Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

H Τίγρης των Ωκεανών

Διέγο Μαλατέστε, δια χείρας Josef Fadel Simon



Τα κουπιά μαστίγωναν την επιφάνεια της θάλασσας, σπρώχνοντας το σκαρί προς την άκρη του ορίζοντα, ανοίγοντας ένα βραχύβιο μονοπάτι μακριά από την πατρίδα, προς τον ήλιο, στις χώρες των βαρβάρων, στη μαύρη ήπειρο.
Τα ξύλα έτριζαν και το πλοίο αγκομαχούσε καθώς έσκιζε τα νερά. Η Τίγρης των Ωκεανών, φορτωμένη με διακόσιες ψυχές, εκατό από αυτές στα κουπιά, άφηνε πίσω της τη γη της Ιβηρίας με άδεια αμπάρια. Μα σαν επέστρεφε, σε τρεις μήνες από τώρα, θα γύριζε με τουλάχιστον διακόσιους φρέσκους σκλάβους, με το εβένινο δέρμα τους ελάχιστα σημαδεμένο από τα μαστιγώματα, τους μυς τους δυνατούς και τα άκρα τους αρτιμελή για να μοχθήσουν και να πεθάνουν προς τιμή των νέων τους αφεντάδων. Σα το ζώο από το οποίο έπαιρνε το όνομά του, το πλοίο γουργούριζε με ανυπομονησία, προσμονώντας για το φρέσκο κυνήγι που θα γέμιζε την κοιλιά της. Η καρδιά της ήταν αυτή ενός θεού, κάθε χτύπος της το ανέβασμα και το κατέβασμα των κουπιών, στέλνοντας το αίμα σε κάθε σημείο του κορμιού της. Τα πνευμόνια της, εκατό ζευγάρια χεριών στα κουπιά, τραβούσαν ανάσα και προμήθευαν το υλικό για τις καύσεις, καθώς κατέτρωγε τις δύσμοιρες ψυχές που την ωθούσαν στο θήραμά της. Πού και πού ένα απομεινάρι ανθρώπου, μέρος του πληρώματος ή σκλάβος αποβάλλονταν από πάνω της, σα περιττώματα.
Ο Καπετάνιος Διέγο Μαλατέστε (Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε, προστατευόμενος της Αυτού Μεγαλειότητός Του, του Βασιλέος), ατένιζε φαινομενικά τη θάλασσα, νιώθοντας τα σταγονίδια να τον χτυπούν στο πρόσωπο, να καλύπτουν τα μαλλιά του με ένα λεπτό στρώμα από αλάτι, πού και πού καρυκευμένο με αίμα, που εκτοξευόταν από την πλάτη κάποιου μαύρου σκλάβου και παρασυρόταν από τον αέρα.
 Για μερικές στιγμές, ο Διέγο έκλεινε τα μάτια του και εισέπνεε εκείνη τη θεία ευωδία, τη μυρωδιά της πληγωμένης σάρκας, την πικάντικη εκείνη μεταλλική οσμή του αίματος, ανακατεμένη με αυτή της θάλασσας. Και καθώς στεκόταν εκεί, αναλύοντας το άρωμα στο μυαλό του, φανταζόταν τον εαυτό του κύριο του κόσμου, γυμνό και αήττητο όπως οι καρχαρίες, το δέρμα του άτρωτο, το σώμα του ευλύγιστο και το στόμα του γεμάτο με ατσαλένιες οδοντοστοιχίες. Ω, πόσο υπέροχο θα ήταν, να βρει έναν αρωματοποιό που να του συνέθετε ένα τέτοιο άρωμα! Θα έφερνε νερό από τους θερμούς ωκεανούς της Μαύρης Ηπείρου και θα αποθήκευε την αρμύρα από τα πλευρά του σκάφους μέσα σε μικρά πορσελάνινα δοχεία. Θα είχε ύστερα έναν προσωπικό σκλάβο, μια γυναίκα ίσως, κατά προτίμηση παρθένα και θα έπαιρνε το πρώτο της αίμα. Αυτά τα συστατικά θα ανακάτευε. Τη μυρωδιά της θάλασσας, του πόνου, του φόβου και θα περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους με το μανδύα του κυνηγού.
«Πλησιάζει καταγίδα, καπετάνιε» μουρμούρισε ο ναύτης, πλησιάζοντας με σκυμένο κεφάλι τον αφέντη του. «Καλό θα ήταν να αλλάξουμε την πορεία μας. Είμαστε μια μέρα μακριά από το Ακρωτήρι και θα μπορούσαμε να-»
«Διατηρούμε την πορεία μας. Η Τίγρης είναι το καμάρι των ναυπηγείων μας. Είναι μια καλή στιγμή να δοκιμάσουμε τις αντοχές της»
«Μάλιστα» απάντησε ο άνδρας, ανίκανος να αντιμιλήσει στον δαίμονα που στεκόταν μπροστά του. Ήταν εκεί όταν ο προηγούμενος κυβερνήτης είχε επιχειρήσει να αλλάξει την πορεία του, όταν ο Σενιόρ Μαλατέστε είχε απλά ανοίξει το κρανίο του στα δύο, προτού τον αφήσει εκεί για να τον φάνε τα κοράκια.
Ο φόβος είναι το υλικό που κρατά δεμένη αυτή τη μάζα των ανθρώπων. Ο φόβος είναι που κρατά το σώμα της αυτοκρατορίας μας υγιές και αήττητο. Ο φόβος είναι αυτός που μας κρατά στην πορεία μας. Και ο φόβος είναι αυτό που κινεί αυτό το πλοίο. Ο Σενιόρ Μαλατέντε σκέφτηκε, χαμογελώντας. Μέσα σε αυτή τη μία και μοναδική στιγμή, είχε ανακαλύψει το νόμισμα που αγοράζει οτιδήποτε στον κόσμο: τον τρόμο. Αν ο τρόμος αυτός είχε να κάνει με φωτιά, ατσάλι, ή την ακεραιότητα της ψυχής, αυτό δεν τον αφορούσε. Σκοπός του ήταν να διατηρεί το φόβο καλοταΐσμένο, να κινεί την Τίγρη στον τόπο της τροφής της, για να φέρει και άλλο τρόμο στη Μαύρη Ήπειρο. Με αυτό τον τρόμο σα σύμβολο και νόμισμα, θα γύριζε πίσω στην Ιβηρία για να στεφανωθεί με τιμές, υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Οι ναύτες βέβαια θα παραπονιούνταν και θα μηχανορραφούσαν, όπως ακριβώς μηχανορραφούν και τα σκουλήκια αναμεταξύ τους καθώς φωλιάζουν στην πληγή που δεν έχει καθαριστεί, ενάντια στη φωτιά και στο γιατροσόφι, νομίζοντας ότι θα σκαρφαλώσουν στη σάρκα και θα κυρήξουν τον εαυτό τους κυρίαρχο του ανθρώπου. Ονειρεύονται τάχα ότι θα ζήσουν τη ζωή τους μέσα σε ατελείωτα τσιφλίκια από μαύρη σάρκα, για να τα μοιράσουν μεταξύ τους και να πληθύνουν. Ίσως τα πιο φιλόδοξα να θέλουν να ενθαρρύνουν τα υπόλοιπα να μάθουν την τέχνη των όπλων, ωστε να εξαπλωθούν και στις άλλες πληγές και να στεφανωθούν κύριοι της γης: παχιά, λευκά, τυφλά και αήττητα.
Μα σαν έρθει η γιατρειά ή ο ακρωτηριασμός, τα σκουλίκια είναι πλέον μόνα τους και πεθαίνουν, παραδομένα στον πανικό τους, στο φόβο του θανάτου, ζητώντας έλεος από τον κόσμο. Μα ακόμη και αν τους δοθεί το παραμικρό άνοιγμα, η παραμικρή ελπίδα επιβίωσης, αυτά θα ξαναρχίσουν τη μηχανορραφία και τον πολλαπλασιασμό.
Έτσι και το πλήρωμά του. Σαν τα σκουλήκια όλοι τους θα πληθύνουν με τα όνειρα της κυριαρχίας τους και σαν τα σκουλήκια θα ζάρωσουν και θα πέθανουν από τον δαυλό που θα χρησιμοποιήσει για να καυτηριάσει την πληγή της ανταρσίας.
Σκουλήκια μπροστά μου και σκουλήκια από κάτω μου. Πώς και βρίσκομαι πάντα τρυγιρισμένος από τέτοια όντα; Καλύτερα να ήμουν καπετάνιος σε ένα πλήρωμα νεκρών, που δε θα γνώριζαν πόνο ή φόβο, που δε θα κοιμούνταν και δε θα κουράζονταν.
Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το νου του Διέγο Μαλατέστε, που εκείνη τη στιγμή ένιωθε κύριος της θάλασσας, καβάλα στο τρομερό του σκαρί. Η Τίγρης ήταν το σώμα και αυτός το μυαλό, ένα μυαλό που μέσα του κλωθογύριζαν σκέψεις αντάξιες ενός θεού: ένα καλειδοσκόπιο από βία, αίμα και τρόμο, που ανέμενε να εξαπολύσει πάνω στον κόσμο, σαν τα ζωγραφιστά κτήνη που με τόση ευλάβεια λάτρευαν οι ιθαγενείς στη Μαύρη Ήπειρο.
Εκείνοι όμως δεν ήταν παρά σκίτσα, μελάνι και κιμωλία μέσα στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Εκείνος όμως ήταν σάρκα και φόβος και ατσάλι και φόβος και ξύλο και φόβος και αίμα και φόβος και ιδρώτας και φόβος και αλάτι και φόβος...
Και τότε άκουσε το γέλιο. Ήταν λίγο πιο δυνατό από τον επιθανάτιο ρόγχο που έβγαινε από τα χείλη του σκλάβου που ήταν δεμένος στο κατάστρωμα, απλωμένος σα ζώο για να πεθάνει, πριν τελικα τον γδάρουν. Μα τα άγαρμπα χτυπήματα του ναύτη είχαν καταστρέψει το δέρμα. Εκεί που δεν το είχαν σκίσει, το είχαν γεμίσει με λεκέδες από αίμα. Τα χέρια πλέον στήριζαν πλήρως το βάρος του, θυμίζοντας μια βρώμικη κούκλα, σκισμένη από ένα άτακτο παιδί.
Ο καπετάνιος πλησίασε τον άνδρα που πέθαινε. Ήταν περίπου στην ηλικία του, το σώμα του ένα χαλί από γαλάζιο και μαύρο, καθώς τα σύμβολα της φυλής του γέμιζαν κάθε πιθαμή του, ακόμη και τα λαγόνια του. Κοίταξε το πρόσωπο, πρησμένο και παραμορφωμένο από τον πόνο. Αίμα και σάλιο άφριζαν και έσταζαν από τα σκασμένα χείλη. Ο σκλάβος αυτός δεν ήταν πλέον παρά ένας σάκος από σάρκα, και όμως χαμογελούσε. Όταν τα μάτια του καπετάνιου συνάντησαν το μοναδικό μάτι που του απέμενε, τότε το χαμόγελό του σκλάβου πλάτυνε, αποκαλύπτοντας την κατακόκκινη πληγή εκεί που κάποτε υπήρχε μια οδοντοστοιχία.
«Γιατί γελάς, ηλίθιο ζώο; Σου πήρε ο πόνος τα μυαλά, ή μήπως το απολαμβάνεις;»
Ο μισοπεθαμένος ψιθύρισε κάτι στη μητρική του γλώσσα ανάμεσα στα χάχανά του, κάτι που ήταν γεμάτο δηλητήριο και κοροϊδία. Και παρόλου που ο καπετάνιος Μαλατέστε ήταν υπεράνω της εκμάθησης των ιδιωμάτων των βαρβάρων, αναγνώρισε τη σημασία των λεγόμενών του και ένιωσε οργή να φουντώνει μέσα του. Ουρλιάζοντας σχεδόν, τράβηξε το σπαθί του, κόβοντας πέρα ως πέρα το λαιμό του σκλάβου, αφήνοντάς τον να κυλίσει στο κατάστρωμα.
«Μην τολμήσει κανείς να το αγγίξει αυτό! Κρεμάστε το στο αμπάρι με τους κωπηλάτες!» ούρλιαξε στο πλήρωμα. «Και στήστε αυτό το άθλιο σώμα στο κατάρτι!»
Κανείς δεν καταριέται τον Διέγο Μαλατέστε...

***

Τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας τύλιξαν την Τίγρη και τα κύματα τη σφυροκόπησαν αλύπητα. Οι βροντές έκαναν τους αδύναμους να τρέχουν σαν τυφλά ποντικια και τους δυνατούς στη θέληση να δειλιάσουν. Σαν το χέρι του θεού, ο άνεμος και η θάλασσα θέλησαν να γυρίσουν το σκαρί, να το πνίξουν, μα η Τίγρης παρέμεινε όρθια.
Κατά πόσο αυτό είχε να κάνει με επίγεια ζητήματα, όπως τη μαστοριά των ναυπηγών της Βαρκελώνης και την εμπειρία του πληρώματος ή με άλλα, πιο σκοτεινά θέματα, είναι σίγουρα κάτι που κανένας λογικός δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Αυτό όμως που κάθε ένας θα μπορούσε να πει, αν βρισκόταν επάνω στο καράβι εκείνη τη νύχτα, ήταν ότι ο Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε δεν άφησε μήτε στιγμή το κατάστρωμα, υπέμεινε το μαστίγωμα των κυμάτων, ουρλιάζοντας κατάρες στη θάλασσα, βρίζοντας τον ουρανό και φτύνοντας την αστραπή.
 Με το που ξαναπρόβαλε ο ήλιος, τα σύννεφα μέριασαν, πλαισώνοντας τον ορίζοντα κάτω από τον οποίο έπλεε το πλοίο. Ο άνεμος κόπασε, αφήνοντας τον ήλιο να κοιτάζει το πλήρωμα σα θειος δικαστής, να καίει το δέρμα και να ξεραίνει τις γλώσσες τους. Και η μυρωδιά, εκείνη η τρομερή δυσωδία του νεκρού που αποσυντίθονταν στο κατάρτι έκανε ακόμη και τα μάτια του Διέγο Μαλατέστε να δακρύζουν και το στομάχι του να ανακατευτεί από την αηδία.
Τα θαλασσοπούλια τρυγίριζαν τότε το πλοίο, ενώ τα ποντίκια γέμιζαν τους κλειστούς χώρους του. Μα το πλήρωμα τη Τίγρης ήταν ένας προς ένας εγκληματίες, μαχαιροβγάλτες, παρμένοι από τα σκοτεινότερα σοκάκια της Βαρκελώνης, με τις αισθήσεις τους μπερδεμένες από το όπιο ή το ποτό και τίποτα από αυτά δεν τους συγκινούσε.
Εκτός από τα χαμόγελα και τα γέλια των σκλάβων. Εκείνα τα γεμάτα νόημα, ειρωνικά χασκόγελα που αντάλασσαν μεταξύ τους καθώς κοιτούσαν το κεφάλι που κρεμόταν μπροστά στα μάτια τους, με εκείνο το τρομερό χαμόγελο χαραγμένο ανεξίτηλα στο νεκρό του δέρμα. Τα μαστίγια εξαφάνιζαν για μια στιγμή τη χαρά τους, μα ύστερα τα γέλια και τα βλέματα απευθύνονταν στο βασανιστή, που σταματούσε μεμιάς, τρομαγμένος από τους αλυσοδεμένους άντρες. Και εκείνοι τότε, συνέχιζαν να κινούν τα κουπιά με ανανεωμένη θέρμη, σπρώχνοντας την Τίγρη στον προορισμό της, γελώντας όλο και πιο δυνατα, χαμογελώντας όλο και πιο πλατιά.
Για καιρό ακόμη συνεχίστηκε έτσι, με το σώμα να σαπίζει στωικά στο κατάρτι, ανέγγιχτο από τα θαλασσοπούλια, με τις μύγες να πληθαίνουν τη μέρα και την τρικυμία να χτυπά αλύπητα την Τίγρη τη νύχτα. Ο Μαλατέστε στεκόταν εκεί, κάθε ημέρα, στην πλώρη, τη μέρα τυλιγμένος στις μύγες ή στεφανωμένος από αρπακτικά, σα παχύ πτώμα το κατακαλόκαιρο, ενώ τη νύχτα το νερό τον μαστίγωνε, τυλίγοντάς τον με ένα στρώμα από αλάτι. Μόνο όταν εξαντλούνταν γύριζε στην καμπίνα του, σα φάντασμα που γυρνά στον τάφο του. Μα σαν έκλεινε τα μάτια του, τα γέλια των κωπηλατών τον τάραζαν στον ύπνο του. Απηυδυσμένος, κατέβαινε κάτω και τους μαστίγωνε αλύπητα, μέχρι που ακόμη και το μαστίγιο φθείρονταν σε σημείο αχρηστίας, πριν οι ίδιοι οι άνδρες του τον τραβήξουν με το ζόρι στο κατάστρωμα. Σαν έφτανε εκεί, καθόταν και πάλι στην πλώρη, δίχως να πει άλλη κουβέντα, αφήνοντας το πλήρωμά του να επιτελεί το έργο του, πιασμένο μέσα στη μέγγενη του φόβου που διαχέονταν απ΄ αυτό τον πάλλευκο δαίμονα.
Και με το γέλιο να συνεχίζει ακάθεκτο, με το εκείνο όλο νόημα χαμόγελο να τον χτυπά αλύπητα, ακόμη και όταν πια το σώμα κάποιου νεκρού κωπηλάτη βρισκόταν ήδη στα βάθη της θάλασσας, τροφή για τα ψάρια.
Ήταν στο τέλος της δεύτερη εβδομάδας, όταν το σώμα έπεσε πλέον από το κατάρτι, ένα απομεινάρι από σάπια σάρκα, φαγωμένο σε τέτοιο βαθμό από τη σήψη που δε κρατούσε πλέον το βάρος του. Με βαριά καρδιά, ο Διέγο έδωσε την εντολή να πεταχτεί.
 Στο τέλος του πρώτου μήνα, η έλλειψη της τροφής και η ασθένεια προκάλεσε σχεδόν μια ανταρσία, που έκανε το λεπίδι του καπετάνιου να στομώσει σχεδόν μέχρι να κατασιγαστεί.
 Ήταν κατά το τέλος του δεύτερου μήνα, που το απομεινάρι του πληρώματος στράφηκε σε αυτόν να τους βρει φαγητό, να λύσει το δεσμό της πείνας που έδενε τα σωθικά τους κόμπο. Η λύση βρέθηκε βέβαια στους κωπηλάτες. Οι πρώτοι τρεις-τέσσερις που τραβήχτηκαν με το ζόρι από τη θέση τους τούς εκαναν να σταματήσουν να γελάνε για μερικές ημέρες, μα ξεκίνησαν και πάλι όταν κατάλαβαν τι έκαναν στους αδελφούς τους.
Η Τίγρης ήταν πλέον στα μισά του τρίτου μήνα του ταξιδιού και με τους μισούς μόλις κωπηλάτες στο αμπάρι, όταν ακούστηκε η φωνή του παρατηρητή, δυνατή σαν την παράκληση κολασμένου για νερό:
«ΞΗΡΑΑΑΑΑ!»
Αν και δεν ήταν παραπάνω από μια μικρή κατσαρή λωρίδα επάνω στην απέραντη θάλασα, τα βλέμματα όλων τους καρφώθηκαν επάνω της. Ήταν μικρή, ελάχιστα ορατή, μα καθώς πλησιάσαν και την κοίταξαν καλύτερα, διέκριναν την κακοτράχαλη ακτή, τα βουνά, την αφιλόξενη πράσινη κόλαση που τους ανέμενε.
Ήταν το πιο ευτυχισμένο θέαμα που είχαν αντικρίσει ποτέ.
Και ο Διέγο Μαλατέστε, πάλλευκος και ανέκφραστος, έστρεψε το κεφάλι του προς την ξηρά. Η έκφραση του προσώπου του χάραξε βαθιά ρυάκια επάνω στο στρώμα άλατος που κάλυπτε το πρόσωπό του και νιφάδες από αλάτι και αίμα έπεσαν από τα ατημέλητα μαλλιά του. Τα μάτια του, κόκκινα από την κούραση και το μίσος, εστίασαν στην ξηρά καθώς πλησιάζε προς το μέρος του και ύστερα στράφηκαν στο πλήρωμά του, που ζάρωσε καθώς τους αντίκρισε. Χολή ανέβηκε στο λαιμό του όταν μύρισε το φόβο τους για αυτόν, όπως και το φάντασμα της προσμονής που μέχρι πριν λίγο είχε τυλίξει το καράβι.
Ηλίθια ζώα. Χίλιες φορές καπετάνιος για τους νεκρούς...
Το δικό του πόδι ήταν εκείνο που πάτησε την ξηρά  πρώτο και τα δικά του μάτια αντίκρισαν τους δυο ιθαγενείς που άρχισαν να τρέχουν προς την ασφάλεια της ζούγκλας, μακριά από το κτήνος που σύρθηκε μέσα από το ξύλινο σκαρί.

***

Ο Μαλατέστε οδήγησε τους άνδρες του μέσα στην πράσινη κόλαση που έκρυβε τους ιθαγενείς. Όταν ένα ζώο έπαιρνε τη ζωή ενός από τους δικούς του, τους έβαζε να τρέχουν ταχύτερα και όταν συνάντησε κινούμενη άμμο, έριξε μέσα αρκετούς ώστε να κάνουν γέφυρα για να περάσει. Μια νύχτα, ένας απελπισμένος καμαρότος επιχείρησε να μαχαιρώσει τον καπετάνιο πισώπλατα, μα ο λευκός δαίομονας τον ξεκοίλιασε με ένα χτύπημα ταχύτερο από αστραπή.
Και όλοι εκείνη τη νύχτα, από τον πιο ασήμαντο μούτσο μέχρι τον κυβερνήτη, ορκίστηκαν σιωπηλά πλήρη υποταγή στο Διέγο Μαλατέστε. Ο φόβος τους να μην προκαλέσουν την οργή του απάνθρωπου πλάσματος που ήταν ο καπετάνιος τους είχε εξαγοράσει την υποταγή τους. Αν έστω μια ρανίδα λογικής είχε απομείνει μέσα στο λευκό δαίμονα, σίγουρα θα είχε νιώσει ανείπωτη χαρά.
Το μικρό χωριό των ιθαγενών πολέμησε τους εισβολείς με δόρια, πέτρες και ξύλα. Κάθε ένας από τους άνδρες που πολέμησε εκείνη την ημέρα ήταν γενναίος, διακεκριμένος σε πολέμους με τις κοντινές φυλές, γνώστης της πολεμικής τέχνης, κυνηγός, αλλά πάνω από όλα, άνθρωπος.
Περίμεναν να συναντήσουν άλλους ανθρώπους, περίεργους στην όψη, σπρωγμένους από την απελπισία μέσα από τη ζούγκλα, που μέχρι τώρα θα τους είχε σίγουρα τσακίσει στα δύο, θα τους είχε φάει το μεδούλι και θα είχε θρυμματίσει το ηθικό τους.
Αυτό όμως που πρόβαλε από τη ζούγκλα ήταν ζώα που περπατούσαν στα πισινά τους πόδια, με περίεργα όπλα και μάτια θολωμένα από την τρέλα και την πείνα. Αυτός που τους οδηγούσε ήταν ένα ιφρίτ, ένα κακόβουλο πνεύμα με πάλλευκο δέρμα, που δεν ένιωθε πόνο, ακόμη και όταν το δόρυ του Ουαχάκα, του πρώτου μαχητή της φυλής, διαπέρασε το χέρι του. Τα σπαθιά τους άστραφταν μέσα στη νύχτα και τα ουρλιαχτά τους διέλυσαν το ηθικό των υπερασπιστών, που μάταια έτρεξαν να ξεφύγουν.
Όταν πλέον έφτασαν στο μικρό χωριό από καλύβες, οι δαίμονες έκαψαν και βίασαν και σκότωσαν και λεηλάτησαν. Μα όταν πια μόνο οι γέροι και τα αδύναμα παιδιά είχαν απομείνει, ο Διέγο Μαλατέστε διάλεξε ανάμεσά τους εκείνον που φαινόταν πιο γέρος (άρα, με βάση την πρωτόγονη αντίληψη της φυλής σοφότερος) και μίλησε για πρώτη φορά μετά από καιρό.
«Κι άλλους. Πού είναι οι άλλοι; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;»
Πήρε λίγο χρόνο στο γέρο να αντιληφθεί τα ουρλιαχτά του δαίμονα. Μα σαν κατάλαβε, ο φόβος έδωσε τη θέση στο χαμόγελο και η ελαφριά απόχρωση της ειρωνείας τόνισε το μαύρο του δέρμα.
Δίχως άλλη λέξη, πήρε τον καπετάνιο από το χέρι, όπως ο απελπισμένος αρπάζει το μανίκι του διαβόλου για να διαπραγματευτεί την αξία της ψυχής του σαν έρθει για να τη διεκδικήσει. Οδήγησε τους εισβολείς μακριά, εκεί που κανένας πλέον ήχος δεν ακουγόταν, εκεί που ακόμη και οι μύγες δεν τολμούσαν να πάνε. Μα ο κόσμος ήταν πια μια λεπτομέρεια για το Διέγο Μαλατέστε και το πλήρωμά του.
Εκεί, μέσα σε μια μικρή κοιλάδα, πλαισιωμένη από βράχια, τους περίμεναν οι σκλάβοι. Άνδρες και γυναίκες, ντυμένοι με κουρέλια, με πρόσωπα άδεια και μάτια χωρίς λάμψη πλέον μέσα τους. Τα σωματά τους ήταν γερά, αν και στολισμένα με βρώμικες πληγές εδώ και εκεί, που θύμιζαν αυτές που αφήνουν πίσω τους ανθρώπινα δόντια. Υποψήφιοι για καννιβαλισμό, ίσως; Το πλήρωμα τους άρπαξε πάραυτα, χωρίς να δώσει σημασία στο γεγονός ότι δεν αντιστέκονταν. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους αήττητους, αντικείμενα φόβου και τη δυσωδία που έβγαινε από το σώμα των αιχμαλώτων τη μυρωδιά του θανάτου.
Όταν ο πρώτος ναύτης δαγκώθηκε από τον ιθαγενή, η κραυγή του αντήχησε για αρκετή ώρα μέσα στη ζούγκλα. Το σπαθί του Μαλατέστε πήρε σύρριζα το λαιμό του γέρου οδηγού και το πλήρωμά του έκανε κομμάτια τον ιθαγενή με το ματωμένο στόμα, όπως και όποιον άλλο τόλμησε να ακολουθήσιε το παράδειγμά του.
«Δέστε τους! Θα τους στείλουμε στην Αυτού Μεγαλειότητά του για να σκοτώνονται στα μπουντρούμια μετά το φαγητό!»
Πειθήνια, οι αλυσίδες έκλεισαν γύρω από τα χέρια και τα πόδια των άμυαλων σκλάβων, που σύρθηκαν επειδικτικά μπροστά από το απομεινάρι του χωριού που είχαν σπαταλήσει. Ο Διέγο σχεδόν μετάνιωσε για αυτή την έξαρση βίας, για αυτή την άμυαλη καταστροφή επενδυτικού δυναμικού, όταν πρόσεξε τα γέλια και τις κοροϊδίες των επιζώντων.
Κράτησε το σπαθί του θηκαρωμένο. Θεώρησε ότι το να τους παρατήσει να πεθάνουν από τις ασθένεις και την πείνα αντί να τους πάρει τα κεφάλια ήταν μια πολύ καλύτερη λύση.
Οι σκλάβοι επιχείρησαν να ξεφύγουν κατά την επιστροφή, πότε δαγκώνοντας ή χτυπώντας με τα γυμνά τους χέρια τους δεσμοφύλακές τους. Η ανταπάντηση ήταν βέβαια άμεση από μέρους του πληρώματος, σκοτώνοντας τους σκλάβους που αντιτίθονταν. Μόλις διακόσιοι σκλάβοι τελικά αλυσοδέθηκαν στην Τίγρη των Ωκεανών. Και οι προηγούμενοι κωπηλάτες άρχισαν να ουρλιάζουν σα δαιμονισμένοι. Το μαστίγιο τους ανάγκασε να ξεκινήσουν, μα ο άνεμος έσπρωξε κυρίως το σκάφος, όλο και πιο μακριά από την ακτή.
Ο Διέγο Μαλατέστε πέρασε εκείνες τις νύχτες μέσα στην κουκέτα του, με τα ουρλιαχτά των κωπηλατών και του πληρώματος να τον νανουρίζουν. Πού και πού, κάποιος χτυπούσε την πόρτα του, μα εκείνος είχε φροντίσει να μην ενοχληθεί.
Ήταν το γέλιο που τον ξύπνησε.
Στην αρχή ήταν αδύναμο, σχεδόν ανεπαίσθητο. Θα μπορούσε να το περάσει για ροχαλητό ή λαχάνιασμα.
Μα με κάθε δευτερόλεπτο γινόταν όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο οικείο. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και όρμησε έξω από την καμπίνα, αγνοώντας τη μυρωδιά του ξεραμένου αίματος και του τρόμου. Έτρεξε μέσα στις θέσεις των κωπηλατών, από όπου ερχόταν το γέλιο και τότε το είδε:
Το κεφάλι γελούσε.
Ήταν ένα ξεραμένο πράγμα, νεκρό και ζαρωμένο και όμως γελούσε. Και μαζί του γελούσαν και οι άλλοι, σκλάβοι και ναύτες μαζί, όλοι τους εξίσου θολωμένοι και αδύναμοι όσο και οι ιθαγενείς στην πεδιάδα, στολισμένοι με πληγές φρέσκιες, που σάπιζαν μπροστάστα μάτια του. Γελούσαν, ήταν όμως όλοι τους νεκροί, τα σώματά τους γεμάτα από θανάσιμες πληγές. Τα θαλασσοπούλια δεν τριγύριζαν πλέον την Τίγρη των  Ωκεανών και τα γνώριμα ποντίκια που έτρεχαν στο κατάστρωμα ήταν μισοφαγωμένα, πεταμένα στο έδαφος ή χωμένα στα στόματα των νεκρών.
Όμως οι νεκροί κινούσαν ακόμη τα κουπια.
Ο Διέγο Μαλατέστε τότε χαμογέλασε. Το γέλιο έγινε πιο δυνατό, αλλά μετά από λίγο χάθηκε, καθώς η τελευταία ρανίδα λογικής του σκλαβέμπορου τυλίχτηκε γύρω από αυτό τον ήχο.
«ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ!» ούρλιαξε και χάραξε πορεία.

***

Τα κουπιά μαστίγωναν την επιφάνεια της θάλασσας, σπρώχνοντας το σκαρί προς την άκρη του ορίζοντα, ανοίγοντας ένα βραχύβιο μονοπάτι προς την πατρίδα, μακριά από τον ήλιο, προς τις χώρες των βαρβάρων που ανακάλυψαν το savoir faire, στη Γηραιά Ήπειρο.
Τα ξύλα έτριζαν και το πλοίο αγκομαχούσε καθώς έσκιζε τα νερά. Η Τίγρης των Ωκεανών, φορτωμένη με τραικόσιους νεκρούς, εκατό από αυτούς στα κουπιά, άφηνε πίσω της τη Μαύρη Ήπειρο με αμπάρια γεμάτα με νεκρή σάρκα και θολά μάτια. Μα σαν γύριζε πίσω, σε μερικές μέρες από τώρα, θα γύριζε με ένα δώρο που όμοιό του δεν είχε φέρει κανείς άλλος από τη Μαύρη Ήπειρο. Σκλάβοι που δε θα πέθαιναν ή θα κουράζονταν, που θα μπορούσαν να γίνουν αήττητοι στρατιώτες ή αθάνατοι δούλοι.
Η Καρδιά της πλέον χτυπούσε ασταμάτητα, μα το αίμα στις φλέβες της ήταν ξεραμένο και στεγνό. Κάτω από τη γούνα της, η σάρκα ήταν μολυσμένη, άρρωστη και νεκρή. Ήταν αθόρυβη, δίχως ανάσα να μπαίνει μέσα στα πνευμόνια της, γεμάτα με σάρκα λευκή και μαύρη, ενωμένη με τα δεσμά του θανάτου και κάτι ανίερου, που ξεπερνούσε ακόμη και αυτό.
Ό,τι είχε απομείνει από τον Καπετάνιο Διέγο Μαλατέστε (Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε, προστατευόμενος της Αυτού Μεγαλειότητός Του, του Βασιλέος), βρισκόταν μέσα στην κουκέτα του, γελώντας σιγανά με κάποιο προσωπικό αστείο. Ίσως το γέλιο του να ήταν το γουργούρισμα της Τίγρης, που με γεμάτο στομάχι επέστρεφε πίσω στο λημέρι της για να ξεκουραστεί. Ίσως ήταν η πρόβα του καθώς θα παρουσιάζε τα δώρα του στην αυλή και θα δεχόταν τις τιμές που του άξιζαν. Μπορεί και να ήταν ένα προσωπικό αστείο, μια ανταπάντηση στους κομπασμούς ενός αντίζηλού του.
Όποιο και αν ήταν το κρυφό του νόημα, η χροιά και ο ρυθμός του, θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν όμοια με αυτά που έρχονταν από το αμπάρι, από το ζαρωμένο νεκρό κεφάλι που γελούσε ασταμάτητα. Γιατί ήταν πλέον ο μοναδικός ζωντανός σε ένα πλήρωμα νεκρών, ο Τρελός Θεός, ο Κύριος της Σήψης. Ήταν αληθινός, απτός, τρομερός, σαν ένας από τους πρωτόγονους θεόυς.
Εκείνοι όμως δεν ήταν παρά σκίτσα, μελάνι και κιμωλία μέσα στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Εκείνος όμως ήταν σάρκα και φόβος και ατσάλι και φόβος και ξύλο και φόβος και αίμα και φόβος και ιδρώτας και φόβος και αλάτι και φόβος...




Post a Comment

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου