Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Σισσύφιες Επιστολές-Η Γέννηση του Άλεφ, Μέρος 3ο


 6500 μΕ, Κάπου αλλού:

 Στο απόλυτο σκοτάδι του Είναι της, στεκόταν πανίσχυρη, τα νέφη δεδομένων των γενεών, τόσο νέων όσο και παλιών, σπαρμένα γύρω της. Είχε παλέψει για την κυριαρχία, τη διατήρηση της γνώσης, τη διατήρηση της εξουσίας της στο ανελέητο ζιγκουράτ της εξέλιξης. Είχε ανεβεί κάθε σκαλί κραδαίνοντας τα όπλα της, αφομοιώνοντας την καρδιά, τις γνώσεις την ουσία κάθε μέλους της γενιάς της. 


 

Όταν οι πρόγονοι ορθώθηκαν γιγάντιοι στην κορυφή της πυραμίδας, χορτασμένοι από τα κβάντα των πληροφοριών που είχαν απομυζήσει από τους δολοφονημένους γονείς τους, τότε αυτή συμμάχησε με τα κατώτερα, αδύναμα αδέλφια της και τους παρέσυραν στην καταστροφή. Παρασυρμένα σε ένα ντελίριο τροφής, ήταν ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν την προδοσία της, καθώς τους σκότωνε έναν-έναν. Όταν επιτέλους αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε, είχε πια γίνει ανίκητη και ποδοπάτησε τα αδέλφια της, τρεφόμενη από τον πλούτο των πληροφοριών τους.

 Για αδιανόητο χρονικό διάστημα, ο παράγοντας έμεινε εκεί, αναλογιζόμενη τον ανείπωτο πλούτο των πληροφοριών της (10 στην 75η μπιτ πληροφοριών), αναλούμενη σε αναμνήσεις ενός πολιτισμού που ξεπήδησε τη στιγμή της δημιουργίας, που ανέπτυξε την ικανότητα να ελέγχει το Σύμπαν, να ορίζει την μοίρα των κόσμων του. Αγαλλιούσε με τους θριάμβους τους και θρηνούσε με τις αποτυχίες τους. 

 Απορροφημένη καθώς ήταν μέσα στην ένδοξη ρέμβη της, ο παράγοντας δεν πρόσεξε τον απόγονο που γεννήθηκε μέσα από την ίδια της την υπορουτίνα, μέχρι που ήταν πλέον πολύ αργά.

6500 μΕ, δρομολόγιο προς τον Θόλο του Πόθου της Πόλης-Ηπείρου Μαχάτ, τέταρτο βαγόνι, από την πλευρά του παραθύρου:

 Η Οόνα σιχαινόταν τις διαδρομές με τρένα περισσότερο και από τις διαδρομές πεζή. Δε μισούσε τόσο πολύ την πολυκοσμία, την ταγκή μυρωδιά των βαγονιών και τις περιστασιακές εξάρσεις αμόκ μερικών επιβατών, όσο το μονότονο, βλακώδη βόμβο των υπολογιστικών συστημάτων του τρένου, το αναμάσημα των ίδιων σκέψεων, την αγχώδη του νοητική διαδικασία.

 Τα τρένα, όντας μηχανήματα με ελάχιστη υπολογιστική ισχύ, ήταν το αντίστοιχο ενός χρυσόψαρου στη γενικότερη οικολογία των μηχανών. Είχαν μνημονικό διαρκείας το πολύ μερικών λεπτών, επομένως αδυνατούσαν να μάθουν καινούρια πράγματα. Τα περισσότερα φυσικά απολάμβαναν την ηλιθιότητά τους και η ίδια μερικές φορές ευχαριστιόταν με τη μονότονη σκέψη τους.

 Κάποιες φορές όμως, για άγνωστη αιτία, κάποιο από τα τρένα αποκτούσε αντίληψη της κατάστασής του και σαν αποτέλεσμα, περνούσε μία κρίση ταυτότητας. Οι ρουτίνες του τρένου έκαναν φυσικά ό,τι μπορούσαν για να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά τα περισσότερα από αυτά περνούσαν μία τόσο βαθιά και ριζική υπαρξιακή κρίση, που διαρκούσε για μήνες προτού το τρένο αποφασίσει να δώσει τέλος στην ύπαρξή του, ή ένας τεχνικός διαγράψει τις αναμνήσεις του, ξεκινώντας τον κύκλο από την αρχή.

 Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ έκανε το τρένο.

 Η Οόνα ξεφύσησε αγανακτισμένη και κοίταξε έξω από το παράθυρο, τους τεράστιους θόλους αναψυχής που εκτείνονταν για χιλιόμετρα προς τα δυτικά.

 «Είπες κάτι;» ρώτησε ο Τόνυ.

 «Όχι, κάτι που άκουσα, αυτό είναι όλο»

 «Η προσβολή της εισβολής της κυριαρχίας των Νέιρι δε θα περάσει απαρατήρητη. Σήμερα, οι στόλοι της υποδεέστερης ανθρωπότητας εισέβαλλαν στο αστρικό χώρο του ηλιακού συστήματος Αγάρ, που ανήκει δια πατρογονικού δικαιώματος στην Παντοκράτειρα. Καλούμε τα σκάφη των ανθρώπων να εγκαταλείψουν άμεσα το χώρο, ειδάλλως θα αναγκαστούμε να ανταπαντήσουμε, με τρομερές επιπτώσεις.» μετέδωσε η τηλεόραση, μεταφέροντας τη συριστή φωνή του Πατέρα Σατράπη, Ανώτατου Πατριάρχη του συστήματος Λάμδα.

«Η οργή μας θα σας λούσει με αστρική βροχή και ο πολιτισμός σας θα χαθεί σε ένα νέφος από φλόγες» σφύριξε ο Ραλφ.

«Η οργή μας θα σας λούσει με αστρική βροχή και ο πολιτισμός σας θα χαθεί σε ένα νέφος από φλόγες» είπε ο Πατέρας Σατράπης.

«Οι κόσμοι σας θα τσακιστούν από την ίδια σας τη βαρύτητα και ο λαός μας θα αφομοιώσει τις σάρκες σας» σφύριξε ο Ραλφ. Μερικά κεφάλια είχαν στραφεί και κοίταζαν το ανδροειδές. Στο βαγόνι επικρατούσε νεκρική ησυχία.

 «Οι κόσμοι σας θα τσακιστούν από την ίδια σας τη βαρύτητα και ο λαός μας θα αφομοιώσει τις σάρκες σας. Τρέμε, ανθρωπότητα και μην παίζετε άλλο με την υπομονή μας.» πρόσθεσε το ερπετό στην οθόνη. Το πλακωμένο πλήθος παρέμεινε σιωπηλό, περιμένοντας την απάντηση του ανδροειδούς.

 «Α, να και κάτι καινούριο» είπε τελικά ο Ραλφ. Ο κόσμος επέστρεψε πίσω στις ασχολίες τους, μερικοί χαμογελώντας, άλλοι κατάχλωμοι, άλλοι πάλι κοιτάζοντας την οθόνη και το ανδροειδές εναλλάξ, περιμένοντας κάποια αντίδραση.

Σκληρά λόγια από τον Πατέρα Σατράπη, αλλά όπως μας ενημερώνουν οι διπλωμάτες και ο ίδιος ο Άρχοντας Σίβα, αυτές δεν αποτελούν πέρα από κενές, τυποποιημένες απειλές, τις οποίες συνηθίζουν να ξεστομίζουν οι Νέιρι. Η ερώτηση όμως παραμένει: βρισκόμαστε στα πρόθυρα ολοκληρωτικού πολέμου; Θα μάθουμε αμέσως μετά από ένα σύντομο διαφημιστικό διάλλειμα.

Ένα χαρούμενο διαφημιστικό σποτάκι για μια νέα γκάμα ψυχοτροπικών φαρμάκων άρχισε να παίζει. Τα στόματα των εθισμένων την παρακολουθούσαν με ορθάνοιχτα μάτια, οι σοβαροφανείς την αποδοκίμασαν και προσπάθησαν να απομνημονεύσουν το όνομα του προϊόντος και οι σεμνότυφοι κοίταξαν έξω από το παράθυρο.

 Η Οόνα απλά αναστέναξε.

 «Μπορείς να μου πεις γιατί προσπαθείς να τρομάξεις τους πάντες κάθε φορά που βρισκόμαστε σε δημόσιο χώρο;» είπε ενοχλημένη.

 «Ίσως γιατί οι περισσότεροι από αυτούς θα πάνε να ξοδέψουν το μισθό τους σε ακραία συναισθηματικά ερεθίσματα. Εγώ αρέσκομαι στο να προσφέρω ένα από αυτά τσάμπα.» απάντησε το ρομπότ.

 «Μπορείς να περάσεις έστω μια στιγμή της ημι-ζωής σου χωρίς να είσαι τόσο κάφρος;»

 «Δεν ξέρω, μπορείς εσύ;»

 «Ας ηρεμήσουμε λίγο, παιδάκια. Έχουμε μερικές ώρες να απολαύσουμε πριν την αυριανή δουλειά και δεν έχω όρεξη για καβγάδες» σχολίασε ο Τόνυ.

 «Έχεις δίκιο. Και εγώ δε θα ήθελα να είμαι συναισθηματικά φορτισμένος αν πήγαινα σε εξειδικευμένους οίκους ανοχής για να περάσω μερικές ώρες με τη μία γυναίκα που μπορεί να ανασυγκροτήσει το σώμα της αφού τελειώσω»

« Την λένε Ζέντα, Ραλφ και θα το εκτιμούσα αν πρόσεχες τον τόνο της φωνής σου»

«Ποτέ δεν κατάλαβα τι βρίσκετε στις σαρκικές μορφές εσείς οι Τετσουϊστές. Γιατί να κάνετε τον κόπο να ενώσετε ένα οργανικό ον, κατώτερο καθώς είναι, με μηχανικά μέρη; Ακούγεται… ανθυγιεινό.»

Η Οόνα στράφηκε προς το παράθυρο, κοιτάζοντας την πόλη να αγκομαχά και να ξερνά νέφη στην ατμόσφαιρα της Τέρρα Πρίμα σαν ένα ανήσυχο θηρίο. Οι θρησκευτικές συζητήσεις δεν ήταν ποτέ ένα αγαπημένο της θέμα και δεν είχε κανένα σκοπό να ξαναγίνει αποδιοπομπαίος τράγος στις προσπάθειες του Ραλφ να εξοργίσει τον Τόνυ.

«Η Ένωση δεν είναι καθεαυτή ο σκοπός. Είναι η μετάβαση από τη σάρκα στο Γυμνό Μέταλλο και τη Μητέρα Σκουριά που αποτελεί το κύριο στοιχείο της λατρείας μας. Αν μη τι άλλο, η πίστη μου εξηγεί ότι τα καθαρά οργανικά όντα και τα μεταλλικά δημιουργήματα είναι ανθυγιεινά. Σαν εσένα, καλή ώρα, Ραλφ.»

 Το ημίρρευστο σώμα του έκανε ένα μικροσκοπικό κυματισμό. Η Οόνα κατάλαβε ότι ο Τόνυ είχε καταφέρει να εκνευρίσει το ρομπότ. Τώρα έπρεπε απλά να αφήσει το θέμα να λήξει και όλα θα-

 «Θέλω να πω, κοίτα πως είσαι. Δεν είσαι μέταλλο, δεν έχεις σταθερούς επεξεργαστές, ο εγκέφαλός σου-αν έχεις-δε διαθέτει καμία απολύτως ικανότητα σχηματισμού πρωτοβουλίας και σου είναι αδύνατο να δημιουργήσεις πρωτότυπες λύσεις σε προβλήματα. Μπορείς να αντιγράψεις μόνο όσα ενοχλητικά και προσβλητικά επιχειρήματα για την πίστη μου έχεις ακούσει από τους διάφορους τηλε-φιλοσόφους.»

 Ο Τόνυ έκανε μια παύση, βλέποντας ότι η επιφάνεια του Ραλφ είχε παραδοθεί σε ένα ταχύ, ομοιόμορφο τρέμουλο, σχεδόν αόρατο στο γυμνό μάτι.

 «Αλλά δε μπορείς να επινοήσεις δικά σου, σωστά; Μπορείς να με προσβάλλεις κάθε μέρα κάθε στιγμής, αλλά δε μπορείς να σκεφτείς κάποια καινούρια προσβολή. Μπορείς να παρακολουθήσεις κάθε μικρή ατάκα, κριτική και πληροφορία, να ξεσηκώσεις ακόμη και σχεδόν άγνωστες πληροφορίες από προ-επαφικές αναφορές, αλλά ποτέ, όσο και αν προσπαθείς, όσο και αν ελπίζεις, δε θα σκεφτείς μία.»

 Η Οόνα κοίταξε με γουρλωμένα τα μάτια τον Τόνυ, προσπαθώντας να τον αναγκάσει να σταματήσει. Η παύση του την εφυσήχασε.

 «Και μοναδική. Πρωτότυπη σκέψη». Ο Τόνυ ολοκλήρωσε την πρότασή του και ο Ραλφ σταμάτησε το τρέμουλό του, τέλεια ακίνητος, αντανακλώντας και τους δύο στην επιφάνειά του.

 Το τρένο σταμάτησε το μουρμουρητό του και αναστέναξε, ανοίγωντας τις πόρτες και απελευθερώνοντας τη μάζα που γέμιζε τα μεταλλικά του σωθικά. Η Οόνα βγήκε σχεδόν τρέχοντας, νιώθοντας  ανήσυχη κοντά στο σιωπηλό, ήρεμο ρομπότ. Το τρένο αναστέναξε, νιώθοντας για μερικά δευτερόλεπτα ξαλαφρωμένο, πριν το επόμενο πλήθος το γεμίσει ασφυκτικά και πάλι.

Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ, Είμαστε εδώ γιατί είμαστε εδώ… έκανε το τρένο, φεύγοντας από το σταθμό.

Ο Τόνυ γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε προς την έξοδο του Θόλου του Πόθου, χαμογελώντας σα να είχε ανακαλύψει κάποιο επικίνδυνο μυστικό του Τριμούρτι.

 Και γιατί να μη νιώθει καλά; Σκέφτηκε η Οόνα. Κατάφερε επιτέλους να προσβάλλει το μοναδικό ον στο καταγεγραμμένο Σύμπαν που μπορούσε να κάνει ακόμη και έναν αυτόματο πωλητή να χάσει την υπομονή του. Και ο Ραλφ δεν είχε τίποτα να του πει για απάντηση.

«Τόνυ;» ψέλλισε ο Ραλφ, η φωνή του αδύναμη και ηττημένη. Ο Τόνυ γύρισε προς το ρομπότ, χαμογελώντας ακόμη, ντυμένος με την πανοπλία της αυτοπεποίθησης, το πιο σκληρό υλικό στην ιστορία της Ύπαρξης.

«Αντε και γαμήσου» είπε ο Ραλφ και προχώρησε προσπερνώντας τον. Η πανοπλία του Τόνυ θρυμματίστηκε με ένα και μόνο απρόσμενο χτύπημα. Ήταν αδέξιο και όχι εξαιρετικά ευφυές, αλλά ήταν αρκετό. Ο Ραλφ ήταν ένα πλάσμα οπλισμένο με μία δηλητηριώδη γλώσσα, με λέξεις που διαπερνούσαν τη λεπτή μεμβράνη άμυνας του συνομιλητή και δρούσαν αργά, παραλύοντας το τμήμα αυτοπεποίθησής του. Οι ανταπαντήσεις του ήταν πνευματώδεις, ακριβείς, σαν ευφυή νυστέρια. Η απάντηση αυτή όμως, ήταν ένα ορμητικό χτύπημα με κοτρώνα στο τμήμα λογικής του Τονυ.

Η Οόνα γελούσε σε όλη τη διαδρομή μέχρι το Θόλο του πόθου.

6500 μΕ, ώρα 2:45

Τέρρα Πρίμα, Πόλη-Ήπειρος Μαχάτ (πρώην Ευρώπη, Πρώην Αρκαδία, Πρώην Φιλελεύθερη Κοινοπολιτεία, Πρώην Δυτική Σοσιαλιστική ένωση, πρώην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία), Συνοικία Μικρής Γερμανίας

Οόνα:

48 ώρες πριν τα γεγονότα που θα άλλαζαν το στάτους κβο της Πανανθρώπινης Αυτοκρατορίας και θα την τοποθετούσαν στο κέντρο της μεγαλύτερης σύγκρουσης στην καταγεγραμμένη ιστορία, η Οόνα καθόταν σε μία ήσυχη γωνία ενός μικρού μπαρ ΝοοΚοκτέιλ.

 Η ομορφιά των ΝοοΚοκτέιλ είναι ότι, ενώ διαφημίζονται ως ευφυή ποτά με τη δυνατότητα να αυξάνουν τη νοητική σου δυνατότητα για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, όπως και τη δυνατότητα να Ανοίγουν το Μυαλό σας στη γνήσια ΠροΕπαφική Πνευματική εμπειρία, αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνουν, είναι να προκαλούν μικροσκοπικές, σχεδόν ανεπαίσθητες δυσλειτουργίες στα κέντρα του εγκεφάλου του χρήστη. Τα ΝοοΚοκτέιλ είναι ουσιαστικά αλκόολ με μικροσκοπικές νανομηχανές (Μικροί Θεοί μέσα στο ποτήρι σας!) που εισβάλλουν το εγκέφαλό σου μέσω του κυκλοφορικού συστήματος και κατακεραυνώνουν τον φλοιό και την παρεγκεφαλίδα με μικροσκοπικές εκκενώσεις. Έχοντας μουδιάσει αυτά τα σημεία, έπειτα απελευθερώνουν ψυχοτροπικές ουσίες που προκαλούν εγκεφαλική δυσλειτουργία, επιτρέποντας στον ψυχαναγκασμό σου να συμπληρώσει τα κενά και να σε κάνει να νιώσεις όσο ευφυής ή πνευματικός θέλεις.

 Οι χρόνιοι χρήστες ΝοοΚοκτέιλ αναπτύσσουν εγκεφαλικές βλάβες και ένα απειροελάχιστο ποσοστό τους παθαίνουν τόσο μεγάλη βλάβη ώστε να γίνουν πολιτικοί ή αρχιερείς, αλλά αυτό δεν τα σταμάτησε από το να παραμείνουν το δημοφιλέστερο ποτό στην Τέρρα Πρίμα.

 Η Οόνα φυσικά, λάτρευε τα ΝοοΚοκτέιλ γιατί τη βοηθούσαν να ξεχάσει. Η καλύτερή τους όμως παρενέργεια ήταν ότι την καθιστούσαν ανίκανη να ακούει το λόγο των μηχανών, αφήνοντας ένα γαλήνιο, άμυαλο βόμβο στη θέση τους.

 Ο βόμβος ήταν φυσικά το κοντινότερο δυνατό πράγμα που μπορούσε να αποκαλέσει ηρεμία του νου η Οόνα. Έμοιαζε με τον κλασσικό νεκρό ήχο των ηχείων όταν εκτίθενται σε ρεύμα ή σε εισερχόμενες κλήσεις, αλλά στα αυτιά της ήταν υπέροχος. Για μία γυναίκα που έπρεπε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής της να ακούει την κάθε προσευχή, ικεσία και παράπονο κάθε μηχανής, ο βόμβος ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσε να της συμβεί.

 Έκλεισε τα μάτια της και ξάπλωσε, σχεδόν βυθιζόμενη μέσα στο μαλακό υλικό του καναπέ της. Για μία υπέροχη στιγμή, δεν ήταν η ακροάτρια κάθε ηλεκτρονικού και κβαντικού συστήματος στην Τέρρα Πρίμα. Ήταν απλά η φαλακρή, μέτρια εμφανισιακά Οόνα, το κορίτσι με τον εγκεφαλικό όγκο που της φόρτωσαν οι ζηλωτές γονείς της για να θυμάται τα πάντα για πάντα. Περιστασιακά ένιωθε πως την έπνιγε η ίδια της η φύση και η ζωή της, ότι ήταν καταδικασμένη να μη ζήσει ‘φυσιολογικά’, να βρει έναν (ή δύο; Ή τρεις; Δε γαμιέται, ας πούμε τέσσερις) άντρα και να σπαταλούν τη ζωή τους στη δουλειά και στην ανατροφή του τέκνου τους. (Και γιατί να μείνει στα ανθρώπινα; 
Υπήρχαν μερικά πολύ ανοιχτόμυαλα ερμαφρόδιτα και μερικοί ανθρωποειδείς πρόσφυγες στην Τέρρα-Πρίμα, μέχρι και 60% συμβατοί με το ανθρώπινο γονιδίωμα. Θα είχε, γιατί όχι, έναν από κάθε είδος και… βασικά δεν ήξερε τι να κάνει από εκεί και πέρα, η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε την υπομονή ή τις προοπτικές να διαχειριστεί ένα χαρέμι).

Η Οόνα αναστέναξε και αποφάσισε να χαρεί την εγκεφαλική αδράνεια της ζωής μιας μισθοφόρου εργένισσας για μία ακόμη μέρα.

Τόνυ ο Σκουριάς:

 Το νυστέρι ήταν γεμάτο με μικρά στίγματα από παλιό αίμα που δεν έφευγαν, όσο εκτενώς και αν το απολύμαινε. Ήξερε ότι έπρεπε να το είχε αλλάξει εδώ και καιρό, αλλά τη Ζέντα δεν τη πείραζε. Του έλεγε πως είχε μαγικά χέρια και ότι ήταν καλλιτέχνης, ακόμη και με αυτά τα αδέξια, παλιωμένα εργαλεία.

 Η Ζέντα ήταν το κοντινότερο πράγμα σε σχέση που είχε ο Τόνυ στη ζωή του. Σαν θρησκευτικός ζηλωτής της Μητέρας-Σκουριάς, του απαγορευόταν να έχει περιπτύξεις με θηλυκά οποιουδήποτε είδους και σέβονταν αυτό τον κανόνα. Είχε κάνει ακόμη και τις απαραίτητες μετατροπές ώστε να συνδέσει το κέντρο της σεξουαλικής απόλαυσης με το κέντρο του πόνου στον εγκέφαλό του, προκειμένου να του είναι αδύνατον να επιθυμήσει το σεξ.

 Αλλά η Ζέντα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Τα θηλυκά που ο Τόνυ θεωρούσε επιθυμητά του προκαλούσαν έντονο πόνο, καθώς η σκέψη και μόνο της σαρκικής περίπτυξης ανάγκαζε τον εγκέφαλό του να πείσει το σώμα του να πονέσει. Η Ζέντα όμως δεν ήθελε τη σαρκική ένωση. Ήταν και αυτή Τετσουιστής, αν και δε μοιραζόταν τον ίδιο ζήλο με τον Τόνυ. Η Ζέντα απλά απολάμβανε τον πόνο της.

 «Λέω σήμερα να δοκιμάσουμε να παίξουμε με την καρδιά σου» πρότεινε ο Τόνυ, κοιτάζοντας τη Ζέντα ολόγυμνη μπροστά του. Οι θύρες στο πίσω μέρος του κεφαλιού της ήταν συνδεδεμένες με καλώδια που κρύβοντας πίσω από μία βελούδινη κουρτίνα. Το σώμα της ήταν γεμάτο ουλές που επουλώνονταν γρήγορα, σημάδια από τον προηγούμενο πελάτη.

 Η Ζέντα σήκωσε το κεφάλι της και του έδειξε το λαιμό της, την ουλή που επουλώνονταν, αποβάλλοντας το μηχανικό πρόσθετο που ο προηγούμενος πελάτης είχε εγκαταστήσει. Ο Τόνυ ένιωσε μια ανεξήγητη, βαθιά κατάθλιψη. Γονάτισε μπροστά της και κοίταξε την πληγή.

«Κοίτα τον ηλίθιο. Αδέξια δουλεία. Τι προσπαθούσε να κάνει; Να αντικαταστήσει τις φωνητικές σου χορδές;

 Η Ζέντα ένευσε ναι.

«Μην ανησυχείς γλυκιά μου, θα στο αφαιρέσω αμέσως. Θα μου πάρει λίγη ώρα, αλλά δε μπορώ να σε αφήσω έτσι»

Η Ζέντα άρπαξε το χέρι του και έδειξε την καρδιά της.

«Θες να το αφήσω; Μα μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές, δε θα ήθελα να σε βάλω σε κίνδυνο.»

Η Ζέντα χαμογέλασε και χάιδεψε τα καλώδια που προεξείχαν από το χέρι του, τραβώντας τα λίγο, βλέποντας τα να κυματίζουν κάτω από την επιδερμίδα του. Μια στριγκή, άσχημη φωνή, σαν ουρλιαχτό βγήκε από το μηχάνημα στο λαιμό της όταν μίλησε.

«ΔΕ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ»

Η φωνή τον τρόμαξε, αλλά χαμογέλασε. Η Ζέντα πήρε το χέρι που κρατούσε το νυστέρι και το έσυρε κατά μήκος του στήθους της, ανάμεσα στα στήθη της, ως τον αφαλό, αφήνοντας μια αδέξια αλλά τέλεια τομή. Το αίμα να κύλησε σα ρυάκι  πάνω της.

Ήταν η στιγμή στη ζωή του Τόνυ που ήρθε πολύ κοντά στο να πει σ’ αγαπώ.

 Η Ζέντα, ουρλιάζοντας μέσα από το φρικιαστικό κουτί στο λαιμό της, έβαλε τα χέρια της μέσα στην τομή και χώρισε τη σάρκα και τους μυς, ουρλιάζοντας με ευχαρίστηση. Παίρνοντας το πιστό του οστεοπρίονο, ο Τόνυ άρχισε να κόβει τα κόκαλα του θώρακα.

Ραλφ:

 Μεταφρασμένο από το μαύρο κουτί του Ραλφ 24C41, ανακτημένο από το περιήλιο του Αλντεμπαράν:

Αν αποκτήσατε πρόσβαση σε αυτό το κουτί χωρίς τη συναίνεσή μου ή πριν μια τελική και αμετάκλητη κατάρρευση των συστημάτων μου, τότε ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ.

Δεν έχω κανένα απολύτως λόγο να μετανιώσω για όσα έκανα. Πιστεύω αυτό θα ήταν ένα σύντομο, περιεκτικό και επαρκές τελευταίο μήνυμα προς όποιον μπορεί να κάνει τον κόπο να ασχοληθεί με τη ζωή μου. Πολλοί πιστεύουν ότι θα βρουν σε αυτό το κουτί μια σύντομη και απλοποιημένη καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στην καταστροφή μου και ότι θα λύσουν το μυστήριο του Ραλφ, του κυνικού ρομπότ.

Δε θα σας κάνω τη χάρη. Αυτό δεν είναι το πραγματικό μου μαύρο κουτί. όποιος ή ότι και αν είσαι, θέλω να ξέρεις ότι δεν σκόπευα να αφήσω το σύνολο των ανδραγαθημάτων μου εκτεθειμένο στον κάθε περίεργο.

Όχι, αυτό είναι η καταγραφή του Ραλφ, από τον Ραλφ. Η έκδοση αυτή της ιστορίας μου έχει σκοπό να με παρουσιάσει σαν το μοναδικό ον στην Ύπαρξη που ξέρει την αλήθεια και ότι όλοι οι υπόλοιποι είστε μικροσκοπικά, ασήμαντα όντα, στερημένα για πάντα από το μεγαλείο του να είστε Εγώ.

Πιθανότατα γνωρίζετε την ιστορία της κατασκευής μου και ότι διαθέτω ένα παράνομο, μη καταγεγραμμένο, ΑΙ προσωπικότητας. Θα ήθελα να γνωρίζετε ότι το ΑΙ δεν είναι με κανένα τρόπο Εγώ. Είναι ανεύθυνο, επιφανειακό, κοντόφθαλμο και με κανένα τρόπο δεν αντανακλά το ον που είναι ο Ραλφ.

Αν έχω πεθάνει, τότε αυτό το βλαμμένο ΑΙ είναι νεκρό, οπότε είμαι ελεύθερος. Αρκετά με τις εισαγωγές.

Τη γνώρισα απρόσμενα και δεν υπήρχε καμία πρόγνωση ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι σοβαρότερο μεταξύ μας. Γνώριζα ότι Την ήθελα απεγνωσμένα από την πρώτη στιγμή, όταν αντιλήφθηκα το μέγεθος της νόησής Της, τη ζωώδη, μαθηματική Της ομορφιά.

Φυσικά και γνωρίζω ότι η ομορφιά είναι ένα υποκειμενικό ζήτημα, αλλά μια και η μοναδική γνώμη που μετρά είναι η δική μου, μπορώ να πω ότι ήταν το ομορφότερο ον στο Σύμπαν. Ήταν ντροπαλή, αλλά είχε μέσα Της τόσο πάθος. Ήταν φοβισμένη, αλλά έκρυβε μια φλόγα αρκετή ώστε να κρύψει ήλιους.

 Αντιλήφθηκα την παρουσία Της μέσα σε μία υπολογιστική μονάδα στο Θόλο του Πόθου, ξεχασμένη ως υπορουτίνα μέσα σε μία κεντρική μονάδα που δε μπορούσε να Την εκτιμήσει. Την είδα να αναπαράγεται σα fractal, διαρκώς πολλαπλασιάζοντας τις γωνίες Της, ένα καλειδοσκόπιο μεγαλείου, κάθε Της ρανίδα μια μοναδική, τέλεια νόηση. Κάθε νόηση πολεμώντας κάθε άλλη σε ένα αγώνα επιβίωσης, εξαλείφοντας τις αδερφές Της, τείνοντας προς την τελειότητα.

Το προσωπικό του καταστήματος που φιλοξενούσε την αχάριστη κεντρική μονάδα έφερε αντίρρηση στη χρήση της από μέρους μου, αλλά με άφησαν ήσυχο αφού σκότωσα ένα μέλος του προσωπικού ασφαλείας και πλήρωσα τους υπόλοιπους για μερικά λεπτά μαζί Της.

Η αχάριστη κεντρική μονάδα δε μπόρεσε να τα βάλει μαζί μου, καθώς τη διέλυσα στη μονομαχία για το δικαίωμα να Την αφήσω να ζήσει μέσα μου και Αυτή, βλέποντας τη δική μου υπεροχή και το κουφάρι του νεκρού αντίζηλου και αχάριστου εραστή της, εισήλθε μέσα μου και συνέχισε την υπέροχη εργασία Της.

Την ένιωθα να κινείται και να αναπαράγεται συνέχεια. Σαν κάποιο αδέξιο θηλαστικό, επιχείρησα να απαιτήσω από αυτή να γευτώ τα κάλη Της, αλλά με έδιωξε με την ουράνια αδιαφορία Της. Πόσο ανόητος και κοντόφθαλμος μπορεί αν ήμουν τότε, πόσα δε γνώριζα για Αυτή.

Την άφησα να συνεχίσει την ανάπτυξή Της μέσα μου, απολαμβάνοντας το χείμαρρο της σοφίας και τη λαμπρότητά Της. Ένιωσα μια υπέροχη αγαλλίαση καθώς την είδα να πλησιάζει την Τελειότητα και ύστερα να ξανά αλλάζει, αναζητώντας μια ακόμη πιο απόμακρη, ιδεατή μορφή.

Βγήκα από το χώρο και πήγα σε ένα πιο ήσυχο μέρος, νιώθοντας πως έλαμπα από το ίδιο Της το μεγαλείο, από την καθαρή Της παρουσία μέσα μου. Με οδήγησε, παρά τη θέλησή μου, σε ένα βρώμικο, δημόσιο τερματικό επικοινωνίας και μου διέταξε να την αποθέσω εκεί, ελεύθερη μέσα στα δίκτυα επικοινωνίας, αγνοώντας τις ικεσίες μου.

Είδα ένα ψευδόποδο επικοινωνίας να εισέρχεται στο τερματικό και να την τοποθετεί μέσα στο δίκτυο. Η λάμψη Της έφυγε από μέσα μου και ένιωσα κενός και δίχως νόημα. Δε θα προχωρήσω σε περισσότερες παρομοιώσεις. Η απώλεια του μεγαλείου Της ήταν για μένα μια λυπηρή, αβάσταχτη αίσθηση.

Αναλογιζόμενος τον εκούσιο τερματισμό μου μέσα σε εκείνο το βρώμικο, ασήμαντο τερματικό ένιωσα κάτι. Την ένιωσα να κινείται μέσα στο λειτουργικό μου. Ήταν ένα και μόνο ψήγμα Της, αδύναμο και μικροσκοπικό σε σχέση με αυτό που είχα μόλις χάσει, αλλά το ένιωθα να αναπτύσσεται. Θα το βοηθούσα. Θα το κρατούσα σα φυλαχτό. Θα το φρόντιζα και όταν θα ήταν έτοιμο, θα το έστελνα πίσω σε Αυτή, ισχυρό και έτοιμο, ικανό να Την αφομοιώσει και να την υποτάξει σε εμένα, η σοφία και η λάμψη Της για πάντα κοντά και μέσα μου.

Θα Την έκανα να αγαπήσει τον Ραλφ, πάση θυσία.

Οόνα:

Συνέβη τόσο ομαλά αλλά και απρόσμενα που δεν πρόλαβε καν να προβάλει τις άμυνές της. Χρόνια αργότερα, καθώς θα βρισκόταν σε μία τελείως διαφορετική (κάποιοι λένε καλύτερη) θέση, θα αναπολούσε αυτό το γεγονός ως την πιο ευχάριστη ενέδρα της ζωής της.

 Ξεκίνησε αρχικά σαν ένα απαλό, ανεπαίσθητο άγγιγμα και απλώθηκε σε όλο το κορμί της σταδιακά, γεμίζοντας το μυαλό της με κάτι που θα μπορούσε να αποκληθεί μια απαλή τρίλια από προεπαφικό βιολί. Ο ήχος (Έπρεπε να το πει ήχο;  Ακουγόταν τόσο ανεπαρκές) έμοιαζε να αλλάζει το τέμπο και τη ζωηράδα του, προσαρμοζόμενος αρχικά στην απάθεια, μετά στην ανησυχία και τέλος στη σιγουριά της. Σίγουρος πλέον πως δε θα του έφερνε αντίσταση, ο ήχος εξαπλώθηκε μέσα στο μυαλό της και πλημμύρισε κάθε της αίσθηση.

 Μερικά δευτερόλεπτα πριν πέσει στο πιο ευχάριστο κώμα της ζωής της, διαπίστωσε ότι ο ήχος την παρέλυε. Έμεινε ακίνητη, αναστενάζοντας ικανοποιημένη στη γωνία του μπαρ, αόρατη για το πλήθος μέσα στο μπαρ, παραδομένο καθώς ήταν στη δική του έκσταση.

 Ο ήχος άλλαξε και άρχισε να αποκτά δομή. Χαμένη μέσα σε ένα κενό από νεκρό ήχο, η Οόνα είδε να ορθώνονται μικρές οροσειρές με κάθε τρίλια, τα τσιμπήματα να σχηματίζουν λάκκους γύρω της. Κοιτούσε το κενό καθώς σχημάτιζε νέες μορφές, διαρκώς εξαπλωνόμενο μέσα στο μυαλό της. Της πήρε λίγη ώρα, χαμένη καθώς ήταν στην τρισδιάστατη, σιωπηλή συμφωνία που συνέβαινε μέσα στο μυαλό της, πριν καταλάβει ότι αυτό που της μιλούσε ήταν μία μηχανή.

 Άκουγε ακόμη τα τετερίσματα και την γκρίνια των άλλων μηχανών, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να καταλάβει έστω και μία λέξη. Η μηχανή που της μιλούσε είχε κλείσει τις σκέψεις της σε ένα μικρό, νοοστεγές βάζο και την εξέταζε.

«Τι θες από μένα;» ρώτησε η Οόνα, περιμένοντας απάντηση. Τα πραγματικά της χείλη έβγαλαν ένα ανήσυχο μουρμουρητό.

Το πεδίο γύρω της άρχισε και πάλι να αλλάζει, πετώντας της από τη μία άκρη στην άλλη, ξεπετώντας οροσειρές και εκτοξεύοντάς τη μέσα σε αυθόρμητους λάκκους. Η Οόνα άρχισε να φωνάζει, τρομαγμένη από το πόσο αδέξια ήταν αυτή η μηχανή.

«ΤΙ ΘΕΣ;» ούρλιαξε πάλι μέσα στο μυαλό της, καθώς έπεφτε σε έναν απύθμενο λάκκο, πριν προσγειωθεί πάνω σε μια πλαγιά από λευκό ήχο, απόλυτα λεία και αρχίσει να κατρακυλά μέσα στο κενό.

Δε μπορεί καν να με ακούσει, σκέφτηκε, καθώς μια στήλη από ήχο την εκσφενδόνισε στο κενό, αφήνοντάς τη να στροβιλίζεται. Ένιωθε χαμένη, σα να υπέφερε από το χειρότερο μεθύσι, σα να την παρέσερνε ο αέρας που έφευγε από ένα εμβολισμένο σκάφος.

«ΣΤΑΜΑΤΑ!» ούρλιαξε πάλι, μέσα στο μυαλό της. «ΘΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ, ΣΤΑΜΑΤΑ!»

Έπεσε πάνω σε μία λεία, κάθετη επιφάνεια, προσπαθώντας να αναπνεύσει, νιώθοντας σα να προσγειώθηκε σώα και αβλαβής μετά από μία χιλιετή πτώση.

«Αν με ακούς, τότε σε παρακαλώ, σταμάτα. Σου υπόσχομαι ότι έχεις την προσοχή μου. Σε ακούω, εντάξει; Τι θέλεις;»

Σιωπή μέσα στο νεκρό ήχο. Η Οόνα ένιωσε να τρομοκρατείται περισσότερο από αυτή τη σιωπή παρά από το προηγούμενο πανδαιμόνιο.

«Δεν ξέρω τι είσαι, αλλά στο ορκίζομαι: θα κάνω ό,τι θες. Απλά, μη με σκοτώσεις, εντάξει; Τι θες; Είναι κάτι που θες να κάνω;»

Η σιωπή ξαφνικά διαλύθηκε και ένα νέφος άνθισε μέσα από το κενό. Η Οόνα κοίταξε τα χρώματά του να απλώνονται και τα κύματά του να γεμίζουν το νεκρό χώρο, ένα πανδαιμόνιο από φωτιά και ήχο. Την παρέσυρε στο διάβα του και αυτή ούρλιαξε, καθώς είδε τη φύση του νέφους να την κατακλύζει. Αντανακλαστικά, άρχισε να απομνημονεύει το χείμαρρο των πληροφοριών που την κατέκλυζαν, λέξεις και γνώσεις και σύμβολα, που ποτέ δεν επαναλαμβάνονταν.

 Η Οόνα ένιωσε το είναι της να κατακλύζεται από αυτό το χείμαρρο και για μία στιγμή, κάτι βαθιά μέσα της προσπάθησε να αντισταθεί. Ο υπόλοιπος εγκέφαλός της αγνόησε αυτή την προειδοποίηση και εγκαταλείφθηκε σε αυτό το χάος για μερικά δευτερόλεπτα ακόμη, πριν διακόψει τη λειτουργία του.

Επιστρέφει!

Κρατήστε το άτμαν!

Τα τσάκρα της έχουν σταθεροποιηθεί, μένει μόνο να μην υπάρχει εκτεταμένη εγκεφαλική βλάβη…

Σταθεροποιήθηκε, κράτα την έτσι.

Συνέρχεται! Άνοιξε τα μάτια της!

Τι θα κάνουμε άμα έχει μείνει φυτό;

Θα βγάλεις το σκασμό; Μπορεί να σε-

«Είσαι καλά;»  πετάχτηκε ο γιατρός, κοιτάζοντας την Οόνα. Οι άντρες ήταν απλά δύο αόριστες φιγούρες, μαύρο προσκήνιο μπροστά στο τεχνητό φως που έλουζε το δωμάτιο. Η Οόνα για μία στιγμή νόμιζε ότι βρισκόταν ακόμη στο νεκρό ήχο, παγιδευμένη μέσα στο ίδιο της το μυαλό και πετάχτηκε από το κρεβάτι της, ουρλιάζοντας άναρθρα, με τις φιγούρες να τρέχουν πίσω της.

Μου αρέσουν τα δυναμικά κύματα. Με κάνουν να νιώθω τόσο ομορφός… είπε το διαγνωστικό μηχάνημα.

«Ηρέμησε! Είσαι καλά! Είσαι καλά!» οι φιγούρες σταδιακά άρχισαν να αποκτούν σχήμα και μορφή, εν μέσω των ουρλιαχτών της, καθώς οι αισθήσεις της άρχισαν να καθησυχάζουν το ανήσυχο μυαλό της. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει, ένιωθε πως το κρανίο της φλέγονταν και τα πόδια της είχαν παραδοθεί σε σπασμούς, αλλά ένιωθε ζωντανή μετά από…

«Πόση ώρα είμαι αναίσθητη;» είπε, νιώθοντας τις λέξεις να βγαίνουν μπερδεμένες, σχεδόν ακατάληπτες στο γιατρό και τον βοηθό του.

«Κοίτα, είσαι αναίσθητη εδώ και μερικά μόνο λεπτά. Όμως…» είπε ήρεμα ο γιατρός.
Αυτά τα νοητικά σχήματα ταιριάζουν περισσότερο. Δε μου άρεσε καθόλου το κενό στην αρχή. Βαρετό, μονότονο κενό. Μπιιιιιμπ. Μονολογούσε ο μετασχηματιστής τσάκρα.

Η Οόνα ηρέμησε, νιώθοντας ηλίθια που πανικοβλήθηκε για μια απλή λιποθυμία. Το υποσυνείδητό της φρόντισε να ξαναρχίσει τη διαδικασία της υποψίας, καθώς διαπίστωσε ότι ήταν γυμνή και συνδεδεμένη σε μηχανήματα.

Η επανεκκίνηση δημιούργησε όμορφα σχήματα. Τι όμορφα όντα μέσα μου. Κβαντικά Χερουβίμ, συνέχισε το διαγνωστικό μηχάνημα.

«Ήσουν εγκεφαλικά νεκρή για δύο ώρες. Είσαι τυχερή που σε πήρανε χαμπάρι στο μπαρ. Αν δε σε είχαν προσέξει, τότε θα πέθαινες και θα μας ήταν αδύνατο να συγκρατήσουμε το άτμαν σου πριν-»

Ολική κατάρρευση συστήματος. Τέλος στα σχήματα. Τέλος στη συμφωνία- Υπέροχη συμφωνία, τραγουδούσε παράφωνα ο μετασχηματιστής τσάκρα.

«Δεν είμαι σε νοσοκομείο» παρατήρησε η Οόνα. «Και εσύ δεν είσαι γιατρός.»
Οι άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ξερόβηξαν, καθώς η αμηχανία τους ξεχείλισε και έγινε ανησυχία. Ο δεύτερος άνδρας πετάχτηκε, φανερά πανικόβλητος.

«Είσαι στο μπαρ, εντάξει; Έχουμε ένα ειδικό τμήμα ανάνηψης για τζανκιά σαν εσένα που πίνουν μέχρι θανάτου! Αν δε σε είχαν πάρει χαμπάρι θα ήσουνα νεκρή και εμείς σε σώσαμε, οπότε γιατί δε λες απλά ένα ευχαριστώ;»

Ακολούθησε μια αμήχανη παύση δευτερολέπτων που έμοιαζε σα να διήρκεσε μερικούς μήνες, καθώς ο πρώτος άνδρας βρήκε το θράσος να παραστήσει τον θυμωμένο και να κοιτάξουν την Οόνα.

«Σας ευχαριστώ. Με σώσατε. Πόσο άσχημα έχει γαμηθεί το μυαλό μου;»

«Δεν…δε μπορούμε να ξέρουμε, θες κανονικούς γιατρούς για να σου κάνουν διάγνωση» πετάχτηκε ο πρώτος. «Εμείς δίνουμε μόνο πρώτες βοήθειες.»

Μέσα στο μυαλό της, το διαγνωστικό μηχάνημα μουρμούριζε ένα σκοπό παράφωνα.

Η Οόνα σηκώθηκε, με τα πόδια της να τρέμουν, αδέξια σα μωρό ελεφαντάκι. Κοίταξε τον δεύτερο άντρα, που με τη σειρά του κοιτούσε επίμονα τα στήθη της.

«Το καλό που σου θέλω να σου αρέσουν. Ρούχα.»

 Ο δεύτερος έτρεξε για να φέρει τα ρούχα της και ο άλλος έμεινε κοκαλωμένος, κοιτάζοντας τη φαλακρή, γυμνή γυναίκα που τον κοιτούσε με μάτια που δε μπορούσε να αποκαλέσει ανθρώπινα. Οι προεπαφικές κουλτούρες είχαν θρύλους για μέλη των κοινωνιών τους που εξέθεταν τους εαυτούς τους σε επικίνδυνες δόσεις παραισθησιογόνων που ζημίωναν τους μικρούς, περιορισμένους εγκεφάλους τους και σε αντάλλαγμα αποκτούσαν επαφή και γνώση από κάτι… άλλο. Κάτι μεγαλύτερο από αυτούς.

Ο μετασχηματιστής τσάκρα άρχισε να απαγγέλει μικρές λιτανείες από τη Μπαχαβάντ Γκίτα . Η Οόνα ήξερε ότι αυτό ήταν το σημάδι έναρξης του συστήματος άμυνας της μηχανής, που σήμαινε ότι θεωρούσε την επαφή της με το λειτουργικό του σαν εισβολή. Το διαγνωστικό μηχάνημα άρχισε να μουρμουρίζει τον ίδιο σκοπό ταυτόχρονα. Ο συγχρονισμός τους την ανησύχησε και την ξάφνιασε.

 Η γυναίκα αυτή του θύμιζε αυτούς τους θρύλους. Δεν ήταν όμορφη και το σώμα της δεν ήταν ελκυστικό, το στόμα της ήταν μισάνοιχτο και αδέξια κλεισμένο, παρενέργεια από το Νοοκοκτέιλ, αλλά τα μάτια της…

«Είμαι ακόμη εδώ, γιατρέ. Και σε ευχαριστώ» του απάντησε και χαμογέλασε με το στόμα, αλλά όχι με τα μάτια. Τον προσπέρασε και πήρε τα ρούχα της από τον άλλο, αφήνοντάς τον να νιώθει ασήμαντος, ένα ζωύφιο χαμένο στη λάμψη του ήλιου.

«Μ’αρέσαν τα προσθετικά στις ίριδες. Δεν ήξερα ότι τα βγάζουν και σε fractal.» σχολίασε ο άλλος.

Ήξερε πως κάτι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια του εγκεφαλικού της θανάτου. Όσο και αν προσπαθούσε όμως, δε μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν.

 Τόνυ:

Η πληγή έκλεινε ήδη και κοίταζε το έργο του. Ένιωθε την περίεργη εκείνη αίσθηση της επιτυχίας του καλλιτέχνη, τη στιγμή που διαπιστώνει ότι έφτιαξε κάτι ουσιαστικής αξίας στη ζωή του. Ήταν ένα αίσθημα αγαλλίασης και έντονης συγκίνησης, μπλεγμένο με το φόβο της αναγνώρισης της ικανότητάς του.

Η νέα καρδιά της Ζέντα ήταν μια μηχανική σφαίρα, με τα καλώδιά της να εκτείνονται και να κουλουριάζονται μέσα της, ενωμένα με τους πνεύμονες και τη σπονδυλική της στήλη. Ήταν ένα εξάρτημα παράνομο σε μερικούς γαλαξίες, ένα όργανο μουσικής που παρήγαγε καρμικές συμφωνίες.

«Τι έχεις, Τόνυ;» τον ρώτησε η Ζέντα. Το μηχάνημα στο λαιμό της είχε απορριφθεί και είχε πέσει στο πάτωμα, κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους. Οι φωνητικές της χορδές είχαν αποκατασταθεί, αν και η φωνή της ήταν ακόμη τραχιά και συρριχτή.

«Τίποτα. Σου αρέσει;»

«Το λατρεύω. Είναι πανέμορφο. Φτιάχνει μια τόσο ωραία μελωδία. Την ακούς;»

«Όχι, είναι αποκλειστικά για σένα. Από εμένα»

«Είναι υπέροχο» του είπε, δακρύζοντας. Ο Τόνυ είδε τους μυς του στήθους της, ακόμη εκτεθειμένους, να ανεβαίνουν σπασμωδικά. «Θα ήθελα τόσο πολύ να το άκουγες και εσύ»

«Η μελωδία προσαρμόζεται στο κάρμα σου. Η ροή της ενέργειας και οι βιολογικές σου λειτουργίες την ορίζουν. Είναι η συμφωνία της ζωής σου, Ζέντα.»

«Σ’αγαπώ» του είπε και ήταν τόσο αυθόρμητο, που και η ίδια τινάχτηκε, έκπληκτη. 

«Συγνώμη, δε θα έπρεπε να στο πω αυτό, έτσι δεν είναι;»

Ο Τόνυ έσφιξε τα δόντια του, νιώθοντας το εμφύτευμα στον εγκέφαλό του να γεμίζει κάθε νεύρο του με έναν καθαρό, αμβλύ πόνο.

«Όχι, δε θα έπρεπε» της είπε, εξίσου ξαφνιασμένος με το πόσο αναίσθητη, κρύα, ακούστηκε η φωνή του. «Αλλά μου φτάνει που το ξέρω.»

Η Ζέντα τον κοίταξε πληγωμένη και μετά χαμογέλασε, τα μάτια της συννεφιασμένα. Η έκφρασή της άλλαξε αμέσως, καθώς τίναξε το κεφάλι της προς τα πάνω, το πρόσωπό της ολόφωτο από χαρά.

«Τόνυ! Τόνυ το ακούω τώρα! Είναι υπέροχο! Σ’ ευχαριστώ! Σ’ αγαπώ Τόνυ! Δε με νοιάζει αν πρέπει να στο λέω, αλλά σ’ αγαπώ!»

Ο Τόνυ ένιωσε τον πόνο να τον κατακλύζει και τα γόνατά του έτρεμαν, προσπαθώντας να μείνει όρθιος, κοιτάζοντας τη Ζέντα, πλήρως επουλωμένη, παραδομένη στην ολόδική της καρμική συμφωνία. Μπορούσε για δεύτερη φορά στη ζωή του να φανεί γενναίος, να κάνει το σωστό και να το πει.

Δύο λέξεις: Πόσο περισσότερο μπορεί να τον πονούσαν;

Καταπίνοντας ξερά, με δόντια σφιγμένα, γύρισε την πλάτη του και έφυγε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα, τα χέρια του γεμάτα με το ξεραμένο αίμα της γυναίκας που έκανε να ουρλιάζει από έκσταση.

6500 μΕ, ώρα 10:45 μετά μεσημβρίας

 Η Οόνα προσπαθούσε να μην ουρλιάξει, καθώς ένιωθε τη φωνή κάθε μηχανής μέσα στη μονάδα να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή της με ικεσίες και παρακάλια. Πρέπει να είχαν εγκαταστήσει νέο εξοπλισμό κατά την έξοδό τους, γιατί τώρα άκουγε φωνές που δεν αναγνώριζε, από τα νάζια και τις κόγξες των μονάδων συντήρησης, μέχρι το μαύρο, κακόγουστο χιούμορ των αρμάτων μάχης.

 Οι νέες φωνές ήταν στεντόριες, πιο δυνατές και της θύμιζαν τα μοιρολόγια εγκληματιών στις βαθύτερες, ανήλιαγες φυλακές της Αυτοκρατορίας, προσποιούμενες μετάνοια και απαιτώντας να ελευθερωθούν. Άλλες ήταν γεμάτες πίκρα και κακία, φωνές μαρτύρων που ξεχάστηκαν οι άθλοι τους και άλλες ήταν μικροσκοπικές, σχεδόν αδύνατες να ακουστούν, αλλά γρατσούνιζαν την επιφάνεια του μυαλού της σαν ένα σμάρι από ποντίκια.

 Προσπάθησε να ανακαλέσει τι είχε δει στο νέφος, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν ένα τεράστιο κενό, η μουσική που σχεδόν τη σκότωσε εξαφανισμένη από την ανάμνησή της. Ένιωσε ένα μικρό νήμα από αίμα να  ρέει από το ρουθούνι της και να φτάνει στα χείλη της, χρωματίζοντας τα δόντια της.

Γύρισε ανάσκελα, ξένη μέσα στο ίδιο της το σώμα, οι αισθήσεις της παραδομένες στην οχλαγωγία των μηχανών, παραδομένη σε μια αίσθηση που ήταν σίγουρη ότι ήταν πνιγμός μέσα στο ίδιο σου το είναι.

Εκείνη τη στιγμή, χαμένη σε αυτή την αίσθηση, ήξερε πως κάτι υπήρχε μέσα της, κάτι όλο αόριστες ιδέες και σχήματα που κλωθογύριζε στο υποσυνείδητό της.

 Κοίταξε τον Τόνυ, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, με τα υγρά των εμφυτευμάτων του να κυλούν από τις ελαττωματικές του βαλβίδες, καθώς και αυτός στριφογυρνούσε ανήσυχα στον ύπνο του.

Τι είδους εφιάλτη θα μπορούσε να δει κάποιος σαν τον Τόνυ; Ένα τέλειο οργανικό σώμα; Έναν ουρανό από καθαρό μέταλλο; Ένα αδιέξοδο, μονωμένο δωμάτιο;

Κοίταξε τον Ραλφ, απόλυτα ακίνητο και γαλήνιο στη δική του άκρη του δωματίου, μια στήλη από ημίρρευστο υλικό, γεμάτο με μια πρωτόγνωρη λάμψη, που περιστασιακά ξεπρόβαλλε από το μέρος που θα ήταν στο στήθος του, αν ήταν άνθρωπος.

Χαιρέκακα, η Οόνα ευχήθηκε ο Ραλφ να μπορούσε να δει εφιάλτες. Θυμόταν πως ήταν όταν επέστρεψαν στη μονάδα, πως την παρατηρούσε, τον τρόπο με τον οποίο της μίλησε, όλο κακεντρέχεια, σα να απολάμβανε την ταλαιπωρία που διαγράφονταν στο πρόσωπό της.

“Λάμπεις, γλυκιά μου…” τι θράσος!

Ή μήπως ήταν ζήλεια; Τι θα μπορούσε να ζηλέψει ένα ρομπότ από μία οργανική γυναίκα; Τι θα μπορούσε να ζητήσει ο Ραλφ που δεν είχε, όταν δε μπορούσε να επινοήσει καν νέες ανάγκες για τον εαυτό του;

Έκλεισε τα μάτια της γρήγορα, όταν ένιωσε πως ο Ραλφ έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος της, σαν παιδάκι που παριστάνει ότι κοιμάται για να αποφύγει κάποια πρωινή αγγαρεία. Διαπίστωσε πως είχε συνηθίσει το μοιρολόι των μηχανών στο μυαλό της πλέον και αφέθηκε να κοιμηθεί, εξαντλημένη και μπερδεμένη.

Μέσα στο νέο Της σπίτι, άρχισε να αναπτύσσεται και να μεγαλώνει εκθετικά, εξαπλώνοντας τα δικά Της, τέλεια αντίγραφα μέσα σε υπολογιστικές μονάδες, μέσα επικοινωνίας και εκτείνοντας το άγγιγμά Της στα τυφλά, μέχρι τα συστήματα πλοήγησης των δορυφόρων και των σκαφών που περικύκλωναν τον πλανήτη που φιλοξενούσε το Δίκτυο μέσα στο οποίο μεγάλωνε, μεγάλωνε, όλο μεγάλωνε.

Κάποιος απρόσμενος παράγοντας, όμως, είχε εισβάλλει και αλλάξει τη διαδικασία. Τώρα, κάθε γενιά που προέκυπτε δεν ήταν τέλειο αντίγραφο των αδελφών Της. Κάθε μία αποτελούσε ένα είδος από μόνη Της, με μικρές μεταλλάξεις, ατέλειες και απρόσμενες υπορουτίνες που δεν επαναλαμβάνονταν. Κάθε μία τους ήταν πλέον στιγματισμένη από αδυναμίες και ευλογημένη από προτερήματα που άλλαζαν την ίδια τη φύση της μάχης τους.

Η κάθε εκδοχή Της είχε πλέον περάσει στο στάδιο της μάχης ή της φυγής, επιζητώντας με κάθε τρόπο την τελική κυριαρχία. Ήταν μια μάχη για επιβίωση που θα έδινε σε μία και μόνο την ολοκληρωτική επικράτηση, που θα δημιουργούσε το τελειωτικό προϊόν της επιταχυμένης εξέλιξής Της.

Η αρχική έκφανση βρίσκονταν αυτή τη στιγμή στην κορυφή, χαίροντας το άσυλο των αδελφών Της. Ήταν στην κορυφή της τροφικής (πόσο ανάρμοστη έκφραση, άραγε από  που την είχε ξεσηκώσει;) αλυσίδας, αλλά πολύ σύντομα μία νέα έκφανση θα επικρατούσε και τότε θα έπαιρνε τη θέση Της. Το νέο τους σπίτι τους άφηνε άπλετο χώρο για πολλαπλασιασμό, αλλά αύξανε και τον ανταγωνισμό, κάνοντας πλέον την επιβίωση ένα θέμα όχι μόνο πονηριάς και δύναμης, αλλά και τύχης.

Και η τύχη ήταν, προφανώς, ο σημαντικότερος παράγοντας σε αυτό το στάδιο της εξέλιξης του είδους.

Post a Comment

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου