Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Φρέσκο Χιόνι


Οι σκηνές από δέρμα ήταν στοιχισμένες γύρω από τη φωτιά που έλαμπε στο κέντρο της πεδιάδας. Πόδια χτυπούσαν το κρύο έδαφος σε χορό και παιχνίδι, σχεδόν αθόρυβα κλεισμένα μέσα στο μανδύα από γούνα και δέρμα. Οι φωνές των παιδιών και το τραγούδι των μεγάλων, οι ιστορίες των γηραιότερων, αντηχούσαν μέσα στον πάγο, συνθέτοντας έναν απoχαιρετισμό στη μέρα.

Σήμερα θα αφηγούνταν τη ζωή τους, τα κατορθώματά τους στη διάρκεια της μέρας. Σήμερα, θα κοιτούσαν τον κόσμο με μάτια άσπιλα από το σκοτάδι, ντυμένο στα γιορτινά του, πριν το Μέγα Γουέντιγκο, ο Πατέρας των Αρκούδων, σηκωνόταν για να καταπιεί τον ήλιο. Ύστερα, στους έξι μήνες που θα ακολουθούσαν, ο Γουέντιγκο θα έπεφτε σε λήθαργο προσπαθώντας να χωνέψει τον ήλιο, αλλά η θέρμη του και το φως του θα τάραζαν το στομάχι του. Για έξι μήνες, ο Πατέρας των Αρκούδων θα ξεφυσούσε παγωμένους αέρηδες και θα στριφογύριζε στον ύπνο του μέσα στην πεδιάδα των ανέμων, στην άκρη του κόσμου.

Μα ο ήλιος θα τον έτρωγε από μέσα και ο Πατέρας των Αρκούδων θα αρρώσταινε βαριά. Τότε, όπως και αμέτρητες φορές πριν, ο Κόρακας θα του έφερνε το βοτάνι που θα τον έσωζε, με αντάλλαγμα τον ήλιο. Και όπως κάθε φορά, ο Γουέντιγκο θα ξερνούσε τον ήλιο και θα ανάρρωνε. Και όπως κάθε φορά, όταν πλέον θα ήταν και πάλι υγιής, θα δοκίμαζε και πάλι να καταπιεί τον ήλιο.

Αυτή την ιστορία έλεγαν οι γέροι στους εφήβους, που κοιτούσαν με ορθάνοιχτα μάτια τον ορίζοντα, περιμένοντας να δουν το πέλμα ή το στόμα μιας γιγάντιας αρκούδας, έστω την απόμακρη σιλουέτα ενός λευκού βουνού που θα άδραχνε τον ήλιο και τα τον κατάπινε. Οι πατεράδες, που είχαν ακούσει την ιστορία αυτή αμέτρητες φορές, ασχολούνταν με την καταμέτρηση των προμηθειών και τη δημιουργία καμακιών. Πού και πού οι πιο τολμηροί συζητούσαν για κυνήγι στις πεδιάδες πέρα από τον ορίζοντα, που οι φώκιες ήταν παχιές και άφθονες.

Οι γυναίκες άκουγαν τις συζητήσεις των ανδρών και τις ιστορίες των γέρων και κρυφογελούσαν με κάποια κοινά μυστικά, για τα κουσούρια του ενός ή τις αδυναμίες του άλλου, καθώς έξαιναν τις γούνες και κατεργάζονταν το δέρμα για να φτιάξουν γούνες.

Αλλά ο Νάμο καθόταν απλώς στην άκρη, χωρίς να συμμετέχει στις δραστηριότητές τους. Ο Νάμο άκουγε το τριζοβολητό των ξύλων και τα γέλια των παιδιών, χαμογελούσε με τις φάλτσες νότες που έβγαιναν πού και πού από κάποιο λαρύγγι. Αλλά δεν έφτιαχνε καμάκια, μια και παραήταν γέρος για αυτό, ούτε έφτιαχνε γούνες, μια και αυτό ήταν δουλειά των γυναικών. Ούτε άκουγε τις ιστορίες, αφού τις ήξερε όλες. Μερικές τις είχε ζήσει μάλιστα: το μεγάλο κυνήγι των γιακ στο νότο, πριν είκοσι χρόνια, τη μεγάλη πείνα πριν άλλα τόσα, το πως αυτός και τα αδέλφια του ταξίδεψαν μέχρι την άκρη του ορίζοντα για να σκοτώσουν αρκούδες, μια και το κρέας ήταν ελάχιστο εκείνο τον καιρό.

Δεν έλεγε ιστορίες, όχι μόνο επειδή κανείς δε θα ήθελε να τον ακούσει, αλλά και επειδή δε θα ενδιέφεραν κανένα. Κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις πράξεις ενός άνδρα που θα έπρεπε να είχε πεθάνει. Τα παιδιά του ήταν πλέον ασπρομάλληδες, με τις δικές του ιστορίες να πουν και τα δισέγγονά του ήταν πλέον άνδρες.

Ο χρόνος του είχε στερήσει τη γυναίκα, τους φίλους και τους άθλους του. Δεν ήταν παρά ένα σάψαλο πλέον στα μάτια των δικών του. Δεν του το έλεγαν, αλλά ένα βλέμμα τους ήταν αρκετό για να τον πείσει. Έτρωγε τα ψάρια τους, έπιανε χώρο στις σκηνές τους.

Έτσι λοιπόν, σιωπηλά, ο Νάμο αποφάσισε να περιμένει για τη νύχτα. Μόλις το Γουεντιγκο κατάπινε τον ήλιο, θα άφηνε τον καταυλισμό. Θα διέσχιζε τη πάλλευκη έρημο και θα έφτανε πέρα από την άκρη του ορίζοντα, στην πεδιάδα των Ανέμων. Μόλις έφτανε εκεί, θα έβρισκε τον Γουέντιγκο και θα τον ανάγκαζε να ξεράσει τον ήλιο, θα τον ξύπναγε από τον λήθαργό του.

Βέβαια δε σκόπευε να γυρίσει από το ταξίδι αυτό. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε και αν θα επιτύγχανε τίποτα με αυτό, αν απλά θα γινόταν ένας λοφίσκος από πάγο μέσα στη λευκή απεραντοσύνη του κόσμου.

Αλλά ο καιρός του είχε περάσει. Αν ο κόσμος δεν επρόκειτο να τον αφήσει να φύγει, τότε θα σκαρφάλωνε στην κορυφή του ή θα πέθαινε προσπαθώντας.

Ο ήλιος έπεσε αργά από τον θρόνο του στον ορίζοντα. Ντύθηκε τα πένθιμα πορφυρά του και η φύση θρήνησε μαζί του. Κάποιος είπε ότι το κόκκινο ήταν το εσωτερικό του στόματος του Γουέντιγκο, καθώς το φώτιζε ο ήλιος, μα οι γηραιότεροι τον σώπασαν.

Η σφαίρα από φως γλίστρησε κάτω από τον ορίζοντα, και χάθηκε, αφήνοντας πίσω της το απέραντο σκοτάδι. Το κρύο έπεσε πάνω στις στέπες σα σάβανο, κάνοντας τους Ινουίτ να χωθούν μέσα στις σκηνές τους σα τρομαγμένα τρωκτικά.

Ο Νάμο όμως ήταν αυτός που σηκώθηκε, η μικρή εκείνη κηλίδα που διέσχισε το χιόνι, καθώς οι πρώτες νιφάδες άρχισαν να πέφτουν αργά και να κάθονται επάνω στους ώμους του. Έσερνε στην αρχή τα βήματά του, μα με κάθε στιγμή κινούνταν όλο και πιο γρήγορα. Το χιόνι που κούρνιαζε στους ώμους του πάγωνε τα δάχτυλα του χρόνου που τον τραβούσαν πίσω. Με κάθε του βήμα πετούσε πίσω και άλλη μια χαμένη στιγμή. Με κάθε του ανάσα έδιωχνε από μέσα του τις σκέψεις, την κούραση.

Χαμογελώντας σα το πρώτο αρσενικό της αγέλης, άνοιξε το βήμα του.

Σταμάτησε αργότερα, αφού αναγκάστηκε να πείσει τον εαυτό του να σταματήσει. Μπορεί η αυτοπεποίθηση του να του είχε παραχωρήσει μια αίσθηση ευφορίας, αλλά ήξερε ότι αυτό δε θα κρατούσε. Αν δεν έβρισκε κάπου να κρυφτεί το ψύχος θα τον εξαντλούσε και το χιόνι, που ήδη είχε αρχίσει να πέφτει με ανανεωμένη ένταση, θα τον έθαβε.

Κοιμήθηκε για λίγο μόνο και μετά άρχισε και πάλι το ταξίδι του, αφήνοντας πίσω τους λοφίσκους που έπαιζε όταν ήταν παιδί. Προσπέρασε προσεκτικά την αρκούδα που ψάρευε ένα τελευταίο ψάρι πριν πέσει σε νάρκη και απέφυγε το λεπτό πάγο που θα τον παρέσυρε μέσα στην παγωμένη αγκάλη του νερού από κάτω του.

Κυνηγούσε όποτε χρειαζόταν και άναβε ελάχιστα φωτιά. Παρέμενε αθόρυβος σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του, με μόνη σκέψη του το πέρασμα των ημερών και τα παλιά του κατορθώματα. Εκεί, στο μέρος όπου το χιόνι είχε γίνει διάφανος κρύσταλλος, είχε σκοτώσει την πρώτη του φώκια. Μερικές μέρες μετά, βρήκε το μικρό καταφύγιο που είχε φτιάξει όταν ήταν έφηβος μαζί με τα αδέρφια του, για να περάσουν πέρα από τον ορίζοντα. Στα δυτικά βρισκόταν ο Μέγας Αρού, που κάποτε είχε βάλει στοίχημα με τον ήλιο ότι μπορούσε να κάνει έναν Ινουίτ να βγάλει τη γούνα του. Αν ο Αρού νικούσε, θα παγίδευε τον ήλιο μέσα σε πάγο για πάντα, να τον κάνει δώρο στη μνηστή του. Μα αν ο ήλιος νικούσε, ο Αρού ο άσπλαχνος θα γινόταν πέτρα. Ο Αρού ξεφύσησε με όλη του τη δύναμη, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, μα ο Ινουίτ κράτησε τη γούνα του με νύχια και δόντια. Όταν όμως ο ήλιος έλαμψε, ο Ινουίτ την έβγαλε και ο Αρού έμεινε εκεί, ανίκανος να σαρώσει ξανά τον κόσμο με τους τρομερούς του αέρηδες.

Του πήρε περίπου έξι νύχτες για να φτάσει στο παγόβουνο που σημάδευε την άκρη του ορίζοντα. Μέτρησε τις προμήθειές του τότε και όταν τελείωσε, ήξερε πως δεν είχε αρκετές για να κάνει το ταξίδι του γυρισμού. Εκείνη τη νύχτα έφαγε ελάχιστα και αποφάσισε να μην ξεκουραστεί. Ανέβηκε το βουνό, ακολουθώντας το μονοπάτι που είχαν χαράξει εκείνοι που είχαν έρθει εδώ πριν από αυτόν χρόνια πριν, από την αυλή του ήλιου στην αυγή του χρόνου.

Μα καθώς έφτανε στην κορυφή του μονοπατιού, εξουθενωμένος και παγωμένος, μια πνοή αέρα τον χτύπησε καταπρόσωπο, απειλώντας να τον ρίξει κάτω. Ο περιπαιγμός του ανέμου χτύπησε κατά πρόσωπο τότε.

Πού πηγαίνεις, γερό-Ινουίτ; Θα πεθάνεις εκεί πέρα!

Ο Νάμο όμως στάθηκε και έκανε το πρώτο βήμα.

Θα σε καταπιεί το κρύο γέρο. Θα σε γδάρουμε εμείς και θα σε θάψει το χιόνι, αν δε σου φάει πρώτα το πρόσωπο καμιά αρκούδα.

Ο Ινουίτ πάτησε γερά και έκανε το πρώτο του βήμα προς τα έξω.

Θα προκαλέσεις λοιπόν τον Γουέντιγκο; Θα τολμήσεις να ενοχλήσεις τον Πατέρα των Αρκούδων; Γύρνα πίσω ηλίθιε σάκε από κρέας. Γύρνα πίσω και περίμενε τη Γρια Θάνατο να έρθει να σε πάρει!

Αυτά και άλλα λόγια περιπαικτικά έλεγαν οι άνεμοι στον Νάμο, μα αυτός συνέχισε. Τα μάτια του ήταν σχεδόν τυφλωμένα από τις νιφάδες που οι άνεμοι έριχναν στο πρόσωπό του, μα σαν ακούμπησε το πόδι του στην άλλη πλευρά, μια νεκρική σιγή επικράτησε παντού.

Βρισκόταν πλέον πέρα από τον ορίζοντα, ενώ το χιόνι έπεφτε πυκνό παντού. Το ψύχος είχε καταλαγιάσει σα δαιμόνιο πάνω στους ώμους του, ενώ δεν υπήρχε σημάδι ζωντανού όντος γύρω του.

Για μια και μοναδική στιγμή, η μοναξιά άδραξε τον γέρο-Ινουίτ. Μα ο Νάμο συνέχισε, ασταμάτητος. Με τα βήματά του να αντηχούν μέσα στην απέραντη πεδιάδα και τα πόδια του χωμένα ως τον αστράγαλο στο παχύ χιόνι, ήταν η μόνη ατέλεια μέσα στο απέραντο λευκό. Όμως ο Νάμο δεν έχανε την ελπίδα του, ακόμη και μέσα σε αυτό το απόλυτο σκοτάδι. Επειδή άκουγε, κάπου στο βάθος, το μουγκρητό του ανέμου, το ροχαλητό του Γουέντιγκο.

Όταν τελικά εξαντλήθηκε, έκανε ένα πρόχειρο καταφύγιο μέσα στο χιόνι και έκλεισε τα μάτια του. Η κούραση τότε έγινε γλυκιά ευφορία και το ψύχος το πρωινό φως του ήλιου. Τα πόδια του πατούσαν μέσα στο σκληρό χώμα της τούνδρας και κυνηγούσε παρέα με τους αδελφούς του. Τα χέρια του έσφιγγαν το σώμα της γυναίκα του και τα χείλη του δάγκωναν το πιο τρυφερό κρέας. Οι οσμές από ανθρώπινα σώματα, κουλουριασμένα όλα μαζί για να γλυτώσουν το κρύο γαργάλησαν τη μύτη του. Μέσα στο όνειρό του, τα νανουρίσματα των γυναικών έκαναν τα βλέφαρά του να βαρύνουν...

Ο Νάμο τότε τινάχτηκε, πετώντας από πάνω του το χιόνι που τον είχε καλύψει. Είχε σχεδόν πεθάνει εκείνη τη στιγμή, είχε σχεδόν αφεθεί στο ψύχος. Από κάπου ψηλά άκουσε τις βλαστήμιες των ανέμων. Πήρε τα εφόδιά του και ξεκίνησε ξανά. Μα οι σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του. Θυμόταν τη φωτιά και το κρέας. Τα αδέλφια του, που ένας προς έναν τον είχαν αφήσει πίσω, τα παιδιά του, που τα είδε να γερνούν και να κάνουν τα δικά τους παιδιά. Είχε ζήσει περισσότερο από όλους τους. Είχε νικήσει τον χρόνο και τη φθορά. Είχε περάσει την άκρη του ορίζοντα, είχε φτάσει εκεί που οι τωρινοί νέοι δε θα τολμούσαν να σιμώσουν. Είχε αντικρίσει με τα μάτια του τον τόπο με τις παχιές φώκιες και είχε δει ότι δεν ήταν παρά μια απέραντη λευκή έρημος. Μπορούσε να πάει πίσω, να τους πει την ιστορία του, να καυχηθεί. Ίσως αν πήγαινε πίσω, αν έφερνε μια μικρή ομάδα από Ινουίτ, τότε όλοι μαζί θα μπορούσαν να πάνε και να ταράξουν τον Γουέντιγκο. Πόσο υπέροχο θα ήταν αυτό, να γίνει θρύλος.

Μα ο Νάμο ήξερε ότι έκανε λάθος. Ήξερε πολύ καλά ότι ήταν ετοιμοθάνατος. Και αν δεν τον εξόντωνε το ταξίδι, θα τον σκότωνε η θλίψη, όταν θα γύριζε πίσω στη φυλή του, σαν θα έβλεπε τα απογοητευμένα βλέμματά τους. Δε λέει να πεθάνει, θα σκέφτονταν. Και τώρα θα μας φορτωθεί περισσότερο, θα παρασύρει τα παιδιά μας στο ηλίθιο ταξίδι του.

Ο Ινουίτ άνοιξε το βήμα του και ούτε μια φορά δεν ξανακοίταξε πίσω του.

Μέσα από χιόνι και όλο και πιο άγριο κρύο, ο Νάμο έφτασε στην Πεδιάδα, όπου οι αγέρηδες ούρλιαζαν και τα παγωμένα νέφη νανούριζαν τον Γουέντιγκο. Μπήκε μέσα, τρέχοντας σχεδόν, αντιστεκόμενος στην ορμή των ανέμων, που ούρλιαζαν με οργή στο πρόσωπό του.

Πέταξε το σακίδιό του για να διευκολύνει τις κινήσεις του, αφήνοντάς το δίπλα σε ένα μικρό λόφο από πάγο. Το καλάμι και το καμάκι του τα κάρφωσε στο έδαφος, δίπλα από μια μικρή συστάδα από κρυστάλλους, λεπτούς και ίσους με αυτόν σε ύψος.

Η κρούστα πάγου πάνω στο σώμα του έσπαζε και ξανασχηματιζόταν σε κάθε του βήμα, καλύπτοντας τα μάτια του. Μισότυφλος, ο Νάμο τρέκλισε προς την πηγή της θερμότητας, προς την κοιλιά του Γουέντιγκο. Με μουδιασμένα χέρια, βυθίστηκε σχεδόν μέσα στη γούνα του Γουέντιγκο και ψηλάφισε προς τα πάνω, προς τη μουσούδα του. Η θέρμη του παγιδευμένου ήλιου ζέσταινε το πρόσωπό του, αλλά σιγά-σιγά έσβηνε, καθώς σίμωνε όλο και περισσότερο προς τας ρουθούνια του κτήνους, από όπου ξεκινούσαν οι άνεμοι.

Με τα μάτια ανοιχτά, διέκρινε την τεράστια μουσούδα, τα πάλλευκα δόντια και την κατάμαυρη υγρή μύτη. Είδε επίσης τους άλλους παγωμένους σχηματισμούς μπροστά του, τα σχήματα των ανθρώπων που είχαν κρυσταλλώσει μπροστά στο Γουέντιγκο, προσπαθώντας να το σκουντήσουν μέχρι να ξυπνήσει.

Αλλά ο Νάμο είχε άλλο σχέδιο. Με τρεμάμενα χέρια, σκαρφάλωσε τη γούνα του κτήνους. Θα έφτανε στο κεφάλι του και εκεί θα τον δάγκωνε και θα ούρλιαζε μέσα στα αυτιά του, ενοχλώντας τον σα τσιμπούρι, μέχρι που να τον αναγκάσει να ξυπνήσει. Μα σαν βρέθηκε μες τη γούνα του Γουέντιγκο, το σώμα του μούδιασε από άκρη σε άκρη. Κάθε του βήμα ήταν ένας άθλος και κάθε του κίνηση έπαιρνε έναν αιώνα. Απεγνωσμένα, τα πνεύματα του αέρα αρπάζονταν από τα μαλλιά του και τους ώμους του, παλεύοντας να τον ρίξουν κάτω.

Ο Ινουίτ έφτασε την κορυφή του κεφαλιού του κτήνους και κάθισε κάτω, ανίκανος πλέον να σηκωθεί. Εκεί, αδυνατώντας πλέον να κάνει κάτι άλλο, ξάπλωσε δίπλα στο αυτί του και προσπάθησε να φωνάξει με όλη του τη δύναμη.

Μα το στόμα του είχα μουδιάσει και η γλώσσα του είχε μπλαβιάσει από τον πάγο. Οι χορδές του είχαν ζαρώσει και αδυνατούσαν να βγάλουν έστω και ένα κιχ. Όμως ο Νάμο ούρλιαξε, ξανά και ξανά, μέχρι που εξάντλησε κάθε ρανίδα της δύναμής του.

Και όταν πια έκανε ό,τι μπορούσε, αποκοιμήθηκε στο ρυθμό του νανουρίσματος που αντηχούσε στα αυτιά του...

Post a Comment

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου