Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

O Νέος Μουσικός της Αυλής


Ο Νέος Μουσικός της Αυλής

Μια φορά και έναν καιρό, όταν οι άνθρωποι μάθαιναν ακόμη τον κόσμο και απέδιδαν πολλές απαντήσεις των ερωτήσεών τους στους θεούς, υπήρχε στο Νότο μία Αυλή μοναδική σαν κάθε άλλη σε εκείνους τους καιρούς.
Και η Αυλή αυτή αποτελούνταν από μουσικούς, γενεές επί γενεών που σπούδαζαν, έπαιζαν και έγραφαν, απήγγειλαν και εφηύραν, επινοούσαν και ανακάλυπταν τη μαγεία του ήχου. Για κάθε αυτί στον κόσμο, υπήρχε η κατάλληλη μουσική και κάθε ήχος που θα μπορούσε να επινοήσει άνθρωπος εδώ μπορούσε να υφανθεί σε μία υπέροχη συμφωνία.
Τον καιρό της ιστορίας μας, ηγέτης της Αυλής είχε εκλεγεί ένας άνδρας από τη Δύση, εξαίρετος στο λαγούτο, ικανός να κάνει ακόμη και τα θηρία να υποκλιθούν μπροστά του και τις πέτρες να χορέψουν γύρω του, όταν χτυπούσε τις χορδές. Και ο βασιλιάς αυτός έθεσε ένα διαγωνισμό, μεθυσμένος καθώς ήταν ένα βράδυ, να δώσει το θρόνο σε αυτόν που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει στη μουσική τέχνη.
Όταν ο βασιλιάς συνήλθε την επόμενη ημέρα, αντίκρισε στην πόρτα του παλατιού του, ανάμεσα στις δαμασκηνιές και στους φοίνικες, μουσικούς, ποιητές και αοιδούς, τροβαδούρους, βάρδους και ιμάμηδες, ιερείς και άλλους μουσικούς, με όργανα και τέχνες τέτοιες που δεν είχε ποτέ του ακουστά. Τόσοι πολλοί είχαν έρθει, που το παλάτι του έσφυζε και όταν τους κάλεσε στο μεγαλύτερο αμφιθέατρο του παλατιού του-που κανονικά χωρούσε ολόκληρο στρατό-και πάλι περίσσευαν ή ασφυκτιούσαν.
Ο αυθέντης της Αυλής των Μουσικών ένιωσε να τον τσακίζει το αποτέλεσμα της απρονοησίας του, έχοντας καλέσει ένα τέτοιο πλήθος για μία υπόσχεση που έδωσε ασυναίσθητα.
Η Σαΐμε τον πλησίασε τότε, που ήταν η καλύτερη φλαουτίστρια και σαν αποτέλεσμα, συμβουλάτοράς του, λέγοντάς του:
«Άρχοντα και αυθέντη μου, γιατί απελπίζεσαι αυτή την ώρα; Φοβάσαι μήπως αυτό το πλήθος που βρυχάται σα πληγωμένο λιοντάρι, αποτελούμενο από ανθρώπους που νομίζουν πως θα σε ξεπεράσουν;»
«Δεν είναι το πλήθος που φοβάμαι, αγαπημένη μου, αλλά τον ένα σε αυτό το πλήθος που θα είναι καλύτερος από εμένα. Οι φρουροί μου είπαν πως έρχονται και άλλοι μουσικοί, αν και με μικρότερη συχνότητα προς τα εδώ. Και όλοι παρασυρμένοι από την απροσεξία μου»
«Στάσου λοιπόν δυνατός μπροστά τους, άρχοντά μου, άκουσε τη μουσική που θα παίξουν για εσένα με τα όργανά τους, πάρε ανάμεσά τούς τους καλύτερους, αλλά μην απελπίζεσαι. Γιατί κάποιος που θα μπορεί να σε ξεπεράσει, δεν θα ανήκει στο πλήθος. Ούτε αυτό μα ούτε σε κανένα άλλο»
«Σοφή μου Σαΐμέ, ο λόγος σου με ηρεμεί, αλλά δε με ησυχάζει. Δε μπορώ να αντιμετωπίσω το πλήθος μόνος μου, όχι τώρα, όταν ο φόβος με αποπροσανατολίζει από τη μουσική που θα ακούσω. Πάρε μαζί σου τον Κίτζι και τον Έβεμ, ώστε να κρίνετε οι ίδιοι τους μουσικούς, αλλά μη δείξετε έλεος σε εμένα»
«Όπως επιθυμείς, βασιλιά μου»
Έτσι λοιπόν και έγινε, καθώς ο βασιλιάς για τριάντα μέρες άκουσε κάθε μουσικό, είδε τον καθένα τους να παρουσιάζει σε αυτόν το έργο του με νέους και περίεργους τρόπους.
Είδε μία μουσικό από μία χώρα χαμένη στο Βορά, να παίζει ένα βούκινο φτιαγμένο από τους χαυλιόδοντες ενός τριχωτού παχύδερμου της πατρίδας της. Είδε δερβίσηδες να τραγουδούν με τα χείλη τους κλειστά, παράγοντας μουσική από τα μακριά τους μανίκια καθώς ο ήχος έμπαινε και έβγαινε ανάμεσά τους, ομοιάζοντας φλάουτα. Άκουσε μουσική από μία άρπα που είχε χορδές από μετάξι και το στέλεχός της ήταν σκαλισμένα κόκαλα ενός άγνωστου πτηνού που τρεφόταν με καρχαρίες και φτερά ίσα με μία γαλέρα σαν άνοιγαν.
Ακολούθησαν άνδρες με ξυρισμένα κεφάλια και μακριά μούσια που του έδειξαν τους δικούς τους τραγουδιστές, πουλιά από χαλκό και χρυσό με μεταλλικά λαρύγγια που έπαιζαν τέλεια κάθε τραγούδι που τους ονομάτιζαν ή μιμούνταν οποιοδήποτε ήχο της φύσης.
Μάγοι από τη Δύση συνέθεσαν μουσική με τον ήχο των κεραυνών από μία καταιγίδα που κάλεσαν πάνω από την Αυλή, σε μία ημέρα που ούτε σύννεφο δε σημάδευε τον ουρανό. Μουσικοί από τις έρημους στο Νότο δημιούργησαν μουσική από τους ίδιους του παλμούς της καρδιάς τους και ένας αοιδός που τραγουδούσε με εκατό διαφορετικές φωνές τους απήγγειλε ένα ολόκληρο έπος.
Αλλά αν και αρκετοί από αυτούς μπήκαν στην Αυλή, κανείς δεν έφτανε το βασιλιά. Και όταν οι συγκεντρωμένοι διαμαρτυρήθηκαν, τότε πήρε το λαγούτο του και έπαιξε, κάνοντας τους πάντες να σωπάσουν με την ομορφιά του ήχου του. Ακόμη και τα κλαριά έδωσαν καρπούς, αν και ήταν ακόμη στο φθινόπωρο, και τα ζώα σώπασαν αμέσως.
Όταν και οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν, ο βασιλιάς τους είδε να απομακρύνονται, πεζοί ή με κάρα, άλλοι με περίεργες εφευρέσεις που πετούσαν και μερικοί καβάλα σε περίεργα υποζύγια που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Οι πιο ονομαστοί μουσικοί είχαν φύγει, αδυνατώντας να νικήσουν τον αυθέντη της Αυλής, όμως, αν και αήττητος, δεν ένιωθε σιγουριά. Ένιωθε φόβο και ανησυχία, γιατί διαπίστωσε ότι ένιωθε την ίδια μοναξιά η οποία ταλάνιζε τον προκάτοχό του.
Παραξενεύτηκε τότε, όταν ο προκάτοχός του άφησε τον θρόνο του χαμογελώντας, ηττημένος από κάποιον καλύτερο από αυτόν, αλλά τώρα καταλάβαινε επιτέλους τις σκέψεις του. Τρόμαξε. Θα περνούσε λοιπόν για πάντα τις ημέρες του στη μοναξιά της απόλυτης υπεροχής; Η σκέψη τον τρόμαζε, επειδή διαπίστωνε την αλλαγή στα βλέμματα των αυλικών του, που διαπίστωναν ότι κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τον ξεπεράσει.

Τα χρόνια λοιπόν πέρασαν και ο διαγωνισμός έγινε ένα παλιό γεγονός, αλλά δεν ξεχάστηκε. Γιατί οι μουσικοί που επέστρεψαν στις χώρες τους αφηγήθηκαν τις ιστορίες στους συντοπίτες τους, φέρνοντας και άλλους στην Αυλή.
Ο βασιλιάς θα άκουγε τις ακροάσεις των κατά καιρούς επισκεπτών, προτού τους αποστομώσει με τη μαεστρία του, όμως αυτό απλώς τον έκανε πιο κλειστό και λυπημένο. Η Αυλή των Μουσικών είχε πια γίνει πολυπόθητη και ο άρχοντάς της, τότε πια κουρασμένος με κάτασπρα μαλλιά, συνέχιζε να είναι απαράμιλλος αν και λιγομίλητος.
Και τα χρόνια πέρασαν, ώσπου έφτασε πια να είναι τόσο γερασμένος που σχεδόν δε μπορούσε να περπατήσει, αλλά συνέχιζε να μην έχει εταίρο. Ώσπου το σώμα του πια αδυνατούσε να κρατήσει το πνεύμα του στον κόσμο. Και για αυτόν, ο κόσμος έγινε γκρίζος, οι αισθήσεις του τον πρόδιδαν, τα χέρια του έτρεμαν και δε μπορούσαν καν να πιάσουν το λαγούτο. Τα μάτια του αδυνατούσαν να εστιάσουν και σταδιακά απομακρυνόταν από τους υπηκόους του, ανίκανος να ακούσει το τραγούδι τους.
Στις τελευταίες του λοιπόν στιγμές, καθώς κείτονταν στο κρεβάτι του, στοιχισμένος από τη Σαΐμε και τους άλλους ευγενείς, άκουσε έξω τις φωνές και τα τραγούδια των μουσικών που είχαν έρθει να παραστούν στην κηδεία του Βασιλιά της Μουσικής. Αλλά αντί να νιώσει χαρά ή συγκίνηση, σφύριξε μέσα από τα δόντια του:
«Όρνια! Έρχεστε να φάτε τις σάρκες από το κουφάρι μου; Ήρθατε μήπως να δείξετε τη μουσική υπεροχή σας απέναντι μου τώρα που δε μπορώ καν να παίξω; Διώξτε τους κλοτσηδόν έξω!»
«Δάσκαλε» του είπε η Σαΐμε «αυτοί εδώ ήρθαν από κάθε μεριά του κόσμου, για να δώσουν τα σέβη τους στο Βασιλιά της Αυλής των Μουσικών. Γιατί στα χρόνια σου, από μία επιπόλαιη φράση, έγινες θρύλος, εμπνέοντας τους ανθρώπους στη μουσική, κάνοντας την Αυλή σου πιο μεγαλόπρεπη από ποτέ! Δεν ήρθαν να πάρουν το θρόνο σου, αλλά να θρηνήσουν την απώλειά σου!»
«Γιατί ποτέ δε θα υπάρξει κανείς καλύτερος από εμένα…» ψιθύρισε, απευθύνοντας την επιθανάτια ευχή του σε όποιον θα τον άκουγε.
Και σαν απάντηση, από το όριο του ορίζοντα, ήρθε η Μουσική.
Και την ονομάζουν Μουσική, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να την αντιληφθείς αλλιώς. Ήταν μία μελωδία που έμοιαζε να αντλεί την ουσία της από το οτιδήποτε, απέραντη σαν τη νύχτα, παιχνιδιάρικη σαν τον άνεμο, παθιασμένη σαν τη φωτιά, σίγουρη σαν τη γη. Ήταν μία μελωδία που έκανε τα πάντα να την αναγνωρίσουν, ακόμη και τους θεούς να κλίνουν τα κεφάλια της στο άκουσμά της.
Ο φλαουτίστας μπήκε στην πόλη, βήμα αργό και σίγουρα, σαν κάθε κίνησή του να πατούσε στο μεγαλύτερο ιστό της Μοίρας. Οι συγκεντρωμένοι παραμέρισαν, ανίκανοι να σταθούν στο δρόμο του μουσικού με το πάλλευκο δέρμα και τα μάτια που ήταν βαθιά σαν τον πυθμένα της θάλασσας, διάστικτα με αστέρια. Πέρασε από το πλήθος και έφτασε στο παράθυρο του βασιλιά.
Το σώμα του ξανάνιωσε και η αναπνοή που πήρε τον τίναξε, μία εκκένωση, σαν την πρώτη του όταν ήρθε στον κόσμο. Τα χέρια του απέκτησαν τη σιγουριά της νιότης, τα μάτια του πλημμύρισαν με τα χίλια χρώματα του κόσμου, τα αυτιά του άκουσαν ακόμη και τον ομαδικό χτύπο των καρδιών των συγκεντρωμένων, συγχρονισμένο με τη Μουσική.
Σηκώθηκε και ζήτησε το λαγούτο του. Κατέβηκε από τα σκαλιά του παλατιού του, κλαίγοντας, κοιτώντας τον νέο με τα γεροντικά μάτια.
«Σε ευχαριστώ» είπε. Σε απάντηση, ο μουσικός του έδωσε ένα σύντομο βλέμμα γεμάτο νόημα, σαν κάθε μυστικό στον κόσμο να είχε απάντηση εκεί.
Χτύπησε τις χορδές και οι Μουσικές τους έγιναν ένα, καθώς απομακρύνονταν με σίγουρο βήμα προς τον ορίζοντα, λίγο προτού γίνουν μία μικρή κουκίδα στον κατακόκκινο δίσκο του ήλιου.
Ο νέος μουσικός της Αυλής χαμογέλασε για πρώτη φορά στη ζωή του και πήρε το βασιλιά από το χέρι, προτού σβήσουν από τον κόσμο.

Post a Comment

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Οι δύο σιδηρουργοί

Πολλά χρόνια πριν, τον καιρό που ακόμη βρίσκαμε λύσεις μόνο στον πόλεμο και ο λόγος είχε δώσει τη θέση του στη βία, όταν η κόψη του σπαθιού μετρούσε περισσότερο από αυτή της γλώσσας, στη Χώρα των Καλαμώνων, όπου ο ήλιος ανατέλλει πρώτα και οι αγροί παίρνουν το απαλό χρώμα του ηλιοβασιλέματος στο πρώτο φως, οι κερασιές έχουν το χρώμα του από καιρού παλιωμένου αίματος, που χύνεται για ιδανικά και αρχές γύρω από το σπαθί, εκτυλίσσεται αυτή η ιστορία.
Σε αυτό τον τόπο, όταν ήταν χωρισμένος σε επαρχίες που πολεμούσαν, θυσιάζοντας τη νιότη τους για μια πιθαμή γης, με προσωρινές συμμαχίες και προδοσία, ξεκινά αυτό το ταξίδι. Εκεί, στις βορινότερες εκείνες περιοχές, μέσα στους ορυζώνες, ένας άνδρας μοχθούσε για να ζήσει. Δεν είχε επιλέξει αυτό το επάγγελμα, που του είχε δοθεί από τον πατέρα του και από τους προγόνους του, αλλά ούτε και ένιωθε ευγνώμων για αυτό. Ζούσε μία δύσκολη ζωή, ασκώντας κάτι που δεν είχε επιλέξει και κάτι τέτοιο, για έναν άνθρωπο, μπορεί να είναι χειρότερο και από τη σκλαβιά.
Καθώς λοιπόν γύριζε στην καλύβα του, ο άνδρας είδε μία μικρή αλεπού, που έτρεχε αλαφιασμένη στους θάμνους. Γρήγορη σαν βέλος, μία κόκκινη θολούρα, σταμάτησε μπροστά του, καθώς της έκλεινε τον δρόμο. Γύμνωσε τα δόντια της να τον απειλήσει, όταν από μακριά αντήχησε ο καλπασμός αλόγων. Ήταν το κυνήγι του νταϊμύο, που ερχόταν, με σκυλιά και τόξα, να την πιάσει. Προτού σκεφτεί τι έκανε, ο χωρικός έκανε στην άκρη και η αλεπού έπεσε μέσα στους θάμνους. Ένα μόνο θρόισμα απέμεινε που δήλωσε την παρουσία της, πριν χάσει κάθε ίχνος της.
Τα μυώδη και δυνατά άλογα των κυνηγών έκαναν έναν κύκλο γύρω από τον άνδρα, τινάζοντας τις χαίτες τους. Τα σκυλιά γρύλιζαν και γάβγιζαν το ένα στο άλλο, σαν να προσπαθούσαν να βρουν τον υπαίτιο της αποτυχίας αυτής και ο νταϊμύο κοίταξε τον χωρικό, με μάτια σαν χάντρες, που έλαμπαν από θυμό και λαιμαργία.
«Εσύ!» βροντοφώναξε «είδες εδώ γύρω μία αλεπού; Επειδή θέλω για το τρίχωμά της, αλλά την έχασα! Είδες κάτι;»
Ο χωρικός παρέμεινε σιωπηλός, κρύβοντας το πρόσωπό του πίσω από τις σκιές του ψάθινου καπέλου του. Το πρωτοπαλίκαρο του φεουδάρχη, εκνευρισμένος από αυτή την πρωτοφανή έλλειψη σεβασμού, τράβηξε το σπαθί του και το έφερε κάτω, κόβοντας το καπέλο και σταματώντας μια ανάσα πριν να ανοίξει το κεφάλι του. Όταν ο απόηχος του σπαθιού έσβησε, το καπέλο έπεσε κάτω, αλλά ο χωρικός παρέμεινε σιωπηλός.
«Μάλλον είναι μουγκός, άρχοντά μου. Αλλιώς δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος χωρικός με την καρδιά να μη μιλήσει μετά από αυτό» γρύλισε ο σπαθοφόρος.
Τα μάτια του φεουδάρχη στένεψαν και έφτυσε στα πόδια του χωρικού γυρνώντας την πλάτη.
«Ας φύγουμε από εδώ. Υπάρχει καλύτερο κυνήγι αλλού»
Και σαν ένας, ο όχλος έφυγε, γαβγίζοντας και φωνάζοντας, για να ξεσπάσουν ενάντια σε κάθε τι που βρισκόταν στο διάβα τους, σαν άμυαλα δαιμόνια.
«Μπορείς να βγεις τώρα» είπε ο άνδρας, κοιτώντας τους θάμνους, όπου τα λαμπερά μάτια της αλεπούς τον κοιτούσαν με τη σοφία ενός πονηρού πλάσματος σαν αυτό που ήταν, υπολογίζοντας ακόμη και τον ρυθμό της ανάσας του. Βγήκε έξω και κάθισε μπροστά του. Όταν άνοιξε το στόμα της, μίλησε με ανθρώπινη φωνή.
«Βοήθησες ένα πνεύμα αλεπού, έναν γελωτοποιό και ταραξία ακόμη και ανάμεσα στα πνεύματα. Εσύ, πού είσαι χωρικός, πριν από όλους, θα έπρεπε να με είχες προδώσει»
«Θεωρώ ότι εσύ, πριν από κάθε άλλο, θα αναγνωρίζεις την χαρά της ελευθερίας. Επειδή ό,τι κάνεις, είναι δική σου επιλογή, κάτι που δεν έχω εγώ. Δεν έχω κανέναν λόγο να βοηθήσω αυτόν που θα υπηρετώ άθελά μου για όση ζωή μου μένει…»
Η αλεπού έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά χαμογέλασε, τα μάτια της αλλάζοντας στο χρώμα του αχάτη.
«Για αυτή σου λοιπόν την πράξη, αλλά πιο πολύ για την ειλικρίνειά σου, θα σε ανταμείψω. Επειδή δεν βλέπω συχνά ειλικρινείς ανθρώπους στον καιρό μου» και με αυτά τα λόγια, χάθηκε στους θάμνους, για να επιστρέψει μετά από λίγο, κρατώντας στα δόντια της ένα πουγκί και ένα σφυράκι, λίγο μεγαλύτερο από μία παλάμη. Τα απόθεσε στα πόδια του και ύστερα κάθισε, σταυρώνοντας τα μπροστινά της πόδια σαν άνθρωπος.
«Το πουγκί περιέχει μέσα τόσα χρήματα, αρκετά για να αγοράσεις όχι μόνο τον τίτλο του σαμουράι, αλλά και τη γη από τον φεουδάρχη και αφέντη σου. Το σφυρί θα σε κάνει με τη σειρά του ονομαστό στην τέχνη που θα επιλέξεις, αλλά θα έχεις ελάχιστο χρηματικό κέρδος από αυτό. Μπορείς να πάρεις μόνο ένα»
Ο χωρικός έξυσε το κεφάλι του, υπολογίζοντας τις επιλογές του. Το πουγκί είχε τόσα χρήματα που θα τον έκαναν φεουδάρχη, κύριο χιλίων εκταρίων γης. Θα έριχνε τον νταϊμύο στους ορυζώνες, και το δικό του πρωτοπαλίκαρο θα έκοβε στα δύο το καπέλο του. Θα είχε τρεις γυναίκες και θα ζούσε βουτηγμένος στα πλούτη.
Αλλά το σφυρί θα του έδινε θρυλική ικανότητα σε μία τέχνη που θα διάλεγε. Θα γινόταν ονομαστός και θα θυμούνταν το όνομά του χάρη σε αυτό. Εκεί που τα πλούτη δε θα έφταναν, θα ακουγόταν το όνομά του και όταν θα πέθαινε, θα γινόταν τραγούδι, αντί να περνά μόνος του την κρύα μεταθανάτια ζωή του.
«Θα πάρω το σφυρί» είπε και σε απόκριση η αλεπού χαμογέλασε.
«Πρωτότυπη η επιλογή σου, χωρικέ. Σπάνια βλέπω κάποιον που να μοιράζεται τη ζωή σου και να μην είναι κοντόφθαλμος. Μην ξεχνάς όμως, την ιδιαιτερότητα του δώρου μου. Θα γίνεις ξακουστός, αλλά μόνο σε μία τέχνη που θα επιλέξεις. Μην χαραμίσεις αυτή την επιλογή»
«Θα το λάβω σοβαρά υπόψη μου, γελωτοποιέ. Σε ευχαριστώ»
«Με ευχαριστείς; Δεν υπάρχει τίποτα για να με ευχαριστήσεις, άνθρωπε. Μπορεί να τα πούμε και πάλι, αλλά τότε θα σου έχω ρημάξει την αποθήκη, ή θα σου έχω σκορπίσει τις κότες. Δεν θα με ευχαριστείς τότε»
«Αλλά ούτε και θα σου κρατώ κακία. Είναι οι επιλογές μας»
Η αλεπού κάθισε κάτω, και με ένα σάλτο, είχε χαθεί, εξίσου απότομα όπως είχε εμφανιστεί, παίρνοντας το πουγκί μαζί της. Και ο άνδρας κοίταξε το σφυρί, που ήταν ένα κομψοτέχνημα, αλλά στο μέγεθος παιχνιδιού για μωρά, παρά για τα δικά του, τεράστια χέρια. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι μπορεί η αλεπού να τον ξεγέλασε, αλλά αποφάσισε να δοκιμάσει προτού καταλήξει σε συμπεράσματα.
Έτσι λοιπόν, έφτασε στο χωριό του, και αντίκρισε τη δημοσιά, γεμάτη με κόσμο, που έτρεχαν και περπατούσαν, γελούσαν και φώναζαν, τα παιδιά μικροί φάροι ξενοιασιάς μέσα στη θάλασσα των ανησυχιών των ενηλίκων. Χτίστες έστηναν ένα καινούριο σπίτι, ξεφυσώντας και φωνάζοντας εντολές, ανταλλάσσοντας βρισιές και κοφτές συζητήσεις. Ο χωρικός σκέφτηκε για λίγο να ακολουθήσει το δρόμο του χτίστη, αλλά άλλαξε τη γνώμη του. Δεν υπήρχε κάτι για να ξεχωρίσεις σαν χτίστης και ήξερε ότι περίμενε περισσότερα από τη ζωή του από το να χτίζει παγόδες και μέρη για να μένουν οι πολέμαρχοι και οι φεουδάρχες.
Συνέχισε λοιπόν τον δρόμο του, προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι που θα του ταίριαζε, όταν από την άλλη πλευρά, ήρθε στα αυτιά του η κλαγγή του μετάλλου. Γύρισε τα μάτια του και είδε τότε τα καμίνια του σιδηρουργείου να βρυχώνται, και ο οπλουργός, μαζί με έναν νεαρό μαθητή του, να τραβά από την φλόγα μία λεπίδα, ακόμη κόκκινη σαν αίμα και να την ακουμπούν στο πέτρινο αμόνι. Έφερε το σφυρί του πάνω στο μέταλλο, στέλνοντας σπίθες σε κάθε κατεύθυνση, που φώτισαν το πρόσωπό του, ένας χορός από χίλια παιχνιδιάρικα πνεύματα, προτού χαθούν. Και κάθε χτύπημα είχε τον δικό του ήχο, κάθε ένα μετέφερε ένα μέρος των γνώσεων και της ψυχής του οπλουργού στο μέταλλο.
Όταν τελικά ξεδίψασαν τη λάμα σε έναν κουβά με νερό, ο άνδρας φάνηκε πως άκουσε το κλάμα ενός νεογέννητου, σαν το σπαθί να έπαιρνε την πρώτη του ανάσα, περνώντας από τον κόσμο των ιδεών στην τωρινή του μορφή. Έδεσαν το σπαθί με τη λαβή και ο άνδρας που περίμενε πιο πέρα, ο αγοραστής του σπαθιού, το σήκωσε στον αέρα, δοκιμάζοντας μερικές προσποιήσεις. Και η κόψη του σπαθιού είχε το χρώμα του ασημιού, οι ρευστές του κινήσεις του έδιναν μία απόκοσμη χάρη. Στα μάτια του άνδρα, το σπαθί αυτό ενσωμάτωνε το τι ήθελε να γίνει, τι κάθε άνθρωπος όφειλε να γίνει. Το αποτέλεσμα των ονείρων του.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, παρουσιάστηκε στον οπλουργό.
«Θέλω να δουλέψω εδώ»
Ο οπλουργός γέλασε, χτυπώντας την κοιλιά του.
«Εσύ; Δεν παραείσαι μεγάλος για τέτοια πράγματα;»
«Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ!»
«Δεν είναι εύκολη δουλειά και εσύ φαίνεται να μην ξέρεις από τέτοια! Έχεις χέρια και στάση αγρότη!»
«Δοκίμασέ με, τότε! Και αν αποτύχω, θα φύγω και δεν θα με δεις πια!»
Ο σιδηρουργός τότε έκανε νόημα στον μαθητή του, και η φωτιά βρυχήθηκε, έτοιμη να σμιλεύσει και πάλι. Πήρε ένα κομμάτι από ατσάλι και το έδειξε στον χωρικό.
«Για να σε δω λοιπόν!»
Πήρε το μέταλλο και το έβαλε στη φωτιά, μιμούμενος την κίνηση που είχε δει από τον δρόμο. Σταδιακά, το ατσάλι έγινε κόκκινο, και ένιωσε τη θερμότητα να σκαρφαλώνει, μυριάδες μικρά ερπετά που ζητούσαν να δαγκώσουν τα χέρια του. Τράβηξε το μέταλλο, και πήρε το σφυρί που του είχε δώσει το πνεύμα, αλλά δεν έδωσε σημασία στα πειράγματα και στα γέλια του οπλουργού και του μαθητή του. Χτύπησε το μέταλλο, και άκουσε την πρώτη του νότα να βγαίνει, πλαισιωμένη με γαλάζιες σπίθες, ενώ η επιφάνεια της λεπίδας κυμάτισε, σαν την ταραγμένη επιφάνεια μιας λίμνης. Χτύπησε και πάλι, ακόμη πιο σίγουρος, νιώθοντας το εργαλείο του να συμπληρώνει τις κινήσεις του, ώσπου πια κινούνταν με χάρη τέτοια και σιγουριά που το όπλο έπαιρνε μορφή όπως το φανταζόταν.
Όταν τελείωσε, και έβγαλε την κρύα λεπίδα από το νερό, ο οπλουργός είχε μείνει άφωνος.
«Λοιπόν; Είναι αρκετά καλό;»
«Μα την πίστη μου, καλό δεν είναι αρκετό να το περιγράψω! Πού έμαθες να φτιάχνεις τέτοια όπλα;»
«Δεν έμαθα. Ανακαλύπτω»
Ο οπλουργός σήκωσε το φρύδι του και γέλασε.
«Προσλαμβάνεσαι, λοιπόν! Αλλά πες μου το όνομά σου, γιατί δεν κάνει να σε προσφωνώ μόνο αφέντη!»
«Με λένε Μασαμούν»

Στην άλλη πλευρά του νησιού ένας άλλος άνδρας έτρεχε ανάμεσα στις καλαμιές, αλλά δεν ήταν γιατί δούλευε εκεί. Ζητούσε να ξεφύγει, καθώς τον κυνηγούσαν, ώστε να τον τιμωρήσουν για μια δολοφονία που είχε διαπράξει.
Ο φυγάς είχε σχεδόν ξεχάσει ο όνομα όποιου είχε σκοτώσει. Στα χρόνια του, είχε διαπράξει περισσότερες ατιμίες από όσες δέκα άνθρωποι μαζί και είχε σκοτώσει άλλους, τόσο στον πόλεμο, όσο και έξω από αυτόν. Για αυτόν το σπαθί ήταν ένα μέτρο υπεροχής και δύναμης, μετρώντας την αξία του στην κόψη του και όχι σε αυτό που κρυβόταν πίσω του.
Διέσχιζε τρέχοντας τον αγρό, ακούγοντας τους διώκτες του, συγγενείς του θύματός του, να τον αναζητούν. Ένας πετάχτηκε μπροστά του, ένα παιδαρέλι το πολύ στην εφηβεία και του έκοψε τον λαιμό, προτού καν αντιδράσει, μουσκεύοντας το χώμα με το αίμα του. Πλησίασε για να του αρπάξει τα υπάρχοντα, όταν πρόβαλε ένα φίδι, με πράσινες φολίδες και μάτια που έλαμπαν με μία κακία αρχαιότερη από τη δική του.
«Με ξεδίψασες» σφύριξε το φίδι με φωνή ανθρώπινη «με κάτι που δύσκολα πια βρίσκω. Μου έδωσες το αίμα ενός νεαρού ανθρώπου που δεν είχε πάρει ακόμη ζωή και αυτό είναι σπάνιο τρόπαιο για εμένα. Και για αυτή σου τη χάρη, ζητώ να σε ανταμείψω, άνθρωπε»
«Τι μπορείς να μου προσφέρεις λοιπόν, φίδι, που να αξίζει τον κόπο; Γιατί με καθυστερείς και αν με πιάσουν, θα γυρίσω από την κόλαση να σε στοιχειώσω!»
«Δεν θα σε βρουν. Το αίμα του νεαρού θα καλύψει εμάς τους δύο και όταν θα μπορούν να σε δουν πάλι, θα έχει ανατείλει η επόμενη μέρα»
Ο άνδρας θηκάρωσε το σπαθί του και κάθισε κάτω.
«Σε ακούω, τι δώρα είναι αυτά;»
Το φίδι σύρθηκε πίσω, με τη γλώσσα του να προβάλλει, και χάθηκε. Όταν γύρισε, έφερνε στο στόμα του ένα μαργαριτάρι τέλειο, στο μέγεθος ανθρώπινης γροθιάς και έσερνε πίσω του μία ξεραμένη ανθρώπινη καρδιά. Τα απόθεσε μπροστά του.
«Το μαργαριτάρι θα σε κάνει πάμπλουτο, καθώς η αξία του δε μετριέται ούτε σε ανθρώπινες ζωές. Αλλά η καρδιά θα μεταφέρει την πρόθεσή σου σε όποιο σπαθί δημιουργήσεις, επειδή βλέπω στα μάτια σου το βλέμμα του δολοφόνου και τα ρούχα σου μυρίζουν αίμα πολύ παλιότερο από αυτό του νεαρού. Αν βάλεις την καρδιά σε μια φωτιά και σε αυτή σφυρηλατήσεις ένα σπαθί, η λάμα θα γίνει αυτό που επιθυμείς»
Ο φυγάς σκέφτηκε λοιπόν. Το μαργαριτάρι (που είχε κλέψει πολλά για να είναι σε θέση να τα εκτιμήσει) ήταν στα αλήθεια ανεκτίμητο και θα μπορούσε να εξαγοράσει την αθώωσή του. Θα ζούσε άρχοντας, πλαισιωμένος από άλλους υπηρέτες, όμως αυτή η ζωή, που θα τον απάλλασσε από εχθρούς, απλώς θα του έδινε νέους, που δε θα έφτανε το σπαθί για να τους νικήσει. Αλλά η καρδιά του φαινόταν ανεκτίμητο απόκτημα. Γιατί αν έλεγε αλήθεια το φίδι, τότε θα μπορούσε να φτιάξει σπαθιά που θα ήταν τέλειες φονικές μηχανές, ικανά να τον κάνουν πιο ξακουστό και από τον Μουσάσι!
Πήρε λοιπόν την καρδιά και την έχωσε μέσα στον μανδύα του.
«Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να σε ευχαριστήσω ή να σε κόψω στα δύο, φίδι…»
«Κάνε όπως επιθυμείς. Αλλά να ξέρεις, ότι θα φτάσει η μέρα να εισπράξω την πληρωμή μου»
Ο άνδρας γέλασε, και έφυγε, απαρατήρητος από τους διώκτες του. Σταμάτησε στην κοντινότερη πόλη και εκεί έπιασε δουλειά σαν σιδηρουργός, θέλοντας να δοκιμάσει το απόκτημά του. Όταν λοιπόν οι άλλοι δεν πρόσεχαν, έβαλε την καρδιά μέσα στο καμίνι του, και πύρωσε τη λεπίδα. Αλλά αντί η φωτιά να της δώσει χρώμα κόκκινο, την είχε κάνει μαύρη, στο χρώμα της ψυχής του. Χαμογελώντας, ο φονιάς χτύπησε μια φορά τη λεπίδα, που ήχησε σαν την ικεσία ενός αιχμαλώτου. Δεν πήδηξαν όμως σπίθες, αλλά η επιφάνεια κινήθηκε, σαν ένα ολόκληρο χαλί από φίδια, που ύστερα έγιναν ένα με το μέταλλο. Όταν τελικά έριξε τη λεπίδα στο νερό, ακούστηκε το γέλιο ενός μανιακού, καθώς η λεπίδα ξυπνούσε στη σκέψη του δημιουργού της.
Ο σαμουράι που την πήρε, αυτοκτόνησε μερικές μέρες αργότερα, αφού πήρε τη ζωή του καλύτερού του φίλου. Και ο Μουρασάμε, γιατί αυτό ήταν το όνομά του, έφτιαξε ακόμη πιο φονικά σπαθιά.

Και οι μέρες έγιναν εβδομάδες, που κύλησαν σε μήνες, που έγιναν χρόνια και άπλωσαν τα μακριά τους φτερά, αλλάζοντας σε δεκαετίες. Οι δύο σιδηρουργοί έγιναν ακόμη πιο ονομαστοί, ο ένας σαν καλλιτέχνης και ο άλλος σαν δημιουργός φονιάδων. Αλλά ήταν τέτοιοι οι καιροί, που και οι δύο έγιναν εξίσου ονομαστοί. Ο πρώτος, στη μικρή ανάπαυλα της ειρήνης και ο άλλος, στην φρίκη του πεδίου της μάχης.
Και οι δυο τους κατέληξαν στο Έντο, την μεγαλύτερη πόλη, όπου φεουδάρχες και ξιφομάχοι αναζητούσαν τις υπηρεσίες τους. Μαθητές ήρθαν στο πλευρό τους, ζητώντας να μάθουν την τέχνη τους, σύντομα δημιουργώντας ολόκληρες σχολές και προτού το καταλάβουν, τα σπαθιά τους είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τον πόλεμο.
Ώσπου ο νταϊμύο του Έντο, αποφάσισε να κηρύξει έναν διαγωνισμό στη σιδηρουργία. Έδωσε λοιπόν φιρμάνι, να καλέσει τους καλύτερους σιδηρουργούς στη χώρα, αλλά και πέρα από αυτή, για να δουν την τέχνη τους. Υπήρξαν πολλοί που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα αυτό, όχι μόνο από την χώρα, αλλά και από το Ντογκυούνγκ, την Ανθισμένη Χώρα και ακόμη πιο πέρα, την Κορέα, όπου ζούσαν άνδρες ικανοί να σκοτώσουν κάποιον με ένα άγγιγμά τους.
Τα σπαθιά ήταν πολλά που παρουσιάστηκαν, το κάθε ένα κάτι ξεχωριστό. Άλλα ήταν σπαθιά που έσκιζαν τον αέρα με τέλεια μουσική και άλλα ήταν φτιαγμένα από καθαρό γυαλί. Μερικά είχαν λεπίδες με απίστευτα σχήματα, και άλλα ήταν ευλύγιστα και ύπουλα σαν μαστίγια. Αλλά από όλα τα σπαθιά, εκείνα που ξεχώρισαν ήταν του Μασαμούν και του Μουρασάμε.
Το σπαθί του πρώτου είχε γκρίζα λεπίδα, αλλά η κόψη του έλαμπε σαν χρυσός και του άλλου η κόψη ήταν μαύρη σαν την άναστρη νύχτα. Και, αν και τα δυο ήταν πιο εξαιρετικά από κάθε άλλο, κανείς δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο ήταν καλύτερο. Ο άρχοντας λοιπόν, πήρε το σπαθί του Μουρασάμε και με αυτό, έσκισε την επιφάνεια ενός ρυακιού. Το νερό μέριασε, καθώς το κόψιμο το χώρισε στα δύο και συνεχίστηκε ως κάτω, ενώ συνέχιζε να κυλά, γύρω από το σημείο από όπου είχε περάσει το σπαθί.
Μετά, διέταξε να χτυπήσουν τα φύλλα μιας κερασιάς, ρίχνοντας μία κουρτίνα από λευκό και ροζ. Σήκωσε το σπαθί του Μασαμούν, που διέσχισε τον αέρα, παρασέρνοντας κάθε φύλλο, τυλίγοντάς το με έναν μανδύα από φύλλα. Κατέβασε το σπαθί, και αυτά χόρεψαν για λίγο, ένα ονειρικό σύννεφο πριν πέσουν και πάλι κάτω. Μετά από αυτή την εξαιρετική επίδειξη, υπήρχε περισσότερη δυσκολία να αποφασίσουν τον καλύτερο. Έτσι, το βραβείο δόθηκε και στους δύο. Αλλά ο Μουρασάμε, που ήταν εκεί, διαμαρτυρήθηκε.
«Τι λέτε τώρα; Είναι δυνατόν το δικό μου σπαθί να συγκριθεί με αυτό του Μασαμούν; Το δικό μου είναι ένα όπλο για μάχη, όχι για επιδείξεις! Εγώ δεν απέρριψα την πρόσκλησή σας όπως αυτός και δεν φτιάχνω σπαθιά για να τα κρεμάτε με τις πανοπλίες σας στη γωνία! Το ξέρετε ότι αυτός φτιάχνει τα όπλα του με ένα μωρουδίστικο σφυράκι;»
«Ο διαγωνισμός αυτός, τιμημένε Μουρασμάμε, αφορά μόνο την ικανότητα του δημιουργού, όχι την κοινωνική του επιδεξιότητα. Ο Μασαμούν δεν εμφανίστηκε, αλλά έστειλε τον αντιπρόσωπό του και ακόμη πιο σημαντικό, το όπλο του. Κριθήκατε ισάξιοι» είπε ο νταϊμύο.
«Αρνούμαι να αποδεχτώ αυτή την κρίση! Τα δικά μου όπλα είναι όπλα που χαρίζουν νίκη, όχι θέαμα! Προκαλώ αυτό τον τσαρλατάνο, να κρίνουμε τα όπλα μας!»
Για λίγο, το πλήθος άρχισε να βουίζει σαν μελίσσι και ο απεσταλμένος του σιδηρουργού πάνιασε, αλλά ο άρχοντας του Έντο επέβαλλε σιωπή με ένα νεύμα.
«Πολύ καλά» απάντησε «αλλά δεν θα δεχτώ αιματοχυσία. Η μάχη θα είναι μία αντιπαράθεση ικανοτήτων, όχι σπαθιών» στράφηκε στον απεσταλμένο του Μασαμούν «πες στον δάσκαλό σου ότι αύριο, πριν την ώρα του Πιθήκου, πρέπει να είναι εδώ, για να υπερασπιστεί τον τίτλο του»

Το πρωί εκείνο λοιπόν, οι δυο σιδηρουργοί στάθηκαν στον τόπο που είχαν δοκιμαστεί τα σπαθιά, ο Μουρασάμε με το μαύρο του σπαθί τραβηγμένο και ο Μασαμούν με το δικό του θηκαρωμένο, στα χέρια του νεότερου από τους μαθητές του.
«Τι; Έφερες το μούλικο για να σε δει να ταπεινώνεσαι;»
Ο Μασαμούν απλά χαμογέλασε και στράφηκε στον άρχοντά του.
«Ζητώ την άδεια να ξεκινήσω πρώτος, όντας αυτός στον οποίο απευθύνεται η πρόκληση»
«Την έχεις, αν συμφωνεί και ο αντίπαλός σου»
«Ας κάνει ό,τι θέλει! Η νίκη μου είναι καθορισμένη!»
Ο Μασαμούν έκανε νόημα και οι μαθητές του έφεραν μία πλήρη πανοπλία, τα ρούχα μάχης των σαμουράι, που αν και ήταν ελαφριά, το κέλυφός τους ήταν αδιαπέραστο από άλλα σπαθιά. Τράβηξε λοιπόν το σπαθί και το έδωσε στο παιδί που ήταν μαζί του. Κράτησε στα χέρια του τη λεπίδα, τρέμοντας από άγχος, αν και ήταν ελαφριά σαν πούπουλο. Του έκανε νόημα να χτυπήσει.
Το παιδί έκανε ένα βήμα μπροστά και κατέβασε το όπλο, όμως το μόνο που ακούστηκε ήταν το σκίσιμο του αέρα. Η λεπίδα διέγραψε την τροχιά της, αλλά η πανοπλία δεν είχε πάθει απολύτως τίποτα.
«Συγχαρητήρια, Μασαμούν! Έφτιαξες μια λεπίδα που σκίζει τον αέρα! Μήπως τώρα σκοπεύεις να φέρεις ένα βρέφος για να-»
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, καθώς η πανοπλία έπεσε στο έδαφος, κομμένη διαγώνια, τα χείλη των κομματιών της απολύτως επίπεδα, σαν να ήταν έτσι εξαρχής φτιαγμένη. Οι συγκεντρωμένοι κοίταζαν το θέαμα αποστομωμένοι. Ο Μουρασάμε άφριζε από το κακό του. Έτρεξε σχεδόν προς τον κοντινότερο βράχο, έναν ογκόλιθο στο μέγεθος τριών αλόγων και τον χτύπησε με οργή. Η λεπίδα τον έκοψε, και έσπασε σε κομμάτια, στέλνοντας σκόνη και χαλίκια σε κάθε κατεύθυνση. Το πλήθος είχε πια χωριστεί, μπροστά στην τρτομερή αυτή επίδειξη. Υπήρχε μία σιωπή από καθαρή σαστιμάρα μπροστά στην δύναμη των δυο όπλων.
Ο Μασαμούν μίλησε στο παιδί.
«Πέμπτο κάτα»
Μία ξαφνιασμένη ανάσα βγήκα από το πλήθος. Το πέμπτο κάτα ήταν μία σχεδόν θρυλική τεχνική, που ακόμη και οι πιο ονομαστοί σαμουράι δεν είχαν τελειοποιήσει. Λεγόταν πως μπορούσε να κόψει ένα κλαρί σε δεκατρία κομμάτι πριν πέσει στο έδαφος. Το ότι ανάθετε κάτι τέτοιο στο παιδί ήταν καθαρό σημάδι αλαζονείας.
Έκανε νόημα στους υπηρέτες να κουνήσουν την κοντινή κερασιά, ρίχνοντας τα φύλλα της σαν βροχή στο παιδί, που άρχισε τις κινήσεις του, αδέξιες και αβέβαιες, που συμπληρώνονταν από το ίδιο το σπαθί. Χτυπούσε με ακρίβεια και με έναν συγχρονισμό που άλλοι θα χρειάζονταν χρόνια να επιτύχουν, χορεύοντας ανάμεσα στα φύλλα που έπεφταν, σχηματίζοντας νότες από τον ίδιο τον αέρα και τις κινήσεις του. Όταν τελείωσε, όλα τα φύλλα είχαν κοπεί στη μέση.
Ο Μουρασάμε ούρλιαξε από οργή και τίναξε το σπαθί του, σκίζοντας τον αέρα. Η ορμή του από μόνη της, διέσχισε τον αέρα, και έκοψε στη μέση τα ραβδιά που κρατούσαν οι κριτές στη σειρά, μερικά μέτρα παραπέρα. Το πλήθος πια φώναζε και καβγάδες ξεσπούσαν ανάμεσα στους παρευρισκόμενους.
Ο άρχοντας σηκώθηκε και πλησίασε τους δύο σιδηρουργούς. Πήρε στα χέρια του τα σπαθιά και τα σήκωσε στον αέρα.
«Το σπαθί του Μουρασάμε είναι ένα σπαθί για πόλεμο και νίκες, αυτό το έχουμε δει και οι καιροί μας είναι τέτοιοι που αυτό το όπλο ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα της τωρινής Ιαπωνίας. Το σπαθί του Μουρασάμε είναι ένα εργαλείο για ειρήνη, που ανήκει στα χέρια εκείνων που ζητούν πειθαρχία και αφοσίωση, όχι μάχες. Σαν άρχοντας, έχω το χρέος να διεξάγω έναν πόλεμο, αλλά και να οδηγήσω τον λαό μου στην ευημερία. Και οι δυο μου ευθύνες είναι εξίσου σημαντικές, όμως το κάθε σπαθί συμβάλλει μόνο σε μία. Για αυτό τον λόγο, αφήνω την κρίση σε εσάς, τους συγκεντρωμένους εδώ, να μου πείτε αν θα έπρεπε να διαλέξω ένα όπλο που θα κερδίσει μάχες ή ένα που θα διδάξει αρχές»
Το πλήθος άρχισε να βουίζει, καθώς ο λαός αποφάσιζε, σαστισμένος από την τροπή αυτή. Όταν τελικά ησύχασαν, ο γηραιότερος σηκώθηκε.
«Διαλέγουμε τη λεπίδα του Μασαμούν, γιατί είμαστε κουρασμένοι από τον πόλεμο και την απώλεια των νεαρών μας. Θέλουμε ανάπαυλα»
Ο Μουρασάμε άφριζε, αλλά είχε χάσει. Ο λαός πήρε στους ώμους του τον σιδηρουργό. Το Έντο θα έληγε τον πόλεμο, όπως και έμελλε να γίνει αργότερα. Η μαύρη του λεπίδα επιστράφηκε και ο δημιουργός της έφυγε την επόμενη ημέρα, με το δώρο του φιδιού, διαπράττοντας και πάλι τις παρανομίες του, παίρνοντας περισσότερες ζωές χάρη στο τρομερό του σπαθί. Σκόπευε να κάνει μια δική του συμμορία, οπλισμένοι όλοι με τέτοια σπαθιά, ικανοί να φέρουν πόλεμο σε ολόκληρη την χώρα και πέρα από αυτή.
Μερικούς μήνες μετά, ο Μουρασάμε έτρεχε και πάλι μέσα από τον ίδιο καλαμώνα όπως και πολλά χρόνια πριν, κυνηγημένος και πάλι για τις τρομερές του ανομίες, οι μαθητές του σκοτωμένοι από το ίδιο του το χέρι, οι αντίπαλοί του περισσότεροι από όσους είχε στην αρχή. Αλλά αυτή τη φορά, κανείς δεν είχε την καρδιά στα αλήθεια να τον αντιμετωπίσει, αφού το σπαθί του έκοβε τη σάρκα και το κόκαλο σαν να ήταν χαρτί. Όσοι τον είχαν πλησιάσει, είχαν πεθάνει και ένιωθε μία μαύρη χαρά για αυτό.
Σταμάτησε και πάλι στο ίδιο σημείο που είχε σταματήσει χρόνια πριν, αλλά δεν το αναγνώρισε. Πάτησε το φίδι, παρασυρμένος καθώς ήταν από την δίψα του για αίμα, και ένιωσε να καίγεται από μέσα του, καθώς το δάγκωμά του πνεύματος γέμισε τις φλέβες του με υγρή φλόγα. Έπεσε κάτω, σφαδάζοντας και αφρίζοντας, ενώ το μαύρο φαρμάκι ανέβαινε στο πόδι του, προς την καρδιά του. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει και η όρασή του γινόταν μία πανδαισία από χιλιάδες χρώματα. Καθώς οι αισθήσεις του τον άφηναν, ένιωσε το φίδι να σκαρφαλώνει επάνω στο σώμα του και τον αντίκρισε με τα λαμπερά του μάτια. Χαμογελούσε σαν αρπακτικό, με το πρόσωπό του φωτισμένο από διαβολική χαρά.
«Οι πράξεις σου σε έφεραν ως εδώ. Η καρδιά σου έδωσε όσα είχα υποσχεθεί. Έγινες ο φονιάς που επιθυμούσες, κολύμπησες στο αίμα των θυμάτων σου, όπως και αυτός στον οποίο ανήκε η καρδιά που κρατάς. Και τώρα, αφού πεθάνεις, θα πάρω τη δική σου. Σου είχα πει ότι θα πάρω πίσω την πληρωμή μου μια ημέρα…»
Ο Μουρασάμε προσπάθησε να ουρλιάξει, καθώς το φίδι έμπαινε μέσα στο στόμα του και εισέβαλλε στο στήθος του, σπάζοντας τα δόντια του, αλλά το δηλητήριο τον σκότωνε γρήγορα. Το μυαλό του σταμάτησε να αντιλαμβάνεται τον πόνο και το φίδι πήρε την καρδιά του, περιμένοντας για τον επόμενο άνθρωπο που θα ζητούσε να τη χρησιμοποιήσει.
Και κάτι μέσα του τού έλεγε πως δεν θα περίμενε για πολύ…

Post a Comment

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Φρέσκο Χιόνι


Οι σκηνές από δέρμα ήταν στοιχισμένες γύρω από τη φωτιά που έλαμπε στο κέντρο της πεδιάδας. Πόδια χτυπούσαν το κρύο έδαφος σε χορό και παιχνίδι, σχεδόν αθόρυβα κλεισμένα μέσα στο μανδύα από γούνα και δέρμα. Οι φωνές των παιδιών και το τραγούδι των μεγάλων, οι ιστορίες των γηραιότερων, αντηχούσαν μέσα στον πάγο, συνθέτοντας έναν απoχαιρετισμό στη μέρα.

Σήμερα θα αφηγούνταν τη ζωή τους, τα κατορθώματά τους στη διάρκεια της μέρας. Σήμερα, θα κοιτούσαν τον κόσμο με μάτια άσπιλα από το σκοτάδι, ντυμένο στα γιορτινά του, πριν το Μέγα Γουέντιγκο, ο Πατέρας των Αρκούδων, σηκωνόταν για να καταπιεί τον ήλιο. Ύστερα, στους έξι μήνες που θα ακολουθούσαν, ο Γουέντιγκο θα έπεφτε σε λήθαργο προσπαθώντας να χωνέψει τον ήλιο, αλλά η θέρμη του και το φως του θα τάραζαν το στομάχι του. Για έξι μήνες, ο Πατέρας των Αρκούδων θα ξεφυσούσε παγωμένους αέρηδες και θα στριφογύριζε στον ύπνο του μέσα στην πεδιάδα των ανέμων, στην άκρη του κόσμου.

Μα ο ήλιος θα τον έτρωγε από μέσα και ο Πατέρας των Αρκούδων θα αρρώσταινε βαριά. Τότε, όπως και αμέτρητες φορές πριν, ο Κόρακας θα του έφερνε το βοτάνι που θα τον έσωζε, με αντάλλαγμα τον ήλιο. Και όπως κάθε φορά, ο Γουέντιγκο θα ξερνούσε τον ήλιο και θα ανάρρωνε. Και όπως κάθε φορά, όταν πλέον θα ήταν και πάλι υγιής, θα δοκίμαζε και πάλι να καταπιεί τον ήλιο.

Αυτή την ιστορία έλεγαν οι γέροι στους εφήβους, που κοιτούσαν με ορθάνοιχτα μάτια τον ορίζοντα, περιμένοντας να δουν το πέλμα ή το στόμα μιας γιγάντιας αρκούδας, έστω την απόμακρη σιλουέτα ενός λευκού βουνού που θα άδραχνε τον ήλιο και τα τον κατάπινε. Οι πατεράδες, που είχαν ακούσει την ιστορία αυτή αμέτρητες φορές, ασχολούνταν με την καταμέτρηση των προμηθειών και τη δημιουργία καμακιών. Πού και πού οι πιο τολμηροί συζητούσαν για κυνήγι στις πεδιάδες πέρα από τον ορίζοντα, που οι φώκιες ήταν παχιές και άφθονες.

Οι γυναίκες άκουγαν τις συζητήσεις των ανδρών και τις ιστορίες των γέρων και κρυφογελούσαν με κάποια κοινά μυστικά, για τα κουσούρια του ενός ή τις αδυναμίες του άλλου, καθώς έξαιναν τις γούνες και κατεργάζονταν το δέρμα για να φτιάξουν γούνες.

Αλλά ο Νάμο καθόταν απλώς στην άκρη, χωρίς να συμμετέχει στις δραστηριότητές τους. Ο Νάμο άκουγε το τριζοβολητό των ξύλων και τα γέλια των παιδιών, χαμογελούσε με τις φάλτσες νότες που έβγαιναν πού και πού από κάποιο λαρύγγι. Αλλά δεν έφτιαχνε καμάκια, μια και παραήταν γέρος για αυτό, ούτε έφτιαχνε γούνες, μια και αυτό ήταν δουλειά των γυναικών. Ούτε άκουγε τις ιστορίες, αφού τις ήξερε όλες. Μερικές τις είχε ζήσει μάλιστα: το μεγάλο κυνήγι των γιακ στο νότο, πριν είκοσι χρόνια, τη μεγάλη πείνα πριν άλλα τόσα, το πως αυτός και τα αδέλφια του ταξίδεψαν μέχρι την άκρη του ορίζοντα για να σκοτώσουν αρκούδες, μια και το κρέας ήταν ελάχιστο εκείνο τον καιρό.

Δεν έλεγε ιστορίες, όχι μόνο επειδή κανείς δε θα ήθελε να τον ακούσει, αλλά και επειδή δε θα ενδιέφεραν κανένα. Κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις πράξεις ενός άνδρα που θα έπρεπε να είχε πεθάνει. Τα παιδιά του ήταν πλέον ασπρομάλληδες, με τις δικές του ιστορίες να πουν και τα δισέγγονά του ήταν πλέον άνδρες.

Ο χρόνος του είχε στερήσει τη γυναίκα, τους φίλους και τους άθλους του. Δεν ήταν παρά ένα σάψαλο πλέον στα μάτια των δικών του. Δεν του το έλεγαν, αλλά ένα βλέμμα τους ήταν αρκετό για να τον πείσει. Έτρωγε τα ψάρια τους, έπιανε χώρο στις σκηνές τους.

Έτσι λοιπόν, σιωπηλά, ο Νάμο αποφάσισε να περιμένει για τη νύχτα. Μόλις το Γουεντιγκο κατάπινε τον ήλιο, θα άφηνε τον καταυλισμό. Θα διέσχιζε τη πάλλευκη έρημο και θα έφτανε πέρα από την άκρη του ορίζοντα, στην πεδιάδα των Ανέμων. Μόλις έφτανε εκεί, θα έβρισκε τον Γουέντιγκο και θα τον ανάγκαζε να ξεράσει τον ήλιο, θα τον ξύπναγε από τον λήθαργό του.

Βέβαια δε σκόπευε να γυρίσει από το ταξίδι αυτό. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε και αν θα επιτύγχανε τίποτα με αυτό, αν απλά θα γινόταν ένας λοφίσκος από πάγο μέσα στη λευκή απεραντοσύνη του κόσμου.

Αλλά ο καιρός του είχε περάσει. Αν ο κόσμος δεν επρόκειτο να τον αφήσει να φύγει, τότε θα σκαρφάλωνε στην κορυφή του ή θα πέθαινε προσπαθώντας.

Ο ήλιος έπεσε αργά από τον θρόνο του στον ορίζοντα. Ντύθηκε τα πένθιμα πορφυρά του και η φύση θρήνησε μαζί του. Κάποιος είπε ότι το κόκκινο ήταν το εσωτερικό του στόματος του Γουέντιγκο, καθώς το φώτιζε ο ήλιος, μα οι γηραιότεροι τον σώπασαν.

Η σφαίρα από φως γλίστρησε κάτω από τον ορίζοντα, και χάθηκε, αφήνοντας πίσω της το απέραντο σκοτάδι. Το κρύο έπεσε πάνω στις στέπες σα σάβανο, κάνοντας τους Ινουίτ να χωθούν μέσα στις σκηνές τους σα τρομαγμένα τρωκτικά.

Ο Νάμο όμως ήταν αυτός που σηκώθηκε, η μικρή εκείνη κηλίδα που διέσχισε το χιόνι, καθώς οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν αργά και να κάθονται επάνω στους ώμους του. Έσερνε στην αρχή τα βήματά του, μα με κάθε στιγμή κινούνταν όλο και πιο γρήγορα. Το χιόνι που κούρνιαζε στους ώμους του πάγωνε τα δάχτυλα του χρόνου που τον τραβούσαν πίσω. Με κάθε του βήμα πετούσε πίσω και άλλη μια χαμένη στιγμή. Με κάθε του ανάσα έδιωχνε από μέσα του τις σκέψεις, την κούραση.

Χαμογελώντας σα το πρώτο αρσενικό της αγέλης, άνοιξε το βήμα του.

Σταμάτησε αργότερα, αφού αναγκάστηκε να πείσει τον εαυτό του να σταματήσει. Μπορεί η αυτοπεποίθηση του να του είχε παραχωρήσει μια αίσθηση ευφορίας, αλλά ήξερε ότι αυτό δε θα κρατούσε. Αν δεν έβρισκε κάπου να κρυφτεί το ψύχος θα τον εξαντλούσε και το χιόνι, που ήδη είχε αρχίσει να πέφτει με ανανεωμένη ένταση, θα τον έθαβε.

Κοιμήθηκε για λίγο μόνο και μετά άρχισε και πάλι το ταξίδι του, αφήνοντας πίσω τους λοφίσκους που έπαιζε όταν ήταν παιδί. Προσπέρασε προσεκτικά την αρκούδα που ψάρευε ένα τελευταίο ψάρι πριν πέσει σε νάρκη και απέφυγε το λεπτό πάγο που θα τον παρέσυρε μέσα στην παγωμένη αγκάλη του νερού από κάτω του.

Κυνηγούσε όποτε χρειαζόταν και άναβε ελάχιστα φωτιά. Παρέμενε αθόρυβος σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του, με μόνη σκέψη του το πέρασμα των ημερών και τα παλιά του κατορθώματα. Εκεί, στο μέρος όπου το χιόνι είχε γίνει διάφανος κρύσταλλος, είχε σκοτώσει την πρώτη του φώκια. Μερικές μέρες μετά, βρήκε το μικρό καταφύγιο που είχε φτιάξει όταν ήταν έφηβος μαζί με τα αδέρφια του, για να περάσουν πέρα από τον ορίζοντα. Στα δυτικά βρισκόταν ο Μέγας Αρού, που κάποτε είχε βάλει στοίχημα με τον ήλιο ότι μπορούσε να κάνει έναν Ινουίτ να βγάλει τη γούνα του. Αν ο Αρού νικούσε, θα παγίδευε τον ήλιο μέσα σε πάγο για πάντα, να τον κάνει δώρο στη μνηστή του. Μα αν ο ήλιος νικούσε, ο Αρού ο άσπλαχνος θα γινόταν πέτρα. Ο Αρού ξεφύσησε με όλη του τη δύναμη, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μα ο Ινουίτ κράτησε τη γούνα του με νύχια και δόντια. Όταν όμως ο ήλιος έλαμψε, ο Ινουίτ την έβγαλε και ο Αρού έμεινε εκεί, ανίκανος να σαρώσει ξανά τον κόσμο με τους τρομερούς του αέρηδες.

Του πήρε περίπου έξι νύχτες για να φτάσει στο παγόβουνο που σημάδευε την άκρη του ορίζοντα. Μέτρησε τις προμήθειές του τότε και όταν τελείωσε, ήξερε πως δεν είχε αρκετές για να κάνει το ταξίδι του γυρισμού. Εκείνη τη νύχτα έφαγε ελάχιστα και αποφάσισε να μην ξεκουραστεί. Ανέβηκε το βουνό, ακολουθώντας το μονοπάτι που είχαν χαράξει εκείνοι που είχαν έρθει εδώ πριν από αυτόν χρόνια πριν, από την αυλή του ήλιου στην αυγή του χρόνου.

Μα καθώς έφτανε στην κορυφή του μονοπατιού, εξουθενωμένος και παγωμένος, μια πνοή αέρα τον χτύπησε καταπρόσωπο, απειλώντας να τον ρίξει κάτω. Ο περιπαιγμός του ανέμου χτύπησε κατά πρόσωπο τότε.

Πού πηγαίνεις, γερό-Ινουίτ; Θα πεθάνεις εκεί πέρα!

Ο Νάμο όμως στάθηκε και έκανε το πρώτο βήμα.

Θα σε καταπιεί το κρύο γέρο. Θα σε γδάρουμε εμείς και θα σε θάψει το χιόνι, αν δε σου φάει πρώτα το πρόσωπο καμιά αρκούδα.

Ο Ινουίτ πάτησε γερά και έκανε το πρώτο του βήμα προς τα έξω.

Θα προκαλέσεις λοιπόν τον Γουέντιγκο; Θα τολμήσεις να ενοχλήσεις τον Πατέρα των Αρκούδων; Γύρνα πίσω ηλίθιε σάκε από κρέας. Γύρνα πίσω και περίμενε τη Γρια Θάνατο να έρθει να σε πάρει!

Αυτά και άλλα λόγια περιπαικτικά έλεγαν οι άνεμοι στον Νάμο, μα αυτός συνέχισε. Τα μάτια του ήταν σχεδόν τυφλωμένα από τις νιφάδες που οι άνεμοι έριχναν στο πρόσωπό του, μα σαν ακούμπησε το πόδι του στην άλλη πλευρά, μια νεκρική σιγή επικράτησε παντού.

Βρισκόταν πλέον πέρα από τον ορίζοντα, ενώ το χιόνι έπεφτε πυκνό παντού. Το ψύχος είχε καταλαγιάσει σα δαιμόνιο πάνω στους ώμους του, ενώ δεν υπήρχε σημάδι ζωντανού όντος γύρω του.

Για μια και μοναδική στιγμή, η μοναξιά άδραξε τον γέρο-Ινουίτ. Μα ο Νάμο συνέχισε, ασταμάτητος. Με τα βήματά του να αντηχούν μέσα στην απέραντη πεδιάδα και τα πόδια του χωμένα ως τον αστράγαλο στο παχύ χιόνι, ήταν η μόνη ατέλεια μέσα στο απέραντο λευκό. Όμως ο Νάμο δεν έχανε την ελπίδα του, ακόμη και μέσα σε αυτό το απόλυτο σκοτάδι. Επειδή άκουγε, κάπου στο βάθος, το μουγκρητό του ανέμου, το ροχαλητό του Γουέντιγκο.

Όταν τελικά εξαντλήθηκε, έκανε ένα πρόχειρο καταφύγιο μέσα στο χιόνι και έκλεισε τα μάτια του. Η κούραση τότε έγινε γλυκιά ευφορία και το ψύχος το πρωινό φως του ήλιου. Τα πόδια του πατούσαν μέσα στο σκληρό χώμα της τούνδρας και κυνηγούσε παρέα με τους αδελφούς του. Τα χέρια του έσφιγγαν το σώμα της γυναίκα του και τα χείλη του δάγκωναν το πιο τρυφερό κρέας. Οι οσμές από ανθρώπινα σώματα, κουλουριασμένα όλα μαζί για να γλυτώσουν το κρύο γαργάλησαν τη μύτη του. Μέσα στο όνειρό του, τα νανουρίσματα των γυναικών έκαναν τα βλέφαρά του να βαρύνουν...

Ο Νάμο τότε τινάχτηκε, πετώντας από πάνω του το χιόνι που τον είχε καλύψει. Είχε σχεδόν πεθάνει εκείνη τη στιγμή, είχε σχεδόν αφεθεί στο ψύχος. Από κάπου ψηλά άκουσε τις βλαστήμιες των ανέμων. Πήρε τα εφόδιά του και ξεκίνησε ξανά. Μα οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του. Θυμόταν τη φωτιά και το κρέας. Τα αδέλφια του, που ένας προς έναν τον είχαν αφήσει πίσω, τα παιδιά του, που τα είδε να γερνούν και να κάνουν τα δικά τους παιδιά. Είχε ζήσει περισσότερο από όλους τους. Είχε νικήσει τον χρόνο και τη φθορά. Είχε περάσει την άκρη του ορίζοντα, είχε φτάσει εκεί που οι τωρινοί νέοι δε θα τολμούσαν να σιμώσουν. Είχε αντικρίσει με τα μάτια του τον τόπο με τις παχιές φώκιες και είχε δει ότι δεν ήταν παρά μια απέραντη λευκή έρημος. Μπορούσε να πάει πίσω, να τους πει την ιστορία του, να καυχηθεί. Ίσως αν πήγαινε πίσω, αν έφερνε μια μικρή ομάδα από Ινουίτ, τότε όλοι μαζί θα μπορούσαν να πάνε και να ταράξουν τον Γουέντιγκο. Πόσο υπέροχο θα ήταν αυτό, να γίνει θρύλος.

Μα ο Νάμο ήξερε ότι έκανε λάθος. Ήξερε πολύ καλά ότι ήταν ετοιμοθάνατος. Και αν δεν τον εξόντωνε το ταξίδι, θα τον σκότωνε η θλίψη, όταν θα γύριζε πίσω στη φυλή του, σαν θα έβλεπε τα απογοητευμένα βλέμματά τους. Δε λέει να πεθάνει, θα σκέφτονταν. Και τώρα θα μας φορτωθεί περισσότερο, θα παρασύρει τα παιδιά μας στο ηλίθιο ταξίδι του.

Ο Ινουίτ άνοιξε το βήμα του και ούτε μια φορά δεν ξανακοίταξε πίσω του.

Μέσα από χιόνι και όλο και πιο άγριο κρύο, ο Νάμο έφτασε στην Πεδιάδα, όπου οι αγέρηδες ούρλιαζαν και τα παγωμένα νέφη νανούριζαν τον Γουέντιγκο. Μπήκε μέσα, τρέχοντας σχεδόν, αντιστεκόμενος στην ορμή των ανέμων, που ούρλιαζαν με οργή στο πρόσωπό του.

Πέταξε το σακίδιό του για να διευκολύνει τις κινήσεις του, αφήνοντάς το δίπλα σε ένα μικρό λόφο από πάγο. Το καλάμι και το καμάκι του τα κάρφωσε στο έδαφος, δίπλα από μια μικρή συστάδα από κρυστάλλους, λεπτούς και ίσους με αυτόν σε ύψος.

Η κρούστα πάγου πάνω στο σώμα του έσπαζε και ξανασχηματιζόταν σε κάθε του βήμα, καλύπτοντας τα μάτια του. Μισότυφλος, ο Νάμο τρέκλισε προς την πηγή της θερμότητας, προς την κοιλιά του Γουέντιγκο. Με μουδιασμένα χέρια, βυθίστηκε σχεδόν μέσα στη γούνα του Γουέντιγκο και ψηλάφισε προς τα πάνω, προς τη μουσούδα του. Η θέρμη του παγιδευμένου ήλιου ζέσταινε το πρόσωπό του, αλλά σιγά-σιγά έσβηνε, καθώς σίμωνε όλο και περισσότερο προς τας ρουθούνια του κτήνους, από όπου ξεκινούσαν οι άνεμοι.

Με τα μάτια ανοιχτά, διέκρινε την τεράστια μουσούδα, τα πάλλευκα δόντια και την κατάμαυρη υγρή μύτη. Είδε επίσης τους άλλους παγωμένους σχηματισμούς μπροστά του, τα σχήματα των ανθρώπων που είχαν κρυσταλλώσει μπροστά στο Γουέντιγκο, προσπαθώντας να το σκουντήσουν μέχρι να ξυπνήσει.

Αλλά ο Νάμο είχε άλλο σχέδιο. Με τρεμάμενα χέρια, σκαρφάλωσε τη γούνα του κτήνους. Θα έφτανε στο κεφάλι του και εκεί θα τον δάγκωνε και θα ούρλιαζε μέσα στα αυτιά του, ενοχλώντας τον σα τσιμπούρι, μέχρι που να τον αναγκάσει να ξυπνήσει. Μα σαν βρέθηκε μες τη γούνα του Γουέντιγκο, το σώμα του μούδιασε από άκρη σε άκρη. Κάθε του βήμα ήταν ένας άθλος και κάθε του κίνηση έπαιρνε έναν αιώνα. Απεγνωσμένα, τα πνεύματα του αέρα αρπάζονταν από τα μαλλιά του και τους ώμους του, παλεύοντας να τον ρίξουν κάτω.

Ο Ινουίτ έφτασε την κορυφή του κεφαλιού του κτήνους και κάθισε κάτω, ανίκανος πλέον να σηκωθεί. Εκεί, αδυνατώντας πλέον να κάνει κάτι άλλο, ξάπλωσε δίπλα στο αυτί του και προσπάθησε να φωνάξει με όλη του τη δύναμη.

Μα το στόμα του είχα μουδιάσει και η γλώσσα του είχε μπλαβιάσει από τον πάγο. Οι χορδές του είχαν ζαρώσει και αδυνατούσαν να βγάλουν έστω και ένα κιχ. Όμως ο Νάμο ούρλιαξε, ξανά και ξανά, μέχρι που εξάντλησε κάθε ρανίδα της δύναμής του.

Και όταν πια έκανε ό,τι μπορούσε, αποκοιμήθηκε στο ρυθμό του νανουρίσματος που αντηχούσε στα αυτιά του...

Post a Comment