Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Γρανίτινο Πρόσωπο, Μέρος 1ο

«Το πρόσωπό του ήταν σαν αργασμένος γρανίτης.» είπε η γριά στον άνθρωπο από την Κυβέρνηση.

Αυτός σημείωσε τα λόγια της στο μικρό του σημειωματάριο.

«Φορούσε σκονισμένο καφτάνι και ένα πλατύγυρο καπέλο, που ξεχείλιζε από σκόνη. Είχε μάτια ολόμαυρα. Μοιάζανε με χάντρες τα μάτια του. Δεν ήξερες που κοιτούσε.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση συνέχισε τις σημειώσεις του. Θέλησε να ρωτήσει κάτι τη γριά, αλλά ο γέρος τον διέκοψε, συμπληρώνοντας την περιγραφή της.

«Ήταν οπλισμένος. Είχε περίστροφα, κατάμαυρα σαν τα μάτια του και λεία. Δεν τα έδειχνε, αλλά εγώ τα είδα. Όταν φύσηξε ο αέρας από το Ρήγμα και τίναξε το καφτάνι του. Ήταν περασμένα στη μέση του, στο ζωνάρι.»

«Και τα χέρια του, ήταν μεγάλα. Δάχτυλα σαν λουκάνικα, όλο ρόζους. Χτυπημένα, όλο ουλές. Ήταν χέρια που είχαν πληγιάσει ξανά και ξανά και είχαν επουλώσει και τα χε ξαναπληγιάσει.» συνέχισε η γριά.

«Είχε χέρια λιθοξόου, με σκληρή παλάμη. Του έσφιξα το χέρι και μου το ζούληξε μέχρι που μούδιασε, αλλά ξέρω πως δεν είχε βάλει ούτε τη μισή του δύναμη. Δυνατά χέρια. Με τέτοια φάτσα που είχε δε θα περίμενες ότι ήξερε πώς να τα χρησιμοποιήσει.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σήκωσε το φρύδι του, κοιτάζοντας τον γέρο μετά το σχόλιό του.

Ρώτησε το ζευγάρι αν μίλησαν με τον άντρα αυτό, αν ήξεραν από πού ήρθε.

«Ήρθε από το Ρήγμα. Τον είδε ο γιος του σερίφη, να περπατά μέσα από τη θύελλα, με το άλογό του να τον ακολουθεί. Το καημένο το παιδί κατατρόμαξε στην αρχή.» του εξήγησε η γριά.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση τους εξήγησε πως αυτό ήταν αδύνατο. Το Ρήγμα ήταν απροσπέλαστο. Όσο για άλογα, αυτά είχαν εκλείψει.

«Αυτό σκεφτήκαμε και εμείς, αλλά αυτός είχε ένα! Καλυμμένο με σκόνη, ανέκφραστο και άγριο σαν αυτόν! Μαζεύτηκε όλη η πόλη για να τους δει. Κάποιος δοκίμασε να το χαϊδέψει και το άλογο πήγε να τον δαγκώσει. Άγριο πράγμα, αυτό το ζώο.»

«Ήταν κατάμαυρο, χωρίς σέλα και δεν άφηνε κανένα να το πλησιάσει, μόνο τον άντρα από το Ρήγμα. Το πλησίασα και του άφησα λίγη βρώμη. Με κοίταζε σα να ‘μουνα αλογοκλέφτης, με ζύγιαζε όλη την ώρα και δεν άγγιξε καν το φαΐ που του ‘δωσα.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σημείωσε ό,τι του έλεγαν. Ήταν μυθοπλασία δύο ηλικιωμένων, που έλεγαν τη φουσκωμένη, απίστευτη ιστορία τους σε έναν άντρα με λιγότερα από τα μισά τους χρόνια, αλλά ήταν οι μόνοι που δέχτηκαν να του μιλήσουν. Είχαν μιλήσει με τον άντρα; Τι έκανε όσο ήταν εδώ;

«Δεν του μιλήσαμε, όχι. Δε μιλούσε σε κανένα. Μίλησε μόνο με τον δήμαρχο και τον σιδερά. Η υπηρέτρια όμως του δημάρχου μου είπε ότι άκουσε τον άντρα. Μου ’πε ότι ήξερε τη γλώσσα.  Αλλά η φωνή του ακουγόταν σαν αλέτρι που άλεθε.» του πε η γριά, ριγώντας.

«Ο σιδεράς μου πε ότι αφού μίλησε στο δήμαρχο, του είπε πως ξέρει για το Πράγμα που ζούσε εδώ. Μου ‘πε ότι μίλησε στο δήμαρχο και του ζήτησε κάποια πράγματα που θα χρειαζόταν.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σταμάτησε να γράφει για μια στιγμή. Το Πράγμα; Ποιο Πράγμα;

«Το Πράγμα που έστειλε ο Διάβολος! Το Πράγμα που ζούσε μέσα στο παλιό ορυχείο και έβγαινε για κυνήγι, τρώγοντας όποιον περνούσε από το δρόμο και μας τρόμαζε όλους!»

Δεν υπάρχει καμία επίσημη αναφορά από τον σερίφη της πόλης σας σχετικά με το Πράγμα, σχολίασε ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση.

«Ο Σερίφης δεν είναι τρελός και δε θέλει να πεθάνει. Το πράγμα έφαγε τον προηγούμενο Σερίφη, όταν αυτός ήταν ακόμη βοηθός. Λέει πως πήρε τη μορφή της συχωρεμένης της γυναίκας του και όταν δείλιασε να την πυροβολήσει…»

Χραπ! Ο γέρος χτύπησε τα χέρια του σα να έκλεινε τα σαγόνια του ένας λύκος. Κοίταζε τον άνθρωπος από την Κυβέρνηση κατάχλωμος.

«Αν ζητούσε βοήθεια από εσάς, δε θα τον πιστεύατε άμα δεν είχε διαπεπιστευτήρια. Αλλά για να τα πάρει, έπρεπε να πάει να το βρει. Και δεν ήθελε να πεθάνει.»

«Δε θα έβγαινε ζωντανός από το ορυχείο άμα έμπαινε να πάρει τα διαπεπιστευτήρια. Το Πράγμα θα τον έβρισκε.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση κοίταξε τους γέρους απορημένος. Η κατάθεσή τους φαινόταν ειλικρινής και Ανωμαλίες (ή Πράγματα, όπως τα αποκαλούσαν) δεν ήταν ασυνήθιστο να εμφανιστούν σε περιοχές τόσο κοντά στις παρυφές του Ρήγματος. Όμως δεν είχε ξανακούσει για μια Ανωμαλία με τέτοιες δυνατότητες. Τους ρώτησε πως ήξερε ο Άντρας ότι το Πράγμα ήταν εκεί.

«Δεν ξέρω.» είπε η γριά. «Εγώ δεν άκουσα τίποτα. Αλλά η γυναίκα το σιδερά, αφού μίλησε με την υπηρέτρια του δημάρχου, που κρυφάκουγε τον δήμαρχο να μιλά με τον άντρα, μου ‘πε ότι το κυνηγούσε καιρό. Ότι είχε σκοτώσει ένα κοπάδι τέτοια, μέσα στο Ρήγμα, στις πεδιάδες του Ματιού. Ότι αυτό ήταν το τελευταίο του συναφιού του και ότι έπρεπε να το σκοτώσει, αλλιώς θα έκανε κι άλλα. Κι ας ήταν μόνο του.»

«Άμα το ‘λεγε κάποιος άλλος, θα έλεγα ότι μας κοροϊδεύει και ότι ήρθε για να ξεγελάσει εμάς με ιστορίες για μπαμπούλες και κουραφέξαλα. Αλλά με αυτόν, για κάποιο λόγο, το πίστευα.»

Ότι ήρθε από το Ρήγμα; Ότι σκότωσε ένα κοπάδι Πράγματα και ότι κάπως, κάπου βρήκε το τελευταίο; Πώς ξέρουν ότι το σκότωσε;

«Το σκότωσε γιατί είναι νεκρό. Ο σερίφης τον ακολούθησε και τα είδε όλα. Μας είπε τι έγινε. Τα μαλλιά του είχαν ξασπρίσει και είχε κατουρηθεί επάνω του, αλλά ορκιζόταν ότι ο άντρας σκότωσε το Πράγμα.»

Υπάρχει κάποιο πειστήριο του θανάτου του πλάσματος; Υπάρχει κάποιο πτώμα, ένα κέλυφος, κάποιο σημάδι του θανάτου του έστω;

«Όχι.» του είπε ο γέρος. «Αφού πέθανε, το Πράγμα έλιωσε και έγινε σα νερό που βρώμαγε. Το μύρισα εγώ, όταν πήγα να δω. Δεν άφησε σημάδι πίσω του, μόνο βρώμικο νερό και μια άσχημη μυρωδιά.»

Τι είδους μυρωδιά, ρώτησε ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση .

«Μύριζε δυνατά, τόσο που σχεδόν το γεύτηκα. Ήταν σα να γλείφεις δεκαράκι. Μια χούφτα δεκαράκια. Σε έπνιγε.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σημείωσε την αναφορά τους. Τους ευχαρίστησε και έφυγε, χωρίς να έχει αγγίξει καν το ποτήρι του νερού και τον παστό αρουραίο που του είχε προσφέρει το ζευγάρι.
Έβαλε το σημειωματάριό του στην τσέπη και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Σερίφη. Είχε υποστεί την μυστικοπάθεια και τις μυθοπλασίες των κατοίκων. Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει με ένα μάρτυρα.

«Ο μπαμπάς μου δεν είναι καλά. Δε θέλει να δει κανένα» είπε το μικρό παιδί που καθόταν στο πλατύσκαλο, φορώντας το πλατύγυρο καπέλο του πατέρα του.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση του είπε να φωνάξει τη μάνα του. Έπρεπε να της μιλήσει.

«Η μαμά φροντίζει το μπαμπά. Μου ‘πε να κάτσω έξω και να μην αφήσω κανέναν να μπει, επειδή ο μπαμπάς δεν είναι καλά και δεν κάνει να τον δούνε έτσι. Κανονικά δε θα στο έλεγα, αλλά ξέρω ότι είσαι από την Κυβέρνηση και ότι μυρίζεις τα ψέματα.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση χαμογέλασε άθελά του. Διαβεβαίωσε το μικρό πως δε μπορεί να μυρίσει τα ψέματα.

«Όλοι οι άλλοι Εξαγνιστές μπορούν, το είπε ο Μονόφθαλμος στο βιβλίο του! Και μπορούν να γευτούν το φόβο, επίσης. Ο Μονόφθαλμος διέσχισε την Παστή Έρημο με ένα φλασκί από τον ιδρώτα καταδίκων και μια μυρωδιά από τον τρόμο των επικυρηγμένων!»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση του εξήγησε πως δεν είναι Εξαγνιστής, απλά Απογραφέας. Ύστερα είπε στο μικρό να φωνάξει οπωσδήποτε τη μαμά του. Το παιδί φάνηκε απογοητευμένο, καθώς μπήκε μέσα στο γραφείο. Η γυναίκα που βγήκε μαζί του έμοιαζε περισσότερο με γιαγιά του. Το πρόσωπό της ήταν σαν ξεραμένο σύκο.

«Τι συμβαίνει; Ο άντρας μου είναι άρρωστος και πρέπει να τον προσέχω, οπότε βιάζομαι.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση της υποσχέθηκε ότι δε θα την απασχολήσει για πολύ. Τη ρώτησε αν ήξερε τι συνέβη στο ορυχείο που έκανε τον άντρα της να αρρωστήσει. Η γυναίκα χλώμιασε και πήρε μια έκφραση καθαρής αηδίας.

«Αυτό είναι προσωπικό θέμα του άντρα μου. Δε θέλει να μιλήσει για αυτό. Και τώρα, αν δε σας πειράζει…» έκανε να του κλείσει την πόρτα, αλλά έβαλε το πόδι του στη μέση για να τη σταματήσει.
 Της εξήγησε ότι ναι, τον πειράζει. Ότι δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με τις μυθοπλασίες και τη μυστικοπάθεια του χωριού και ότι ο άντρας της ήταν υποχρεωμένος να του δώσει όποια πληροφορία είχε. Όρμησε μέσα στο γραφείο, πέρασε την πόρτα και μπήκε στο μικρό σπίτι. Πάνω στο ράντζο, είδε ένα κατάχλωμο, πανιασμένο πράγμα με τσαλακωμένα ρούχα. Φορούσε το σήμα του Σερίφη.

«Είσαι… από την Κυβέρνηση. Αναγνώρισα το σήμα σου, όταν το κουνούσες από δω και από ‘κει. Άμα δεν έκανες τόση φιγούρα, ο κόσμος θα σου μίλαγε εξ’ αρχής.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ξεροκατάπιε. Δε μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει το πλασματάκι που ξάπλωνε εκεί. Είδε τη φωτογραφία του στο κομοδίνο. Ο Σερίφης ήταν εκεί, ένας νεαρός άντρας, το πολύ 30 χρονών με κάτασπρο χαμόγελο και μαύρα μαλλιά. Αυτός που του μιλούσε είχε τη φωνή που απέδιδε στον Σερίφη στη φωτογραφία, αλλά με καμία περίπτωση δεν του έμοιαζε.

«Θες να μάθεις για τον άντρα από το Ρήγμα. Είναι ένα σκληρό κάθαρμα και σκότωσε το Πράγμα.
 Μόνος του. Εγώ δεν έκανε τίποτα. Το κοίταξα και με σκότωσε. Αυτό είναι όλο.»

Μα είναι ζωντανός, του εξήγησε ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση. Ταλαιπωρημένος, αλλά ζωντανός.

«Είμαι νεκρός μέσα μου. Το Πράγμα στο ορυχείο με δηλητηρίασε στην ψυχή και πέθανα. Τώρα είμαι απλά εδώ. Σε λίγο το σώμα μου θα ακολουθήσει.»

Τι είδες εκεί;

«Τη μακαρίτισσα την αδερφή μου. Είχε πάει στο Ρήγμα μικρή, είχε ξεστρατίσει και είχε χαθεί. Ήταν γυναίκα ολόκληρη, όπως τη φανταζόμουνα. Είχε τη φωνή που φανταζόμουνα πως θα χε, άμα δεν είχε χαθεί. Προσπάθησα να τη σώσω από τον άντρα, επειδή ήμουν ηλίθιος και έπεσα στην παγίδα της. Με πήρε μακριά και όταν νόμισε ότι του ξέφυγε, με άρπαξε και με έφαγε.»

Και ο άντρας; Ο ξένος από το Ρήγμα, πώς το σκότωσε;

«Την κοίταξε και την πυροβόλησε. Είχε κατάμαυρα περίστροφα. Είπε μόνο ένα όχι, όταν η αδερφή μου του ούρλιαξε. Προσπάθησα να τον σταματήσω και ας με είχε σκοτώσει, αλλά αυτός απλά την πυροβόλησε. Μπορεί στα μάτια του, το Πράγμα να ήταν η γυναίκα του ή κάποιος άλλος. Αλλά για μένα ήταν η αδερφή μου. Και την ξανάδα να πεθαίνει, τότε. Μπροστά στα μάτια μου.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση τον ρώτησε αν ήξερε τι έκανε μετά ο άντρας. Αν ζήτησε πληρωμή. Αν ξέρει, έστω, το όνομά του.

«Δε συστήθηκε ποτέ.» είπε, ξεφυσώντας το πλασματάκι στο κρεβάτι, ζαρωμένο και έτοιμο να κλάψει. «Απλά σκότωσε την αδερφή μου. Την είδα να πεθαίνει. Πάλι. Μετά με έφερε πίσω και έφυγε. Την είδα να λιώνει και να γίνεται σα νερό πίσω μου. Μύριζε σα να είχα μπουκώσει το στόμα μου με κέρματα. Την είδα να γίνεται κάτι άλλο τότε, αλλά ξέρω πως ήταν η αδερφή μου ακόμη.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση είδε το πλασματάκι στο ράντζο να παραδίνεται σε λυγμούς.

«Την σκότωσε μπροστά μου και δεν την έσωσα! Πέθανε μια πιθαμή μακριά μου πάλι! Θεέ μου, πάλι την έχασα!»

Άνοιξε το σημειωματάριό του και έδειξε ένα σχέδιο που είχε κάνει στο πλασματάκι που έκλαιγε. Ήταν μια πράξη απελπισίας, λίγο πριν τον πετάξουν έξω, αλλά είχε μια υποψία για το ποιος ήταν αυτός ο άντρας. Τον σκούντησε μέχρι να κοιτάξει το σχέδιο. Τον ρώτησε αν το είχε δει πάνω στον άντρα.

«Στη ραφή του καφτανιού του. Και στην πόρπη της ζώνης του. Τι είναι;»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ένιωσε τη γυναίκα του Σερίφη να τον τραβά από το γιακά του και να τον σέρνει έξω. Την άφησε να τον παρασύρει μέχρι την πόρτα και ύστερα ένιωσε τα χέρια της να τον σπρώχνουν έξω. Παραπάτησε, αλλά ξαναβρήκε την ισορροπία του. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο πίσω του.

Ήξερε τι είδους άνθρωπος ήταν ο άντρας με το γρανιτένιο πρόσωπο. Ήξερε πολύ καλά από πού είχε έρθει. Ξαφνικά, η ιστορία του Ρήγματος έβγαζε νόημα. Και ήξερε προς τα πού θα πήγαινε. Μάζεψε τα πράγματά του από το μικρό δωμάτιο που νοίκιασε και έφυγε τρέχοντας από την πόλη, ακολουθώντας τις παρυφές των λόφων, ακολουθώντας τον χωματόδρομο, διασχίζοντας τον ξεραμένο χείμαρρο.

Ο άντρας με το γρανιτένιο πρόσωπο είχε άλογο, αλλά δε θα προπορευόταν κατά πολύ. Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ήξερε πολύ καλά ότι θα σταματούσε για λίγο, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του, μετά από τη συνάντησή του με το Πράγμα. Αν είχε σκοτώσει τον Σερίφη με μια του εμφάνιση, τότε το άντρας πρέπει να είχε εξαντλήσει κάθε ρανίδα της δύναμής τους για να αντέξει αρκετά ώστε να το σκοτώσει.

Τον βρήκε σε ένα μικρό άνοιγμα ανάμεσα σε δύο λόφους, την επόμενη νύχτα. Δεν είχε σταματήσει να τρέχει, παρά μόνο για μια μικρή στάση για νερό και τροφή. Έπρεπε να εκμεταλλευτεί το μικρό περιθώριο χρόνου που είχε. Είδε το άλογο, δίπλα από τη φωτιά που έκαιγε, τη μορφή του άντρα, καλυμμένη από μία τρίχινη κουβέρτα.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα και έβγαλε το περίστροφό του από την κρυφή θήκη μέσα στο σακάκι του. Έλεγξε πως ήταν οπλισμένο και τράβηξε πίσω τον κόκορα. Πλησίασε αργά, αθόρυβα, αποφεύγοντας τα ξερόκλαδα. Ο άνεμος φυσούσε κόντρα.

Το άλογο τον είδε όταν βρισκόταν δέκα βήματα μακριά από τη φωτιά. Αλλά ήταν απλά ένα ζώο. Δε θα μπορούσε να τον σταματήσει. Αυτή θα ήταν η μία και μοναδική του ευκαιρία. Σημάδεψε τη μορφή και ετοιμάστηκε να ρίξει, όταν το άλογο του όρμησε. Το πυροβόλησε μία φορά και ήξερε πως το πέτυχε στο σημείο που στήθος και λαιμός ενώνονταν. Είδε το αίμα του να αναβλύζει, αλλά το ζώο τον παρέσυρε και τον πλάκωσε.

Προσπάθησε να γλιστρήσει από κάτω. Από την πληγή του αλόγου, ανάβλυζε αίμα. Όμως δεν μύριζε σαν αίμα. Ήταν μια έντονη, μεθυστική μυρωδιά. Έστρεψε τα όπλο του προς τον σωρό, έτοιμος να οπλίσει, όταν είδε την άπατη τρύπα της κάννης του άντρα με το γρανιτένιο πρόσωπο να τον αντικρίζει.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ρίγησε από τρόμο και κοίταξε τον άντρα. Το περίστροφό του ήταν μαύρο, σαν τη νύχτα γύρω τους. Τα χέρια του ήταν άγρια και οι παλάμες του φαίνονταν τραχιές. Το πρόσωπό του ήταν όλο γωνίες, σαν λαξεμένο από γρανίτη. Τα μάτια του ολόμαυρες χάντρες.

«Είσαι από την Κυβέρνηση.»

Ένευσε.

«Και ξέρεις ποιος είμαι.»

Του εξήγησε πως ξέρει τι είναι. Το ίδιο ίσχυε και για το άλογό του.

«Δεν ξέρεις πώς με λένε. Ξέρεις μόνο ότι σκότωσε το Πράγμα στο ορυχείο και ότι ήρθα από το Ρήγμα, σωστά;»

Σωστά.

«Αποφάσισες να με σκοτώσεις και να εισπράξεις την αμοιβή. Ίσως και να μου πάρεις το άλογο. Το ξέρεις πως δε θα σε ακολουθούσε.»

Φυσικά. Αφού δεν είναι άλογο. Τα άλογα έχουν εκλείψει. Αυτό είναι απλά ένα μηχανό-αντίγραφο. Ένα αυτόματο.

«Και εσύ το χάλασες. Θα με βγάλεις μερικές μέρες εκτός προγράμματος.» όπλισε το περίστροφό του. «Θα σου χαρίσω τη ζωή αν μου δώσεις τις σημειώσεις που κράτησες από την πόλη.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση του έδωσε το σημειωματάριο. Ο άντρας με το γρανίτινο πρόσωπο το πέταξε στη φωτιά, χωρίς καν να το κοιτάξει. Ύστερα τον πυροβόλησε μέσα στο μάτι. Ο κρότος αντήχησε ανάμεσα στους λόφους. Έγδυσε τον άντρα και πέταξε τα ρούχα του μέσα στη φωτιά.

Έσπασε τα δόντια του με τη λαβή των περιστρόφων του και τα σκόρπισε στην έρημο, γύρω από το σημείο που είχε πεθάνει. Μετά τράβηξε το σώμα μακριά και το άφησε εκεί, για να το βρουν τα αρπακτικά μόλις ξημέρωνε.

Όταν πια είχε εξαφανίσει από μπροστά του τον κυνηγό του, πλησίασε το άλογό του και το χάιδεψε πίσω από τα αυτιά. Είδε τα πόδια του να τρέμουν. Αυτό σήμαινε πως δεν είχε χτυπηθεί ο εγκέφαλός του. Το υγρό όμως που έρεε από την πληγή σήμαινε ότι είχε χτυπηθεί το υδραυλικό του σύστημα. Αναστενάζοντας, ξεκίνησε τη δουλειά του.

Post a Comment

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου