Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

O Νέος Μουσικός της Αυλής


Ο Νέος Μουσικός της Αυλής

Μια φορά και έναν καιρό, όταν οι άνθρωποι μάθαιναν ακόμη τον κόσμο και απέδιδαν πολλές απαντήσεις των ερωτήσεών τους στους θεούς, υπήρχε στο Νότο μία Αυλή μοναδική σαν κάθε άλλη σε εκείνους τους καιρούς.
Και η Αυλή αυτή αποτελούνταν από μουσικούς, γενεές επί γενεών που σπούδαζαν, έπαιζαν και έγραφαν, απήγγειλαν και εφηύραν, επινοούσαν και ανακάλυπταν τη μαγεία του ήχου. Για κάθε αυτί στον κόσμο, υπήρχε η κατάλληλη μουσική και κάθε ήχος που θα μπορούσε να επινοήσει άνθρωπος εδώ μπορούσε να υφανθεί σε μία υπέροχη συμφωνία.
Τον καιρό της ιστορίας μας, ηγέτης της Αυλής είχε εκλεγεί ένας άνδρας από τη Δύση, εξαίρετος στο λαγούτο, ικανός να κάνει ακόμη και τα θηρία να υποκλιθούν μπροστά του και τις πέτρες να χορέψουν γύρω του, όταν χτυπούσε τις χορδές. Και ο βασιλιάς αυτός έθεσε ένα διαγωνισμό, μεθυσμένος καθώς ήταν ένα βράδυ, να δώσει το θρόνο σε αυτόν που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει στη μουσική τέχνη.
Όταν ο βασιλιάς συνήλθε την επόμενη ημέρα, αντίκρισε στην πόρτα του παλατιού του, ανάμεσα στις δαμασκηνιές και στους φοίνικες, μουσικούς, ποιητές και αοιδούς, τροβαδούρους, βάρδους και ιμάμηδες, ιερείς και άλλους μουσικούς, με όργανα και τέχνες τέτοιες που δεν είχε ποτέ του ακουστά. Τόσοι πολλοί είχαν έρθει, που το παλάτι του έσφυζε και όταν τους κάλεσε στο μεγαλύτερο αμφιθέατρο του παλατιού του-που κανονικά χωρούσε ολόκληρο στρατό-και πάλι περίσσευαν ή ασφυκτιούσαν.
Ο αυθέντης της Αυλής των Μουσικών ένιωσε να τον τσακίζει το αποτέλεσμα της απρονοησίας του, έχοντας καλέσει ένα τέτοιο πλήθος για μία υπόσχεση που έδωσε ασυναίσθητα.
Η Σαΐμε τον πλησίασε τότε, που ήταν η καλύτερη φλαουτίστρια και σαν αποτέλεσμα, συμβουλάτοράς του, λέγοντάς του:
«Άρχοντα και αυθέντη μου, γιατί απελπίζεσαι αυτή την ώρα; Φοβάσαι μήπως αυτό το πλήθος που βρυχάται σα πληγωμένο λιοντάρι, αποτελούμενο από ανθρώπους που νομίζουν πως θα σε ξεπεράσουν;»
«Δεν είναι το πλήθος που φοβάμαι, αγαπημένη μου, αλλά τον ένα σε αυτό το πλήθος που θα είναι καλύτερος από εμένα. Οι φρουροί μου είπαν πως έρχονται και άλλοι μουσικοί, αν και με μικρότερη συχνότητα προς τα εδώ. Και όλοι παρασυρμένοι από την απροσεξία μου»
«Στάσου λοιπόν δυνατός μπροστά τους, άρχοντά μου, άκουσε τη μουσική που θα παίξουν για εσένα με τα όργανά τους, πάρε ανάμεσά τούς τους καλύτερους, αλλά μην απελπίζεσαι. Γιατί κάποιος που θα μπορεί να σε ξεπεράσει, δεν θα ανήκει στο πλήθος. Ούτε αυτό μα ούτε σε κανένα άλλο»
«Σοφή μου Σαΐμέ, ο λόγος σου με ηρεμεί, αλλά δε με ησυχάζει. Δε μπορώ να αντιμετωπίσω το πλήθος μόνος μου, όχι τώρα, όταν ο φόβος με αποπροσανατολίζει από τη μουσική που θα ακούσω. Πάρε μαζί σου τον Κίτζι και τον Έβεμ, ώστε να κρίνετε οι ίδιοι τους μουσικούς, αλλά μη δείξετε έλεος σε εμένα»
«Όπως επιθυμείς, βασιλιά μου»
Έτσι λοιπόν και έγινε, καθώς ο βασιλιάς για τριάντα μέρες άκουσε κάθε μουσικό, είδε τον καθένα τους να παρουσιάζει σε αυτόν το έργο του με νέους και περίεργους τρόπους.
Είδε μία μουσικό από μία χώρα χαμένη στο Βορά, να παίζει ένα βούκινο φτιαγμένο από τους χαυλιόδοντες ενός τριχωτού παχύδερμου της πατρίδας της. Είδε δερβίσηδες να τραγουδούν με τα χείλη τους κλειστά, παράγοντας μουσική από τα μακριά τους μανίκια καθώς ο ήχος έμπαινε και έβγαινε ανάμεσά τους, ομοιάζοντας φλάουτα. Άκουσε μουσική από μία άρπα που είχε χορδές από μετάξι και το στέλεχός της ήταν σκαλισμένα κόκαλα ενός άγνωστου πτηνού που τρεφόταν με καρχαρίες και φτερά ίσα με μία γαλέρα σαν άνοιγαν.
Ακολούθησαν άνδρες με ξυρισμένα κεφάλια και μακριά μούσια που του έδειξαν τους δικούς τους τραγουδιστές, πουλιά από χαλκό και χρυσό με μεταλλικά λαρύγγια που έπαιζαν τέλεια κάθε τραγούδι που τους ονομάτιζαν ή μιμούνταν οποιοδήποτε ήχο της φύσης.
Μάγοι από τη Δύση συνέθεσαν μουσική με τον ήχο των κεραυνών από μία καταιγίδα που κάλεσαν πάνω από την Αυλή, σε μία ημέρα που ούτε σύννεφο δε σημάδευε τον ουρανό. Μουσικοί από τις έρημους στο Νότο δημιούργησαν μουσική από τους ίδιους του παλμούς της καρδιάς τους και ένας αοιδός που τραγουδούσε με εκατό διαφορετικές φωνές τους απήγγειλε ένα ολόκληρο έπος.
Αλλά αν και αρκετοί από αυτούς μπήκαν στην Αυλή, κανείς δεν έφτανε το βασιλιά. Και όταν οι συγκεντρωμένοι διαμαρτυρήθηκαν, τότε πήρε το λαγούτο του και έπαιξε, κάνοντας τους πάντες να σωπάσουν με την ομορφιά του ήχου του. Ακόμη και τα κλαριά έδωσαν καρπούς, αν και ήταν ακόμη στο φθινόπωρο, και τα ζώα σώπασαν αμέσως.
Όταν και οι τελευταίοι καλεσμένοι έφυγαν, ο βασιλιάς τους είδε να απομακρύνονται, πεζοί ή με κάρα, άλλοι με περίεργες εφευρέσεις που πετούσαν και μερικοί καβάλα σε περίεργα υποζύγια που δεν είχε δει ποτέ ξανά. Οι πιο ονομαστοί μουσικοί είχαν φύγει, αδυνατώντας να νικήσουν τον αυθέντη της Αυλής, όμως, αν και αήττητος, δεν ένιωθε σιγουριά. Ένιωθε φόβο και ανησυχία, γιατί διαπίστωσε ότι ένιωθε την ίδια μοναξιά η οποία ταλάνιζε τον προκάτοχό του.
Παραξενεύτηκε τότε, όταν ο προκάτοχός του άφησε τον θρόνο του χαμογελώντας, ηττημένος από κάποιον καλύτερο από αυτόν, αλλά τώρα καταλάβαινε επιτέλους τις σκέψεις του. Τρόμαξε. Θα περνούσε λοιπόν για πάντα τις ημέρες του στη μοναξιά της απόλυτης υπεροχής; Η σκέψη τον τρόμαζε, επειδή διαπίστωνε την αλλαγή στα βλέμματα των αυλικών του, που διαπίστωναν ότι κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να τον ξεπεράσει.

Τα χρόνια λοιπόν πέρασαν και ο διαγωνισμός έγινε ένα παλιό γεγονός, αλλά δεν ξεχάστηκε. Γιατί οι μουσικοί που επέστρεψαν στις χώρες τους αφηγήθηκαν τις ιστορίες στους συντοπίτες τους, φέρνοντας και άλλους στην Αυλή.
Ο βασιλιάς θα άκουγε τις ακροάσεις των κατά καιρούς επισκεπτών, προτού τους αποστομώσει με τη μαεστρία του, όμως αυτό απλώς τον έκανε πιο κλειστό και λυπημένο. Η Αυλή των Μουσικών είχε πια γίνει πολυπόθητη και ο άρχοντάς της, τότε πια κουρασμένος με κάτασπρα μαλλιά, συνέχιζε να είναι απαράμιλλος αν και λιγομίλητος.
Και τα χρόνια πέρασαν, ώσπου έφτασε πια να είναι τόσο γερασμένος που σχεδόν δε μπορούσε να περπατήσει, αλλά συνέχιζε να μην έχει εταίρο. Ώσπου το σώμα του πια αδυνατούσε να κρατήσει το πνεύμα του στον κόσμο. Και για αυτόν, ο κόσμος έγινε γκρίζος, οι αισθήσεις του τον πρόδιδαν, τα χέρια του έτρεμαν και δε μπορούσαν καν να πιάσουν το λαγούτο. Τα μάτια του αδυνατούσαν να εστιάσουν και σταδιακά απομακρυνόταν από τους υπηκόους του, ανίκανος να ακούσει το τραγούδι τους.
Στις τελευταίες του λοιπόν στιγμές, καθώς κείτονταν στο κρεβάτι του, στοιχισμένος από τη Σαΐμε και τους άλλους ευγενείς, άκουσε έξω τις φωνές και τα τραγούδια των μουσικών που είχαν έρθει να παραστούν στην κηδεία του Βασιλιά της Μουσικής. Αλλά αντί να νιώσει χαρά ή συγκίνηση, σφύριξε μέσα από τα δόντια του:
«Όρνια! Έρχεστε να φάτε τις σάρκες από το κουφάρι μου; Ήρθατε μήπως να δείξετε τη μουσική υπεροχή σας απέναντι μου τώρα που δε μπορώ καν να παίξω; Διώξτε τους κλοτσηδόν έξω!»
«Δάσκαλε» του είπε η Σαΐμε «αυτοί εδώ ήρθαν από κάθε μεριά του κόσμου, για να δώσουν τα σέβη τους στο Βασιλιά της Αυλής των Μουσικών. Γιατί στα χρόνια σου, από μία επιπόλαιη φράση, έγινες θρύλος, εμπνέοντας τους ανθρώπους στη μουσική, κάνοντας την Αυλή σου πιο μεγαλόπρεπη από ποτέ! Δεν ήρθαν να πάρουν το θρόνο σου, αλλά να θρηνήσουν την απώλειά σου!»
«Γιατί ποτέ δε θα υπάρξει κανείς καλύτερος από εμένα…» ψιθύρισε, απευθύνοντας την επιθανάτια ευχή του σε όποιον θα τον άκουγε.
Και σαν απάντηση, από το όριο του ορίζοντα, ήρθε η Μουσική.
Και την ονομάζουν Μουσική, γιατί δεν υπήρχε τρόπος να την αντιληφθείς αλλιώς. Ήταν μία μελωδία που έμοιαζε να αντλεί την ουσία της από το οτιδήποτε, απέραντη σαν τη νύχτα, παιχνιδιάρικη σαν τον άνεμο, παθιασμένη σαν τη φωτιά, σίγουρη σαν τη γη. Ήταν μία μελωδία που έκανε τα πάντα να την αναγνωρίσουν, ακόμη και τους θεούς να κλίνουν τα κεφάλια της στο άκουσμά της.
Ο φλαουτίστας μπήκε στην πόλη, βήμα αργό και σίγουρα, σαν κάθε κίνησή του να πατούσε στο μεγαλύτερο ιστό της Μοίρας. Οι συγκεντρωμένοι παραμέρισαν, ανίκανοι να σταθούν στο δρόμο του μουσικού με το πάλλευκο δέρμα και τα μάτια που ήταν βαθιά σαν τον πυθμένα της θάλασσας, διάστικτα με αστέρια. Πέρασε από το πλήθος και έφτασε στο παράθυρο του βασιλιά.
Το σώμα του ξανάνιωσε και η αναπνοή που πήρε τον τίναξε, μία εκκένωση, σαν την πρώτη του όταν ήρθε στον κόσμο. Τα χέρια του απέκτησαν τη σιγουριά της νιότης, τα μάτια του πλημμύρισαν με τα χίλια χρώματα του κόσμου, τα αυτιά του άκουσαν ακόμη και τον ομαδικό χτύπο των καρδιών των συγκεντρωμένων, συγχρονισμένο με τη Μουσική.
Σηκώθηκε και ζήτησε το λαγούτο του. Κατέβηκε από τα σκαλιά του παλατιού του, κλαίγοντας, κοιτώντας τον νέο με τα γεροντικά μάτια.
«Σε ευχαριστώ» είπε. Σε απάντηση, ο μουσικός του έδωσε ένα σύντομο βλέμμα γεμάτο νόημα, σαν κάθε μυστικό στον κόσμο να είχε απάντηση εκεί.
Χτύπησε τις χορδές και οι Μουσικές τους έγιναν ένα, καθώς απομακρύνονταν με σίγουρο βήμα προς τον ορίζοντα, λίγο προτού γίνουν μία μικρή κουκίδα στον κατακόκκινο δίσκο του ήλιου.
Ο νέος μουσικός της Αυλής χαμογέλασε για πρώτη φορά στη ζωή του και πήρε το βασιλιά από το χέρι, προτού σβήσουν από τον κόσμο.

Post a Comment

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου