχνά ειλικρινείς ανθρώπους στον καιρό μου» και με αυτά τα λόγια, χάθηκε στους θάμνους, για να επιστρέψει μετά από λίγο, κρατώντας στα δόντια της ένα πουγκί και ένα σφυράκι, λίγο μεγαλύτερο από μία παλάμη. Τα απόθεσε στα πόδια του και ύστερα κάθισε, σταυρώνοντας τα μπροστινά της πόδια σαν άνθρωπος.
«Το πουγκί περιέχει μέσα τόσα χρήματα, αρκετά για να αγοράσεις όχι μόνο τον τίτλο του σαμουράι, αλλά και τη γη από τον φεουδάρχη και αφέντη σου. Το σφυρί θα σε κάνει με τη σειρά του ονομαστό στην τέχνη που θα επιλέξεις, αλλά θα έχεις ελάχιστο χρηματικό κέρδος από αυτό. Μπορείς να πάρεις μόνο ένα»
Ο χωρικός έξυσε το κεφάλι του, υπολογίζοντας τις επιλογές του. Το πουγκί είχε τόσα χρήματα που θα τον έκαναν φεουδάρχη, κύριο χιλίων εκταρίων γης. Θα έριχνε τον νταϊμύο στους ορυζώνες, και το δικό του πρωτοπαλίκαρο θα έκοβε στα δύο το καπέλο του. Θα είχε τρεις γυναίκες και θα ζούσε βουτηγμένος στα πλούτη.
Αλλά το σφυρί θα του έδινε θρυλική ικανότητα σε μία τέχνη που θα διάλεγε. Θα γινόταν ονομαστός και θα θυμούνταν το όνομά του χάρη σε αυτό. Εκεί που τα πλούτη δε θα έφταναν, θα ακουγόταν το όνομά του και όταν θα πέθαινε, θα γινόταν τραγούδι, αντί να περνά μόνος του την κρύα μεταθανάτια ζωή του.
«Θα πάρω το σφυρί» είπε και σε απόκριση η αλεπού χαμογέλασε.
«Πρωτότυπη η επιλογή σου, χωρικέ. Σπάνια βλέπω κάποιον που να μοιράζεται τη ζωή σου και να μην είναι κοντόφθαλμος. Μην ξεχνάς όμως, την ιδιαιτερότητα του δώρου μου. Θα γίνεις ξακουστός, αλλά μόνο σε μία τέχνη που θα επιλέξεις. Μην χαραμίσεις αυτή την επιλογή»
«Θα το λάβω σοβαρά υπόψη μου, γελωτοποιέ. Σε ευχαριστώ»
«Με ευχαριστείς; Δεν υπάρχει τίποτα για να με ευχαριστήσεις, άνθρωπε. Μπορεί να τα πούμε και πάλι, αλλά τότε θα σου έχω ρημάξει την αποθήκη, ή θα σου έχω σκορπίσει τις κότες. Δεν θα με ευχαριστείς τότε»
«Αλλά ούτε και θα σου κρατώ κακία. Είναι οι επιλογές μας»
Η αλεπού κάθισε κάτω, και με ένα σάλτο, είχε χαθεί, εξίσου απότομα όπως είχε εμφανιστεί, παίρνοντας το πουγκί μαζί της. Και ο άνδρας κοίταξε το σφυρί, που ήταν ένα κομψοτέχνημα, αλλά στο μέγεθος παιχνιδιού για μωρά, παρά για τα δικά του, τεράστια χέρια. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί η αλεπού να τον ξεγέλασε, αλλά αποφάσισε να δοκιμάσει προτού καταλήξει σε συμπεράσματα.
Έτσι λοιπόν, έφτασε στο χωριό του, και αντίκρισε τη δημοσιά, γεμάτη με κόσμο, που έτρεχαν και περπατούσαν, γελούσαν και φώναζαν, τα παιδιά μικροί φάροι ξενοιασιάς μέσα στη θάλασσα των ανησυχιών των ενηλίκων. Χτίστες έστηναν ένα καινούριο σπίτι, ξεφυσώντας και φωνάζοντας εντολές, ανταλλάσσοντας βρισιές και κοφτές συζητήσεις. Ο χωρικός σκέφτηκε για λίγο να ακολουθήσει το δρόμο του χτίστη, αλλά άλλαξε τη γνώμη του. Δεν υπήρχε κάτι για να ξεχωρίσεις σαν χτίστης και ήξερε ότι περίμενε περισσότερα από τη ζωή του από το να χτίζει παγόδες και μέρη για να μένουν οι πολέμαρχοι και οι φεουδάρχες.
Συνέχισε λοιπόν τον δρόμο του, προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι που θα του ταίριαζε, όταν από την άλλη πλευρά, ήρθε στα αυτιά του η κλαγγή του μετάλλου. Γύρισε τα μάτια του και είδε τότε τα καμίνια του σιδηρουργείου να βρυχώνται, και ο οπλουργός, μαζί με έναν νεαρό μαθητή του, να τραβά από την φλόγα μία λεπίδα, ακόμη κόκκινη σαν αίμα και να την ακουμπούν στο πέτρινο αμόνι. Έφερε το σφυρί του πάνω στο μέταλλο, στέλνοντας σπίθες σε κάθε κατεύθυνση, που φώτισαν το πρόσωπό του, ένας χορός από χίλια παιχνιδιάρικα πνεύματα, προτού χαθούν. Και κάθε χτύπημα είχε τον δικό του ήχο, κάθε ένα μετέφερε ένα μέρος των γνώσεων και της ψυχής του οπλουργού στο μέταλλο.
Όταν τελικά ξεδίψασαν τη λάμα σε έναν κουβά με νερό, ο άνδρας φάνηκε πως άκουσε το κλάμα ενός νεογέννητου, σαν το σπαθί να έπαιρνε την πρώτη του ανάσα, περνώντας από τον κόσμο των ιδεών στην τωρινή του μορφή. Έδεσαν το σπαθί με τη λαβή και ο άνδρας που περίμενε πιο πέρα, ο αγοραστής του σπαθιού, το σήκωσε στον αέρα, δοκιμάζοντας μερικές προσποιήσεις. Και η κόψη του σπαθιού είχε το χρώμα του ασημιού, οι ρευστές του κινήσεις του έδιναν μία απόκοσμη χάρη. Στα μάτια του άνδρα, το σπαθί αυτό ενσωμάτωνε το τι ήθελε να γίνει, τι κάθε άνθρωπος όφειλε να γίνει. Το αποτέλεσμα των ονείρων του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, παρουσιάστηκε στον οπλουργό.
«Θέλω να δουλέψω εδώ»
Ο οπλουργός γέλασε, χτυπώντας την κοιλιά του.
«Εσύ; Δεν παραείσαι μεγάλος για τέτοια πράγματα;»
«Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ!»
«Δεν είναι εύκολη δουλειά και εσύ φαίνεται να μην ξέρεις από τέτοια! Έχεις χέρια και στάση αγρότη!»
«Δοκίμασέ με, τότε! Και αν αποτύχω, θα φύγω και δεν θα με δεις πια!»
Ο σιδηρουργός τότε έκανε νόημα στον μαθητή του, και η φωτιά βρυχήθηκε, έτοιμη να σμιλεύσει και πάλι. Πήρε ένα κομμάτι από ατσάλι και το έδειξε στον χωρικό.
«Για να σε δω λοιπόν!»
Πήρε το μέταλλο και το έβαλε στη φωτιά, μιμούμενος την κίνηση που είχε δει από τον δρόμο. Σταδιακά, το ατσάλι έγινε κόκκινο, και ένιωσε τη θερμότητα να σκαρφαλώνει, μυριάδες μικρά ερπετά που ζητούσαν να δαγκώσουν τα χέρια του. Τράβηξε το μέταλλο, και πήρε το σφυρί που του είχε δώσει το πνεύμα, αλλά δεν έδωσε σημασία στα πειράγματα και στα γέλια του οπλουργού και του μαθητή του. Χτύπησε το μέταλλο, και άκουσε την πρώτη του νότα να βγαίνει, πλαισιωμένη με γαλάζιες σπίθες, ενώ η επιφάνεια της λεπίδας κυμάτισε, σαν την ταραγμένη επιφάνεια μιας λίμνης. Χτύπησε και πάλι, ακόμη πιο σίγουρος, νιώθοντας το εργαλείο του να συμπληρώνει τις κινήσεις του, ώσπου πια κινούνταν με χάρη τέτοια και σιγουριά που το όπλο έπαιρνε μορφή όπως το φανταζόταν.
Όταν τελείωσε, και έβγαλε την κρύα λεπίδα από το νερό, ο οπλουργός είχε μείνει άφωνος.
«Λοιπόν; Είναι αρκετά καλό;»
«Μα την πίστη μου, καλό δεν είναι αρκετό να το περιγράψω! Πού έμαθες να φτιάχνεις τέτοια όπλα;»
«Δεν έμαθα. Ανακαλύπτω»
Ο οπλουργός σήκωσε το φρύδι του και γέλασε.
«Προσλαμβάνεσαι, λοιπόν! Αλλά πες μου το όνομά σου, γιατί δεν κάνει να σε προσφωνώ μόνο αφέντη!»
«Με λένε Μασαμούν»

Στην άλλη πλευρά του νησιού ένας άλλος άνδρας έτρεχε ανάμεσα στις καλαμιές, αλλά δεν ήταν γιατί δούλευε εκεί. Ζητούσε να ξεφύγει, καθώς τον κυνηγούσαν, ώστε να τον τιμωρήσουν για μια δολοφονία που είχε διαπράξει.
Ο φυγάς είχε σχεδόν ξεχάσει ο όνομα όποιου είχε σκοτώσει. Στα χρόνια του, είχε διαπράξει περισσότερες ατιμίες από όσες δέκα άνθρωποι μαζί και είχε σκοτώσει άλλους, τόσο στον πόλεμο, όσο και έξω από αυτόν. Για αυτόν το σπαθί ήταν ένα μέτρο υπεροχής και δύναμης, μετρώντας την αξία του στην κόψη του και όχι σε αυτό που κρυβόταν πίσω του.
Διέσχιζε τρέχοντας τον αγρό, ακούγοντας τους διώκτες του, συγγενείς του θύματός του, να τον αναζητούν. Ένας πετάχτηκε μπροστά του, ένα παιδαρέλι το πολύ στην εφηβεία και του έκοψε τον λαιμό, προτού καν αντιδράσει, μουσκεύοντας το χώμα με το αίμα του. Πλησίασε για να του αρπάξει τα υπάρχοντα, όταν πρόβαλε ένα φίδι, με πράσινες φολίδες και μάτια που έλαμπαν με μία κακία αρχαιότερη από τη δική του.
«Με ξεδίψασες» σφύριξε το φίδι με φωνή ανθρώπινη «με κάτι που δύσκολα πια βρίσκω. Μου έδωσες το αίμα ενός νεαρού ανθρώπου που δεν είχε πάρει ακόμη ζωή και αυτό είναι σπάνιο τρόπαιο για εμένα. Και για αυτή σου τη χάρη, ζητώ να σε ανταμείψω, άνθρωπε»
«Τι μπορείς να μου προσφέρεις λοιπόν, φίδι, που να αξίζει τον κόπο; Γιατί με καθυστερείς και αν με πιάσουν, θα γυρίσω από την κόλαση να σε στοιχειώσω!»
«Δεν θα σε βρουν. Το αίμα του νεαρού θα καλύψει εμάς τους δύο και όταν θα μπορούν να σε δουν πάλι, θα έχει ανατείλει η επόμενη μέρα»
Ο άνδρας θηκάρωσε το σπαθί του και κάθισε κάτω.
«Σε ακούω, τι δώρα είναι αυτά;»
Το φίδι σύρθηκε πίσω, με τη γλώσσα του να προβάλλει, και χάθηκε. Όταν γύρισε, έφερνε στο στόμα του ένα μαργαριτάρι τέλειο, στο μέγεθος ανθρώπινης γροθιάς και έσερνε πίσω του μία ξεραμένη ανθρώπινη καρδιά. Τα απόθεσε μπροστά του.
«Το μαργαριτάρι θα σε κάνει πάμπλουτο, καθώς η αξία του δε μετριέται ούτε σε ανθρώπινες ζωές. Αλλά η καρδιά θα μεταφέρει την πρόθεσή σου σε όποιο σπαθί δημιουργήσεις, επειδή βλέπω στα μάτια σου το βλέμμα του δολοφόνου και τα ρούχα σου μυρίζουν αίμα πολύ παλιότερο από αυτό του νεαρού. Αν βάλεις την καρδιά σε μια φωτιά και σε αυτή σφυρηλατήσεις ένα σπαθί, η λάμα θα γίνει αυτό που επιθυμείς»
Ο φυγάς σκέφτηκε λοιπόν. Το μαργαριτάρι (που είχε κλέψει πολλά για να είναι σε θέση να τα εκτιμήσει) ήταν στα αλήθεια ανεκτίμητο και θα μπορούσε να εξαγοράσει την αθώωσή του. Θα ζούσε άρχοντας, πλαισιωμένος από άλλους υπηρέτες, όμως αυτή η ζωή, που θα τον απάλλασσε από εχθρούς, απλώς θα του έδινε νέους, που δε θα έφτανε το σπαθί για να τους νικήσει. Αλλά η καρδιά του φαινόταν ανεκτίμητο απόκτημα. Γιατί αν έλεγε αλήθεια το φίδι, τότε θα μπορούσε να φτιάξει σπαθιά που θα ήταν τέλειες φονικές μηχανές, ικανά να τον κάνουν πιο ξακουστό και από τον Μουσάσι!
Πήρε λοιπόν την καρδιά και την έχωσε μέσα στον μανδύα του.
«Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να σε ευχαριστήσω ή να σε κόψω στα δύο, φίδι…»
«Κάνε όπως επιθυμείς. Αλλά να ξέρεις, ότι θα φτάσει η μέρα να εισπράξω την πληρωμή μου»
Ο άνδρας γέλασε, και έφυγε, απαρατήρητος από τους διώκτες του. Σταμάτησε στην κοντινότερη πόλη και εκεί έπιασε δουλειά σαν σιδηρουργός, θέλοντας να δοκιμάσει το απόκτημά του. Όταν λοιπόν οι άλλοι δεν πρόσεχαν, έβαλε την καρδιά μέσα στο καμίνι του, και πύρωσε τη λεπίδα. Αλλά αντί η φωτιά να της δώσει χρώμα κόκκινο, την είχε κάνει μαύρη, στο χρώμα της ψυχής του. Χαμογελώντας, ο φονιάς χτύπησε μια φορά τη λεπίδα, που ήχησε σαν την ικεσία ενός αιχμαλώτου. Δεν πήδηξαν όμως σπίθες, αλλά η επιφάνεια κινήθηκε, σαν ένα ολόκληρο χαλί από φίδια, που ύστερα έγιναν ένα με το μέταλλο. Όταν τελικά έριξε τη λεπίδα στο νερό, ακούστηκε το γέλιο ενός μανιακού, καθώς η λεπίδα ξυπνούσε στη σκέψη του δημιουργού της.
Ο σαμουράι που την πήρε, αυτοκτόνησε μερικές μέρες αργότερα, αφού πήρε τη ζωή του καλύτερού του φίλου. Και ο Μουρασάμε, γιατί αυτό ήταν το όνομά του, έφτιαξε ακόμη πιο φονικά σπαθιά.

Και οι μέρες έγιναν εβδομάδες, που κύλησαν σε μήνες, που έγιναν χρόνια και άπλωσαν τα μακριά τους φτερά, αλλάζοντας σε δεκαετίες. Οι δύο σιδηρουργοί έγιναν ακόμη πιο ονομαστοί, ο ένας σαν καλλιτέχνης και ο άλλος σαν δημιουργός φονιάδων. Αλλά ήταν τέτοιοι οι καιροί, που και οι δύο έγιναν εξίσου ονομαστοί. Ο πρώτος, στη μικρή ανάπαυλα της ειρήνης και ο άλλος, στην φρίκη του πεδίου της μάχης.
Και οι δυο τους κατέληξαν στο Έντο, την μεγαλύτερη πόλη, όπου φεουδάρχες και ξιφομάχοι αναζητούσαν τις υπηρεσίες τους. Μαθητές ήρθαν στο πλευρό τους, ζητώντας να μάθουν την τέχνη τους, σύντομα δημιουργώντας ολόκληρες σχολές και προτού το καταλάβουν, τα σπαθιά τους είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τον πόλεμο.
Ώσπου ο νταϊμύο του Έντο, αποφάσισε να κηρύξει έναν διαγωνισμό στη σιδηρουργία. Έδωσε λοιπόν φιρμάνι, να καλέσει τους καλύτερους σιδηρουργούς στη χώρα, αλλά και πέρα από αυτή, για να δουν την τέχνη τους. Υπήρξαν πολλοί που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα αυτό, όχι μόνο από την χώρα, αλλά και από το Ντογκυούνγκ, την Ανθισμένη Χώρα και ακόμη πιο πέρα, την Κορέα, όπου ζούσαν άνδρες ικανοί να σκοτώσουν κάποιον με ένα άγγιγμά τους.
Τα σπαθιά ήταν πολλά που παρουσιάστηκαν, το κάθε ένα κάτι ξεχωριστό. Άλλα ήταν σπαθιά που έσκιζαν τον αέρα με τέλεια μουσική και άλλα ήταν φτιαγμένα από καθαρό γυαλί. Μερικά είχαν λεπίδες με απίστευτα σχήματα, και άλλα ήταν ευλύγιστα και ύπουλα σαν μαστίγια. Αλλά από όλα τα σπαθιά, εκείνα που ξεχώρισαν ήταν του Μασαμούν και του Μουρασάμε.
Το σπαθί του πρώτου είχε γκρίζα λεπίδα, αλλά η κόψη του έλαμπε σαν χρυσός και του άλλου η κόψη ήταν μαύρη σαν την άναστρη νύχτα. Και, αν και τα δυο ήταν πιο εξαιρετικά από κάθε άλλο, κανείς δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο ήταν καλύτερο. Ο άρχοντας λοιπόν, πήρε το σπαθί του Μουρασάμε και με αυτό, έσκισε την επιφάνεια ενός ρυακιού. Το νερό μέριασε, καθώς το κόψιμο το χώρισε στα δύο και συνεχίστηκε ως κάτω, ενώ συνέχιζε να κυλά, γύρω από το σημείο από όπου είχε περάσει το σπαθί.
Μετά, διέταξε να χτυπήσουν τα φύλλα μιας κερασιάς, ρίχνοντας μία κουρτίνα από λευκό και ροζ. Σήκωσε το σπαθί του Μασαμούν, που διέσχισε τον αέρα, παρασέρνοντας κάθε φύλλο, τυλίγοντάς το με έναν μανδύα από φύλλα. Κατέβασε το σπαθί, και αυτά χόρεψαν για λίγο, ένα ονειρικό σύννεφο πριν πέσουν και πάλι κάτω. Μετά από αυτή την εξαιρετική επίδειξη, υπήρχε περισσότερη δυσκολία να αποφασίσουν τον καλύτερο. Έτσι, το βραβείο δόθηκε και στους δύο. Αλλά ο Μουρασάμε, που ήταν εκεί, διαμαρτυρήθηκε.
«Τι λέτε τώρα; Είναι δυνατόν το δικό μου σπαθί να συγκριθεί με αυτό του Μασαμούν; Το δικό μου είναι ένα όπλο για μάχη, όχι για επιδείξεις! Εγώ δεν απέρριψα την πρόσκλησή σας όπως αυτός και δεν φτιάχνω σπαθιά για να τα κρεμάτε με τις πανοπλίες σας στη γωνία! Το ξέρετε ότι αυτός φτιάχνει τα όπλα του με ένα μωρουδίστικο σφυράκι;»
«Ο διαγωνισμός αυτός, τιμημένε Μουρασμάμε, αφορά μόνο την ικανότητα του δημιουργού, όχι την κοινωνική του επιδεξιότητα. Ο Μασαμούν δεν εμφανίστηκε, αλλά έστειλε τον αντιπρόσωπό του και ακόμη πιο σημαντικό, το όπλο του. Κριθήκατε ισάξιοι» είπε ο νταϊμύο.
«Αρνούμαι να αποδεχτώ αυτή την κρίση! Τα δικά μου όπλα είναι όπλα που χαρίζουν νίκη, όχι θέαμα! Προκαλώ αυτό τον τσαρλατάνο, να κρίνουμε τα όπλα μας!»
Για λίγο, το πλήθος άρχισε να βουίζει σαν μελίσσι και ο απεσταλμένος του σιδηρουργού πάνιασε, αλλά ο άρχοντας του Έντο επέβαλλε σιωπή με ένα νεύμα.
«Πολύ καλά» απάντησε «αλλά δεν θα δεχτώ αιματοχυσία. Η μάχη θα είναι μία αντιπαράθεση ικανοτήτων, όχι σπαθιών» στράφηκε στον απεσταλμένο του Μασαμούν «πες στον δάσκαλό σου ότι αύριο, πριν την ώρα του Πιθήκου, πρέπει να είναι εδώ, για να υπερασπιστεί τον τίτλο του»

Το πρωί εκείνο λοιπόν, οι δυο σιδηρουργοί στάθηκαν στον τόπο που είχαν δοκιμαστεί τα σπαθιά, ο Μουρασάμε με το μαύρο του σπαθί τραβηγμένο και ο Μασαμούν με το δικό του θηκαρωμένο, στα χέρια του νεότερου από τους μαθητές του.
«Τι; Έφερες το μούλικο για να σε δει να ταπεινώνεσαι;»
Ο Μασαμούν απλά χαμογέλασε και στράφηκε στον άρχοντά του.
«Ζητώ την άδεια να ξεκινήσω πρώτος, όντας αυτός στον οποίο απευθύνεται η πρόκληση»
«Την έχεις, αν συμφωνεί και ο αντίπαλός σου»
«Ας κάνει ό,τι θέλει! Η νίκη μου είναι καθορισμένη!»
Ο Μασαμούν έκανε νόημα και οι μαθητές του έφεραν μία πλήρη πανοπλία, τα ρούχα μάχης των σαμουράι, που αν και ήταν ελαφριά, το κέλυφός τους ήταν αδιαπέραστο από άλλα σπαθιά. Τράβηξε λοιπόν το σπαθί και το έδωσε στο παιδί που ήταν μαζί του. Κράτησε στα χέρια του τη λεπίδα, τρέμοντας από άγχος, αν και ήταν ελαφριά σαν πούπουλο. Του έκανε νόημα να χτυπήσει.
Το παιδί έκανε ένα βήμα μπροστά και κατέβασε το όπλο, όμως το μόνο που ακούστηκε ήταν το σκίσιμο του αέρα. Η λεπίδα διέγραψε την τροχιά της, αλλά η πανοπλία δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα.
«Συγχαρητήρια, Μασαμούν! Έφτιαξες μια λεπίδα που σκίζει τον αέρα! Μήπως τώρα σκοπεύεις να φέρεις ένα βρέφος για να-»
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, καθώς η πανοπλία έπεσε στο έδαφος, κομμένη διαγώνια, τα χείλη των κομματιών της απολύτως επίπεδα, σαν να ήταν έτσι εξαρχής φτιαγμένη. Οι συγκεντρωμένοι κοίταζαν το θέαμα αποστομωμένοι. Ο Μουρασάμε άφριζε από το κακό του. Έτρεξε σχεδόν προς τον κοντινότερο βράχο, έναν ογκόλιθο στο μέγεθος τριών αλόγων και τον χτύπησε με οργή. Η λεπίδα τον έκοψε, και έσπασε σε κομμάτια, στέλνοντας σκόνη και χαλίκια σε κάθε κατεύθυνση. Το πλήθος είχε πια χωριστεί, μπροστά στην τρτομερή αυτή επίδειξη. Υπήρχε μία σιωπή από καθαρή σαστιμάρα μπροστά στην δύναμη των δυο όπλων.
Ο Μασαμούν μίλησε στο παιδί.
«Πέμπτο κάτα»
Μία ξαφνιασμένη ανάσα βγήκα από το πλήθος. Το πέμπτο κάτα ήταν μία σχεδόν θρυλική τεχνική, που ακόμη και οι πιο ονομαστοί σαμουράι δεν είχαν τελειοποιήσει. Λεγόταν πως μπορούσε να κόψει ένα κλαρί σε δεκατρία κομμάτι πριν πέσει στο έδαφος. Το ότι ανάθετε κάτι τέτοιο στο παιδί ήταν καθαρό σημάδι αλαζονείας.
Έκανε νόημα στους υπηρέτες να κουνήσουν την κοντινή κερασιά, ρίχνοντας τα φύλλα της σαν βροχή στο παιδί, που άρχισε τις κινήσεις του, αδέξιες και αβέβαιες, που συμπληρώνονταν από το ίδιο το σπαθί. Χτυπούσε με ακρίβεια και με έναν συγχρονισμό που άλλοι θα χρειάζονταν χρόνια να επιτύχουν, χορεύοντας ανάμεσα στα φύλλα που έπεφταν, σχηματίζοντας νότες από τον ίδιο τον αέρα και τις κινήσεις του. Όταν τελείωσε, όλα τα φύλλα είχαν κοπεί στη μέση.
Ο Μουρασάμε ούρλιαξε από οργή και τίναξε το σπαθί του, σκίζοντας τον αέρα. Η ορμή του από μόνη της, διέσχισε τον αέρα, και έκοψε στη μέση τα ραβδιά που κρατούσαν οι κριτές στη σειρά, μερικά μέτρα παραπέρα. Το πλήθος πια φώναζε και καβγάδες ξεσπούσαν ανάμεσα στους παρευρισκόμενους.
Ο άρχοντας σηκώθηκε και πλησίασε τους δύο σιδηρουργούς. Πήρε στα χέρια του τα σπαθιά και τα σήκωσε στον αέρα.
«Το σπαθί του Μουρασάμε είναι ένα σπαθί για πόλεμο και νίκες, αυτό το έχουμε δει και οι καιροί μας είναι τέτοιοι που αυτό το όπλο ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα της τωρινής Ιαπωνίας. Το σπαθί του Μουρασάμε είναι ένα εργαλείο για ειρήνη, που ανήκει στα χέρια εκείνων που ζητούν πειθαρχία και αφοσίωση, όχι μάχες. Σαν άρχοντας, έχω το χρέος να διεξάγω έναν πόλεμο, αλλά και να οδηγήσω τον λαό μου στην ευημερία. Και οι δυο μου ευθύνες είναι εξίσου σημαντικές, όμως το κάθε σπαθί συμβάλλει μόνο σε μία. Για αυτό τον λόγο, αφήνω την κρίση σε εσάς, τους συγκεντρωμένους εδώ, να μου πείτε αν θα έπρεπε να διαλέξω ένα όπλο που θα κερδίσει μάχες ή ένα που θα διδάξει αρχές»
Το πλήθος άρχισε να βουίζει, καθώς ο λαός αποφάσιζε, σαστισμένος από την τροπή αυτή. Όταν τελικά ησύχασαν, ο γηραιότερος σηκώθηκε.
«Διαλέγουμε τη λεπίδα του Μασαμούν, γιατί είμαστε κουρασμένοι από τον πόλεμο και την απώλεια των νεαρών μας. Θέλουμε ανάπαυλα»
Ο Μουρασάμε άφριζε, αλλά είχε χάσει. Ο λαός πήρε στους ώμους του τον σιδηρουργό. Το Έντο θα έληγε τον πόλεμο, όπως και έμελλε να γίνει αργότερα. Η μαύρη του λεπίδα επιστράφηκε και ο δημιουργός της έφυγε την επόμενη ημέρα, με το δώρο του φιδιού, διαπράττοντας και πάλι τις παρανομίες του, παίρνοντας περισσότερες ζωές χάρη στο τρομερό του σπαθί. Σκόπευε να κάνει μια δική του συμμορία, οπλισμένοι όλοι με τέτοια σπαθιά, ικανοί να φέρουν πόλεμο σε ολόκληρη την χώρα και πέρα από αυτή.
Μερικούς μήνες μετά, ο Μουρασάμε έτρεχε και πάλι μέσα από τον ίδιο καλαμώνα όπως και πολλά χρόνια πριν, κυνηγημένος και πάλι για τις τρομερές του ανομίες, οι μαθητές του σκοτωμένοι από το ίδιο του το χέρι, οι αντίπαλοί του περισσότεροι από όσους είχε στην αρχή. Αλλά αυτή τη φορά, κανείς δεν είχε την καρδιά στα αλήθεια να τον αντιμετωπίσει, αφού το σπαθί του έκοβε τη σάρκα και το κόκαλο σαν να ήταν χαρτί. Όσοι τον είχαν πλησιάσει, είχαν πεθάνει και ένιωθε μία μαύρη χαρά για αυτό.
Σταμάτησε και πάλι στο ίδιο σημείο που είχε σταματήσει χρόνια πριν, αλλά δεν το αναγνώρισε. Πάτησε το φίδι, παρασυρμένος καθώς ήταν από την δίψα του για αίμα, και ένιωσε να καίγεται από μέσα του, καθώς το δάγκωμά του πνεύματος γέμισε τις φλέβες του με υγρή φλόγα. Έπεσε κάτω, σφαδάζοντας και αφρίζοντας, ενώ το μαύρο φαρμάκι ανέβαινε στο πόδι του, προς την καρδιά του. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει και η όρασή του γινόταν μία πανδαισία από χιλιάδες χρώματα. Καθώς οι αισθήσεις του τον άφηναν, ένιωσε το φίδι να σκαρφαλώνει επάνω στο σώμα του και τον αντίκρισε με τα λαμπερά του μάτια. Χαμογελούσε σαν αρπακτικό, με το πρόσωπό του φωτισμένο από διαβολική χαρά.
«Οι πράξεις σου σε έφεραν ως εδώ. Η καρδιά σου έδωσε όσα είχα υποσχεθεί. Έγινες ο φονιάς που επιθυμούσες, κολύμπησες στο αίμα των θυμάτων σου, όπως και αυτός στον οποίο ανήκε η καρδιά που κρατάς. Και τώρα, αφού πεθάνεις, θα πάρω τη δική σου. Σου είχα πει ότι θα πάρω πίσω την πληρωμή μου μια ημέρα…»
Ο Μουρασάμε προσπάθησε να ουρλιάξει, καθώς το φίδι έμπαινε μέσα στο στόμα του και εισέβαλλε στο στήθος του, σπάζοντας τα δόντια του, αλλά το δηλητήριο τον σκότωνε γρήγορα. Το μυαλό του σταμάτησε να αντιλαμβάνεται τον πόνο και το φίδι πήρε την καρδιά του, περιμένοντας για τον επόμενο άνθρωπο που θα ζητούσε να τη χρησιμοποιήσει.
Και κάτι μέσα του τού έλεγε πως δεν θα περίμενε για πολύ…

Post a Comment

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Γρανίτινο Πρόσωπο, Μέρος 3ο

Κλείδωσε την πόρτα καθώς μπήκε μέσα στο μικρό δωμάτιο που αποκαλούσε πια σπίτι του. Στο ισόγειο, το καπηλειό ήταν σιωπηλό. Οι τελευταίοι θαμώνες είχαν φύγει και τώρα άκουγε μόνο τα προσεκτικά βήματα του πανδοχέα και του βοηθού του, καθώς μάζευαν τις καρέκλες και τα ποτήρια.

Η παλιά σκούπα καθάριζε το πάτωμα και ακουγόταν σαν το απαλό, διακεκομμένο γουργούρισμα μιας γάτας. Ο ήχος ηρεμούσε τα νεύρα του. Κάθισε στην καρέκλα του και πήρε ένα παλιό κομμάτι χαρτί. Μέσα στο κλειδωμένο του συρτάρι, πήρε ένα  παλιό κοντυλοφόρο, με λαβή από ελεφαντοστό (το πιο πολύτιμο απόκτημά του), και το πέρασε τα δάχτυλά του αργά πάνω από τα λεπτά, περίτεχνα σκαλίσματα.

Τα χέρια του σχημάτιζαν μέσα στο μυαλό του το σχήμα γύρω από το οποίο είχε κάποτε χτίσει τη ζωή του. Ο σκαλιστός ιαγουάρος γουργούριζε μέσα στο μυαλό του στο ρυθμό της παλιάς σκούπας. Τον ένιωθε να βγάζει παιχνιδιάρικα τα νύχια του και να παίζει με τον αργασμένο αντίχειρά του, τα δόντια του να δαγκώνουν με αγάπη τους ρόζους.

Κοίταξε το ζώο που ήταν παγιδευμένο μέσα στο ελεφαντοστό, αιώνια εφορμώντας στους εχθρούς του, τα δόντια του γυμνωμένα και ρίγησε. Θυμήθηκε τον ήχο τυμπάνων από ανθρώπινο δέρμα και το κροτάλισμα κολιέ από ανθρώπινα δόντια πάνω σε κεραμικές πανοπλίες.

Από το δεύτερο συρτάρι του, κάτω από ένα κρυφό πάτο, έβγαλε ένα παλιό, δερματόδετο εγχειρίδιο. Ήταν χτυπημένο και ταλαιπωρημένο, με τις σελίδες κιτρινισμένες. Το άνοιξε και η μυρωδιά παλιού χαρτιού και λέξεων γραμμένων σε μια άλλη ζωή τον πλημμύρισε. Θυμήθηκε πεζοπορίες με γυμνά πόδια κατά μήκος μίας ξερής χερσονήσου, με την πράσινη κόλαση που αποκαλούσε σπίτι μακριά του.

Θυμήθηκε τον ήχο που έκαναν γαλάζια λάβαρα με περίτεχνα σύμβολα, καθώς ανέμιζαν.

Οι λέξεις στο χαρτί ήταν γραμμένες με σχήματα. Κάθε σχήμα ήταν από μόνο του μία έννοια και ένα σύνολο από έννοιες σχημάτιζε ένα κείμενο. Ήταν η ιστορία μίας ζωής, γραμμένη σε μια γλώσσα που δεν υπήρχε η υποχώρηση, ο οίκτος ή η ελπίδα. Ήταν η γλώσσα που είχε δοθεί σε ένα λαό από αιμοβόρους θεούς, η γλώσσα του ήλιου, που βυθιζόταν κάθε νύχτα στο κρύο του παλάτι για να τραφεί με ανθρώπινες ψυχές.

Θυμήθηκε λεπίδες από τροχισμένο όνυχα, μικρά και τρομερά πράγματα που στα χέρια ενός έμπειρου χρήστη, έσκιζαν σάρκα και έκοβαν τένοντες με ένα πέρασμα. Θυμήθηκε πηγμένο αίμα σε λαξεμένο πέτρινο πάτωμα.

Κοίταξε την πιο πρόσφατη καταγραφή. Ήταν τα λόγια ενός κατασκόπου, ενός πολεμιστή που θα κρυβόταν σα φίδι μέσα στα ψηλά χορτάρια που αποτελούσαν την κοινωνία του εχθρού του και θα περίμενε, αναζητώντας αδύναμους στόχους να σκοτώσει. Θα κρατούσε τις αγέλες του εχθρού πανικόβλητες και ανίκανες να συνασπιστούν. Θα τις καθιστούσε ευάλωτες, μέχρι την ημέρα που οι αφέντες του θα έρχονταν για να τους αφανίσουν.

Τα λόγια αυτά φαίνονταν υποκριτικά, στομφώδη, δίχως νόημα πια για αυτόν. Είχε αποκλίνει χρόνια τώρα από τον σκοπό του. Είχε προσαρμοστεί στη ζωή μέσα στα ψηλά χορτάρια και είχε ακόμη συμφιλιωθεί με την αγέλη του εχθρού . Είχε ζήσει, γελάσει και πονέσει μαζί τους. Δε θα μπορούσε να βλάψει κανένα τους πια.

Του απέμεναν μόλις δύο σελίδες. Προσπάθησε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να γράψει, πόσα λόγια θα μπορούσε να χωρέσει που θα έλεγαν την ιστορία του εδώ, στον τόπο του εχθρού. Που θα αναιρούσαν κάθε τι που έγραφε στις προηγούμενες σελίδες, που θα έσβηνε τη δύναμη των σχημάτων που κάποτε αποκαλούσε γλώσσα του.

Κοίταξε ξανά τα σχήματα και πρόφερε ένα από αυτά. Ο ήχος ακούστηκε σαν το χτύπημα μιας πέτρινης κεφαλής τσεκουριού σε κορμό δέντρου. Έκλεισε το στόμα του, νιώθοντας ρίγος. Ο ιαγουάρος γρύλισε μέσα στο μυαλό του.

Θυμήθηκε τον ήχο ενός κεφαλιού, αποκομμένο από το σώμα που το στήριζε, καθώς κατρακυλούσε στα σκαλιά ενός ζιγκουράτ.

Νταπ. Νταπ νταπ.

«Γιατρέ; Είσαι μέσα;»

Ο άντρας μέσα στο δωμάτιο παραλίγο τινάχτηκε από τη θέση του από τρόμο. Για μια στιγμή, σχεδόν απάντησε στον σπιτονοικοκύρη του στη μητρική του γλώσσα.

Νταπ. Νταπ νταπ.

«Είσαι καλά; Δε φαινόσουνα πολύ σόι απόψε.»

«Είμαι…είμαι καλά. Σε ευχαριστώ.» είπε και αναγνώρισε το τρέμουλο στη φωνή του. Διαπίστωσε ότι χάιδευε τον σκαλιστό ιαγουάρο ασυνείδητα.

«Πάντως, άμα θες, έλα κάτω. Είμαι με τον μικρό και ετοιμαζόμαστε να κλείσουμε. Να σε φιλέψω και κάτι.»

«Θα έρθω. Σε ευχαριστώ.»

«Τα λέμε κάτω, γιατρέ.»

Ο σπιτονοικοκύρης έφυγε και ο γιατρός ένιωσε ένα ρίγος να τον διατρέχει. Πώς να ήταν καλά; Πώς θα μπορούσε να είναι καλά; Είδε το πεπρωμένο του στα κότσια που έριξε εκείνο το πρωί. Είδε, στο περιθώριο του καθρέφτη του, το πρόσωπο του φονιά του. Θα πέθαινε απόψε. Αν όχι απόψε, το αργότερο πριν ανατείλει ο ήλιος.

Τον είχαν προετοιμάσει για αυτό. Για το θάνατο, το βίαιο, τρομερό, απρόσωπο θάνατο. Για κάθε είδους βασανιστήριο. Του είχαν πει πως θα πέθαινε για τους θεούς και ότι η ψυχή του θα έπεφτε βαθιά, μέσα στους τόπους τους Ανάποδου Ουρανού και εκεί μαζί με τους νεκρούς αδελφούς του, θα πολεμούσε στο πλευρό του Ήλιου ενάντια στους Τζίτζιμε. Αλλά κανένα τραύμα δε θα τον σταματούσε από τη μάχη και δε θα πέθαινε ποτέ ξανά. Μόνο αν ήταν άξιος και διακεκριμένος πολεμιστής, τότε ο Ήλιος θα τον έστελνε και πάλι στον Πάνω Κόσμο, για να ζήσει και πάλι.

Μόνο που δεν ήταν πια ένας στρατιώτης. Ο θεός Ήλιος δεν ήταν πια για αυτόν ο τηρητής της ζωής. Η ζωή αυτή δεν ήταν απλά μια στάση ανάμεσα σε δύο κόσμους, γεμάτη με βία και πόνο. Ήταν μια ζωή που ήθελε να συνεχίσει να ζει.

Βγήκε από το δωμάτιό του και κατέβηκε τις σκάλες. Το σαρακοφαγωμένο ξύλο έτριζε. Οι σόλες των παπουτσιών του τού θύμιζαν πράγματα που είχε ζήσει κάποιος άλλος, μέσα στο δικό του σώμα, μια ζωή πριν.

Έφτασε στο ισόγειο, στο καπηλειό. Έμοιαζε πολύ μικρότερο, τώρα που ήταν άδειο. Οι πάγκοι του ήταν φθαρμένοι και χαραγμένοι από μαχαίρια, γεμάτοι με στίγματα από κάφτρες τσιγάρων και χυμένων ποτών. Στο βάθος, το πιάνο, ένα γέρικο, σκεβρωμένο πράγμα, έμοιαζε σα να είχε κρεμάσει τους ώμους του, απογοητευμένο και σιωπηλό. Ο σπιτονοικοκύρης καθόταν πίσω από το μπαρ, με τον βοηθό του να τρίβει με επιμονή το ξύλο.

«Καλώς σε, γιατρέ!»

«Το διαλύσατε νωρίς σήμερα, βλέπω.»

«Αύριο είναι μέρα του Κυρίου, γιατρέ! Όλοι μου οι πελάτες θα ζητήσουν κάτι από τον Θεό και δε μπορούν να ‘ναι ντίρλα!»

«Νόμιζα ότι ο Θεός είναι υπεράνω τέτοιων ζητημάτων.»

«Κάνει τα στραβά μάτια μόνο για μένα, για σένα και τις πουτάνες, γιατρέ.»

Ο μικρός γέλασε και σταμάτησε το τρίψιμο. Ο κάπελας του έριξε μια ματιά όλο φαρμάκι.

«Εσύ ακόμη δεν πήρες ελεύθερο, μικρέ. Γι’ αυτό τρίβε.»

«Μην είσαι τόσο σκληρός με το παιδί.»

«Ήταν παιδί πριν δύο βδομάδες. Μου ‘γινε άντρας όταν αποφάσισε να τσιλιμπουρδίσει με την κόρη μου, καλή πουτάνα και αυτή. Τον κρατάω μέχρι να του δώσω άφεση.»

«Και η κόρη σου;»

«Η κόρη μου αφέθηκε αφού έφαγε μερικές καλές με το ζωνάρι. Τι να σου βάλω, γιατρέ;»

«Τι έχεις που δεν είναι νερωμένο;»

«Α, γιατρέ, δε μ’ αρέσουν αυτά. Το ξέρεις ότι δε θα σου σέρβιρα κάτουρο.»

Ο κάπελας έβγαλε μια κανάτα από κάτω από τον πάγκο και γέμισε ένα καθαρό ποτήρι. Το πρόσφερε στον γιατρό, που πήρε μια γουλιά πριν καν το μυρίσει. Η γεύση του ήταν πικρή σα δηλητήριο και μούδιασε τη γλώσσα του. Κατάπιε γρήγορα, ώστε να μην το φτύσει.

«Τι είναι αυτό το πράγμα;»

«Κρασί από ρίζες, γιατρέ. Πώς σου φάνηκε;»

«Σα να με δάγκωσε κροταλίας στη γλώσσα, να πως μου φάνηκε!»

«Πιες κανα δυο ποτήρια ακόμη και να δεις που θα σου αρέσει!»

Ο Γιατρός μύρισε το ποτό. Είχε μια άσχημη, ταγκή μυρωδιά που έμοιαζε να γλιστρά μέσα από τα ρουθούνια του και να φωλιάζει στο μυαλό του. Σταδιακά, η αίσθηση αυτή έγινε ευφορία. Μια ευχάριστη ζαλάδα τον κατέλαβε. Θυμήθηκε γυμνόστηθες γυναίκες με δέρμα στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος και καταπράσινα μάτια.

«Πόσο καιρό γνωριζόμαστε, Ρομ;» ρώτησε ο γιατρός, κοιτάζοντας τον κάπελα, χωρίς να τον βλέπει.

«Τέσσερα χρόνια. Θα κλείσουμε τα πέντε σε κανά μήνα. Θα μου πάρεις δώρο επετείου;»

«Όχι, απλά σκεφτόμουνα κάτι όλη μέρα. Σκεφτόμουνα τη ζωή μου. Το πιστεύεις ότι δε θυμάμαι τίποτα πριν από τον καιρό που ήρθα εδώ;»

«Δεν το σηκώνεις το ποτό, ε γιατρέ;»

«Όχι, δεν εννοούσα αυτό. Θέλω να πω ότι δε μπορώ να θυμηθώ τίποτε άλλο ουσιαστικά. Θυμάμαι μόνο…πρόσωπα, πράγματα. Τίποτα άλλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά σαν εικόνες και ήχοι. Δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία για μένα πια.»

«Ακούγεσαι σαν τον πατέρα μου, γιατρέ. Και αυτός σκεφτόταν έτσι, αφού γύρισε από τον πόλεμο. Ήταν βετεράνος του πολέμου με τους Βας’ίιρι. Είχε γυρίσει από την Παστή Έρημο, αυτός και μια χούφτα άντρες. Ήμουν μικρός τότε, βία δεκαπέντε χρονών. Θυμάμαι που του μιλούσα συνέχεια και προσπαθούσα να τον κάνω να μου πει τι συνέβη. Μου είχε πει περίπου τα ίδια με σένα.»

Ο γιατρός ήπιε το υπόλοιπο ποτό του μονοκοπανιά. Το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε πάνω στον πάγκο. Οι σταγόνες κύλισαν πάνω στα νερά του ξύλου και σχημάτισαν κάτι γνώριμο.

«Νόμιζα ότι μου έλεγε ψέματα. Ότι προσπαθούσε με κάποιον τρόπο να με προστατέψει από το να μάθω τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Αλλά τώρα πια, έχω την εντύπωση ότι δεν προσπαθούσε πια.»

Ήταν μια λέξη που προέκυπτε από αυτή τη μορφή, μια λέξη που σχημάτισαν τα κότσια εκείνη την ημέρα.

«Νομίζω ότι αυτά που είδε τον… πλήγωσαν κάπως. Μέσα στο μυαλό του. Και ότι από τότε, δεν ήταν ξανά ο ίδιος.»

Θάνατος.

«Θυμάμαι όταν πέθανε, σε αυτή εδώ την πόλη, αφού η Κυβέρνηση μας έκανε να μεταφερθούμε, όλους εμάς που ήμασταν συγγενείς βετεράνων της Παλιάς Φρουράς. Θυμάμαι ότι η μάνα μου ανακουφίστηκε. Σα να ένιωθε ότι αυτός ο άνθρωπος, που δεν ήταν πια ο άντρας της, να είχε επιτέλους βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από ό,τι είχε δει.»

«Δε μου είχες πει ποτέ για τον πατέρα σου. Τα συλλυπητήρια μου.»

«Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πολύ καιρό πριν έρθουμε εδώ, γιατρέ. Θυμάμαι η μάνα μου να λέει ότι ήταν πια σαν άρρωστο δέντρο. Σάπιζε από μέσα.»

Ο γιατρός κοίταζε το σχήμα στον πάγκο. Σκέφτηκε πως αν έστω και μία σταγόνα είχε πέσει παραπέρα, τότε το σχήμα θα σήμαινε Γαλήνη.

 «Οι Βας’ίιρι σκότωσαν την ψυχή του. Θέλω να πιστεύω ότι ο πατέρας μου έσφαξε πολλούς από αυτούς τους μπάσταρδους τη μέρα εκείνης της μάχης. Μιλούσαν για μέρες για την υποχώρησή τους. Εύχομαι να είχαν όλοι τους τρύπες στην πλάτη, να πέθαναν σα δειλοί.»

«Έχεις δει ποτέ ένα Βας’ίιρι;»

«Όχι και δεν πρόκειται να δω κανένα τους ποτέ. Τους  σπρώξαμε μακριά από τα σύνορα και σκοτώσαμε όσους ξέμειναν εδώ σα σκυλιά.»

«Και αν κάποιος από αυτούς είχε ξεφύγει; Αν δεν τον είχαν σκοτώσει; Αν διαπίστωνες ότι υπήρχαν Βας’ίιρι παντού, διάσπαρτοι σε όλη την επικράτεια, κρυμμένοι εδώ και μια δεκαετία, τι θα έκανες τότε;»

«Θα έπαιρνα ένα χιλιόμετρο σκοινί και θα έβρισκα ένα ψηλό μέρος για να τους κρεμάσω. Έναν προς ένα.»

«Και αν ένας από αυτούς ήταν φίλος σου;»

«Θα τον κρέμαγα πρώτο.» ο κάπελας τράβηξε ένα μακρύ μαχαίρι με κυρτή λάμα, φτιαγμένη από όνυχα και το κάρφωσε πάνω στο ξύλο. Η αιχμή του μπήκε μερικά εκατοστά μέσα στον πάγκο. « Πρώτα όμως θα του άνοιγα την κοιλιά πέρα για πέρα, για να δω τα σωθικά του να χορεύουν.»

Ο γιατρός κοίταζε τη λάμα σα μαγεμένος. Θυμήθηκε την κίνηση που τον είχαν διδάξει για να κόψει το στομάχι ενός εχθρού: μία κίνηση, πέρα ως πέρα, σαν τη Σελήνη να αναπαύεται.

«Πού το πας, γιατρέ; Ξέρεις κανένα Βας’ίιρι;»

«Ξέρω ότι ένας από αυτούς θα πεθάνει εδώ, απόψε.»

Ο κάπελας ετοιμάστηκε να μιλήσει, όταν άκουσε την πόρτα του καταστήματος να ανοίγει. Ο γιατρός κοίταξε τη μορφή που μπήκε μέσα. Τα βήματά του αντηχούσαν μέσα στον κλειστό χώρο.

«Έχουμε κλείσει, ξένε.»

«Θέλω μόνο να ξαποστάσω μια στιγμή. Έρχομαι από την Κόκκινη Οχιά» είπε ο νεοφερμένος και πλησίασε τον πάγκο. Ο γιατρός είδε μόνο τα μάτια του για μια στιγμή, πριν στρέψει το βλέμμα του αλλού. Ήταν σα κατάμαυρες χάντρες.

Ο κάπελας έκανε νόημα να προσφέρει μια καρέκλα στο νεοφερμένο. «Αγγελιαφόρος;»

«Περίπου. Τι ποτό έχεις;»

Ο γιατρός έριξε μερικές κλεφτές ματιές στο νεοφερμένο. Φορούσε ένα βαρύ καφτάνι και πλατύγυρο καπέλο. Ήταν καλυμμένος από σκόνη, σα να είχε μόλις ξεπηδήσει μέσα από την έρημο. Θυμήθηκε έναν παλιό θρύλο, για έναν μαχητή από πηλό που είχαν στείλει ο Ήλιος για να αφανίσει τους ανθρώπους που είχαν πάρει το πλευρό των Τζίτζιμε, τον καιρό πριν την πρώτη δύση.

Ο κάπελας του έβαλε ένα ποτήρι από κρασί ρίζας, ρίχνοντας ματιές μία στον μικρό και μία στο γιατρό.  Έδωσε το ποτήρι στο νεοφερμένο, που το μύρισε προσεκτικά, σα να ήταν σκυλί και μετά το άφησε κάτω. Κοίταξε το μακρύ μαχαίρι που ήταν καρφωμένο στο ξύλο του πάγκου και είπε:

«Ωραίο μαχαίρι. Δικό σου;»

Ο γιατρός απέστρεψε τα μάτια του. Ένιωθε μια έντονη ανησυχία όποτε άκουγε τον άντρα να μιλά. Προσποιήθηκε ότι κοιτούσε γύρω του αδιάφορα, ενώ με την άκρη του ματιού του εξέταζε τον νεοφερμένο.

«Είναι του πατέρα μου. Το πήρε από έναν Ιαγουάρο των Βας’ίιρι, αφού τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια.»

Ο νεοφερμένος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Το δεξί του χέρι κατέβηκε στη ζώνη του και ο γιατρός είδε για πρώτη φορά τότε, το περίγραμμα του προσώπου του. Τα σωθικά του δέθηκαν κόμπος από τον τρόμο.

Ήταν το πρόσωπο που είδε στον καθρέφτη. Ήταν ο άνθρωπος που θα τον σκότωνε.

Τινάχτηκε με τρομερή ταχύτητα, καθώς το ένστικτό του ξέθαψε από μέσα του τα χρόνια σκληρής εκπαίδευσης που νόμιζε ότι είχε λησμονήσει. Έστρεψε τη μέση του και άπλωσε το χέρι του. Οι μυς του ήταν τεντωμένοι, έτοιμοι να ασκήσουν ακριβώς την πίεση που θα χρειαζόταν ώστε να απελευθερώσει τη λάμα από όνυχα από το ξύλο και μετά να εκτελέσει μια και μοναδική κίνηση, που θα έκοβε πέρα ως πέρα το λαιμό του ξένου και θα έκανε το κεφάλι του να κατρακυλήσει πάνω στο ξύλινο δάπεδο.

Εκτέλεσε κάθε κίνηση τέλεια. Την στροφή, την πορεία της λεπίδας. Έμενε μόνο το χτύπημα. Σαν τη Σελήνη να αναπαύεται, θυμήθηκε τα λόγια των εκπαιδευτών του. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε το απαλό κλώτσημα που θα έκανε ο χοντρός λαιμός, ενώ η κόψη περνούσε μέσα από σάρκα, μυς, χόνδρο και θα περνούσε πέρα ως πέρα το οστό. Σκέφτηκε ότι μετά από αυτό θα έπρεπε να σκοτώσει τον κάπελα και το μικρό και να φύγει, να κρυφτεί κάπου αλλού, σε μία άλλη πόλη. Θα έπρεπε να υφάνει μια νέα μεταμφίεση από την αρχή. Αλλά θα ήταν ακόμη ζωντανός.

Άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι ο νεοφερμένος είχε σκύψει, αποφεύγοντας το χτύπημα. Το δεξί του χέρι για μια στιγμή έμοιαζε με καφετιά θολούρα και ύστερα αντίκριζε την κατάμαυρη, απύθμενη τρύπα της κάννης του κατάματα.

«Είσαι Ιαγουάρος των Βας’ίιρι.» είπε ο άντρας.

«Είμαι Ιαγουάρος με τομάρι ερπετού.»

«Κατάσκοπος. Πράκτορας με σκοπό τη διεξαγωγή δολιοφθοράς και αναταραχής.»

Ο κάπελας κοιτούσε με τρόμο τη σκηνή. Τον γιατρό, καλό του φίλο εδώ και πέντε χρόνια και τον περίεργο νεοφερμένο, καθώς μιλούσαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα.

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε. Δεν του απάντησαν.

«Αποκλείεται να είσαι κυβερνητικός. Δε βλέπω σήμα.»

«Με έστειλε η Παλιά Φρουρά. Ήρθα από την Παστή Έρημο για να σε βρω, αφού περιέλαβα έναν προδότη.»

«Αποκλείεται να ανήκεις στην Παλιά Φρουρά. Η Κυβέρνηση τους σκότωσε όλους και όσους δεν σκότωσε, τους εξόρισε με τιποτένια χωριουδάκια σαν αυτό.»

«Δεν είπα ότι ανήκω σε αυτούς. Παίρνω εκδίκηση για αυτούς από τον τάφο.»

Ο κάπελας πισωπάτησε και έκανε νόημα στο μικρό, που κοιτούσε τρομοκρατημένος το θέαμα. Ο έφηβος γλίστρησε αθόρυβα από την άλλη μεριά του πάγκου και έβγαλε μια παλιά, καλολαδωμένη δίκαννη καραμπίνα από την κρυψώνα της. Την ακούμπησε στο ανοιχτό χέρι του κάπελα.

«Αν ήθελες να με σκοτώσεις, το κατάφερες. Με έκανες να χάσω την κάλυψή μου. Ζούσα μισή δεκαετία εδώ, χωρίς να έχω βλάψει κανένα και χωρίς κανείς να με υποψιαστεί. Ήμουν ένας από εσάς. Τώρα είμαι απλά ένας Ιαγουάρος.»

«Λυπάμαι για αυτό. Αλλά πρέπει να πληρώσεις.»

«Κάνε μου τη χάρη και τελείωνε. Δεν έχω χρόνο για μελοδραματισμούς.»

«Πέσε κάτω, γιατρέ!» φώναξε ο κάπελας, καθώς τράβηξε τους κόκορες της καραμπίνας και έριξε. Ο ξένος χτυπήθηκε κατάστηθα και έπεσε προς τα πίσω. Ο γιατρός σήκωσε το μαχαίρι του, ορμώντας προς τον ξένο, ώστε να τον αποτελειώσει.

Ο κάπελας πρόλαβε να δει το γιατρό να ορμά, με τη λεπίδα να σφυρίζει καθώς έσκιζε τον αέρα προς τον χτυπημένο άντρα. Είδε τη λάμα να κατεβαίνει και να σκίζει το πανωφόρι του, να σκίζει τη σάρκα του. Ήταν απίθανα κοφτερή και ένιωσε αναγούλα, βλέποντας το αίμα να κυλά γύρω από τις αιχμές. Για μια στιγμή, ήταν σίγουρος ότι ο γιατρός θα έκοβε το χέρι του ξένου.

Τινάχτηκε πίσω, όταν άκουσε τον κρότο του πυροβολισμού. Ο γιατρός τινάχτηκε στον αέρα για μια στιγμή και κατρακύλησε πίσω, κρατώντας το στομάχι του, διπλωμένος στα δύο. Είδε τον ξένο να σηκώνεται, με ένα μεγάλο, κατάλευκο λεκέ στο καφτάνι του, εκεί που τον είχε πυροβολήσει, με τις κάννες των περιστρόφων του καπνισμένες.

Δεν τον είδα να τραβάει το άλλο περίστροφο. Αποκλείεται να μην τον είδα. Πώς στο διάολο το έκανε; Πώς πρόλαβε να ρίξει, όταν του έκοβε το χέρι;

Ο ξένος έριξε μια ματιά στον κάπελα και μετά πλησίασε τον γιατρό, που αιμορραγούσε με μια τρύπα στο στομάχι του. Τον γύρισε ανάσκελα με τη μπότα του, σα να ήταν ψόφια χελώνα. Ο γιατρός άρχισε να ψελλίζει κάτι πάλι στα ακαταλαβίστικα:

«Στο δωμάτιο μου…στον πάνω όροφο. Έχω έναν πολυγράφο και ένα σημειωματάριο. Σε παρακαλώ… πάρ’ τα από εκεί. Μην τους αφήσεις να μάθουν ποιος ήμουν πραγματικά… δε θέλω να… πεθάνω και να νομίζουν ότι τους είχα προδώσει…»

Ο ξένος άκουσε τον γιατρό προσεκτικά και ύστερα τον πυροβόλησε και πάλι με τα περίστροφά του. Μία σφαίρα στο στήθος και μία ανάμεσα στα μάτια. Ο γιατρός σταμάτησε να σφαδάζει. Ο κάπελας έτρεμε ολόκληρος.

«Σου… σου έριξα εξ’ επαφής… πώς στέκεσαι όρθιος;» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει.

Ο ξένος κοίταξε το λεκέ στο στήθος του και χαμογέλασε. Τα μάτια του παρέμειναν ανέκφραστα.

«Την επόμενη φορά που θελήσεις να ξαπλώσεις κάποιον κάτω μια και καλή, χρησιμοποίησε φυσίγγια.» πλησίασε τον πάγκο και του άφησε ένα χτυπημένο, μαυρισμένο δολάριο. «Το χοντρό αλάτι είναι για κοριτσάκια.»

Ο ξένος γύρισε την πλάτη του στον κάπελα και έφυγε. Στο δωμάτιο του πάνω ορόφου, ο ξερός αέρας της ερήμου έκανε τις σελίδες του ημερολογίου ενός νεκρού άντρα να θροΐσουν, απαγγέλλοντας σιωπηλά τα εγκλήματά του. Νόμιζε ότι είχε αφεθεί στην τελευταία σελίδα, αλλά ενστερνίστηκε με χαρά τις αμαρτίες του πάλι στην πρώτη. Ο άντρας που πέθανε εκείνη τη μέρα ήταν Ιαγουάρος των Βας’ίιρι, με το τομάρι του ερπετού που κάποτε φορούσε νεκρό και άχρηστο στο ξύλινο δάπεδο του ισογείου. Ο γιατρός, που είχε πετάξει από πάνω του το βάρος των νεκρών παιδιών, των αβοήθητων γυναικών και των πτωμάτων που σάπιζαν μέσα σε πηγάδια, χάθηκε, έτσι απλά.

Post a Comment