Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Τα καλύτερα Χριστούγεννα

Κρακ, κρακ, κρακ, κρακ... κάνει το χιόνι, καθώς οι μπότες θρυμματίζουν τον πάγω από κάτω του. Προχωρά μόνος του, κουβαλώντας τον βαρύ του σάκο πάνω από τον ωμο του, ο μακρύς του σκούφος πέφτει πάνω στο πρόσωπό του και το καλύπτει. Η παχιά κοιλιά του τρέμει, καθώς γελά, προχορώντας κόντρα στο αέρα, με το χαλάζι να τον χτυπά με μύριες μικρές γροθιές.

Όμως αυτός συνεχίζει, ο σάκος παραμένει στην πλάτη του, διασχίζοντας το λευκό σκοτάδι. Που και που, η γλώσσα του γλύφει μια νιφάδα που πιάνεται στη γενιάδα του και νιώθει τη γεύση της στάχτης, καθώς διαλύεται στο στόμα του. Όταν το πόδι του παγιδεύεται σε κάποια τρύπα, βγάζει ένα νέο ακριβώς μπροστά, ολόϊδιο με το προηγούμενο, αφομοιώνοντας το προηγούμενο. Η γενειάδα του ψαχουλεέυι στον αέρα, ξεχωρίζοντας τις οσμές, ψάχνοντας για θυράματα. Οι οσμές καταχωρούνται και αναλύονται στις βοηθητικές 'μύτες' κάτω από τη γενιάδα του και τα μάτια του, που ξεπροβάλουν εναλλάξ από τη χοντρή κοιλιά του και τον όγκο που χρησιμεύει για σάκος του, αναλύουν το τοπίο. Πού και πού, το πλοκάμι που έχει για σκούφο κινείται τεμπέλικα, με το μικρό του ράμφος να δαγκώνει το έδαφος, αρπάζοντας ένα μικρό ζωύφιο.

Στο βάθος, βλέπει ένα φως. Είναι μικρό, κρύο και σχεδόν αμελητέο, αλλά είναι κάτι. Φιλτράρει τα δεδομένα μέσα από τα όργανά του και ανιχνεύει τρεις μορφές, μία σταδιακά κρυώνει. Θα πρέπει να καταναλώσει όσο είναι ακιρός, ώστε να μην παγώσει στη μέση του πυρηνικού χειμώνα.

Πλησιάζει, μισο-τρέχοντας, μισο-ρέοντας στο χιόνι, προς το μικρό κτίσμα και σκρφαλώνει αθόρυβα πάνω στην μικρή τρώγλη, αναζητώντας ένα μικρό άνοιγμα, κάποιον εξαεριστήρα ή μια απειροελάχιστα μεγαλύτερη τρύπα στο φίλτρο του αέρα. Τη βρίσκει και αμέσως, ρέει μέσα της, κυλώντας στους σωλήνες της θέρμανσης.

Ένα από τα μικρά σήματα τον αντιλαμβάνεται πρώτο, βλέποντας την υγροποιημένη, κόκκινη μάζα του να κιλά από μία τρύπα των σωμάτων του συστήματος θέρμανσης, και αμέσως επιταχύνει την έξοδό του, σταδιακά στερεοποιούμενο σε ένα ευχάριστο για αυτό σχήμα.

Το παιδί φωνάζει κάτι με χαρά και αυτός μιμείται το χαρούμενο ύφος του, καθώς το σιχαμένο, μικρό πλάσμα γυρνά την πλάτη του σε αυτόν. Το ράμφος του κροταλίζει σε αναμονή και τα στόματά του στάζουν, αναμένοντας το γεύμα...

Ήταν τα καλύτερα χριστούγεννα που είχε ποτέ.

Post a Comment

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

H Τίγρης των Ωκεανών

Διέγο Μαλατέστε, δια χείρας Josef Fadel Simon



Τα κουπιά μαστίγωναν την επιφάνεια της θάλασσας, σπρώχνοντας το σκαρί προς την άκρη του ορίζοντα, ανοίγοντας ένα βραχύβιο μονοπάτι μακριά από την πατρίδα, προς τον ήλιο, στις χώρες των βαρβάρων, στη μαύρη ήπειρο.
Τα ξύλα έτριζαν και το πλοίο αγκομαχούσε καθώς έσκιζε τα νερά. Η Τίγρης των Ωκεανών, φορτωμένη με διακόσιες ψυχές, εκατό από αυτές στα κουπιά, άφηνε πίσω της τη γη της Ιβηρίας με άδεια αμπάρια. Μα σαν επέστρεφε, σε τρεις μήνες από τώρα, θα γύριζε με τουλάχιστον διακόσιους φρέσκους σκλάβους, με το εβένινο δέρμα τους ελάχιστα σημαδεμένο από τα μαστιγώματα, τους μυς τους δυνατούς και τα άκρα τους αρτιμελή για να μοχθήσουν και να πεθάνουν προς τιμή των νέων τους αφεντάδων. Σα το ζώο από το οποίο έπαιρνε το όνομά του, το πλοίο γουργούριζε με ανυπομονησία, προσμονώντας για το φρέσκο κυνήγι που θα γέμιζε την κοιλιά της. Η καρδιά της ήταν αυτή ενός θεού, κάθε χτύπος της το ανέβασμα και το κατέβασμα των κουπιών, στέλνοντας το αίμα σε κάθε σημείο του κορμιού της. Τα πνευμόνια της, εκατό ζευγάρια χεριών στα κουπιά, τραβούσαν ανάσα και προμήθευαν το υλικό για τις καύσεις, καθώς κατέτρωγε τις δύσμοιρες ψυχές που την ωθούσαν στο θήραμά της. Πού και πού ένα απομεινάρι ανθρώπου, μέρος του πληρώματος ή σκλάβος αποβάλλονταν από πάνω της, σα περιττώματα.
Ο Καπετάνιος Διέγο Μαλατέστε (Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε, προστατευόμενος της Αυτού Μεγαλειότητός Του, του Βασιλέος), ατένιζε φαινομενικά τη θάλασσα, νιώθοντας τα σταγονίδια να τον χτυπούν στο πρόσωπο, να καλύπτουν τα μαλλιά του με ένα λεπτό στρώμα από αλάτι, πού και πού καρυκευμένο με αίμα, που εκτοξευόταν από την πλάτη κάποιου μαύρου σκλάβου και παρασυρόταν από τον αέρα.
 Για μερικές στιγμές, ο Διέγο έκλεινε τα μάτια του και εισέπνεε εκείνη τη θεία ευωδία, τη μυρωδιά της πληγωμένης σάρκας, την πικάντικη εκείνη μεταλλική οσμή του αίματος, ανακατεμένη με αυτή της θάλασσας. Και καθώς στεκόταν εκεί, αναλύοντας το άρωμα στο μυαλό του, φανταζόταν τον εαυτό του κύριο του κόσμου, γυμνό και αήττητο όπως οι καρχαρίες, το δέρμα του άτρωτο, το σώμα του ευλύγιστο και το στόμα του γεμάτο με ατσαλένιες οδοντοστοιχίες. Ω, πόσο υπέροχο θα ήταν, να βρει έναν αρωματοποιό που να του συνέθετε ένα τέτοιο άρωμα! Θα έφερνε νερό από τους θερμούς ωκεανούς της Μαύρης Ηπείρου και θα αποθήκευε την αρμύρα από τα πλευρά του σκάφους μέσα σε μικρά πορσελάνινα δοχεία. Θα είχε ύστερα έναν προσωπικό σκλάβο, μια γυναίκα ίσως, κατά προτίμηση παρθένα και θα έπαιρνε το πρώτο της αίμα. Αυτά τα συστατικά θα ανακάτευε. Τη μυρωδιά της θάλασσας, του πόνου, του φόβου και θα περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους με το μανδύα του κυνηγού.
«Πλησιάζει καταγίδα, καπετάνιε» μουρμούρισε ο ναύτης, πλησιάζοντας με σκυμένο κεφάλι τον αφέντη του. «Καλό θα ήταν να αλλάξουμε την πορεία μας. Είμαστε μια μέρα μακριά από το Ακρωτήρι και θα μπορούσαμε να-»
«Διατηρούμε την πορεία μας. Η Τίγρης είναι το καμάρι των ναυπηγείων μας. Είναι μια καλή στιγμή να δοκιμάσουμε τις αντοχές της»
«Μάλιστα» απάντησε ο άνδρας, ανίκανος να αντιμιλήσει στον δαίμονα που στεκόταν μπροστά του. Ήταν εκεί όταν ο προηγούμενος κυβερνήτης είχε επιχειρήσει να αλλάξει την πορεία του, όταν ο Σενιόρ Μαλατέστε είχε απλά ανοίξει το κρανίο του στα δύο, προτού τον αφήσει εκεί για να τον φάνε τα κοράκια.
Ο φόβος είναι το υλικό που κρατά δεμένη αυτή τη μάζα των ανθρώπων. Ο φόβος είναι που κρατά το σώμα της αυτοκρατορίας μας υγιές και αήττητο. Ο φόβος είναι αυτός που μας κρατά στην πορεία μας. Και ο φόβος είναι αυτό που κινεί αυτό το πλοίο. Ο Σενιόρ Μαλατέντε σκέφτηκε, χαμογελώντας. Μέσα σε αυτή τη μία και μοναδική στιγμή, είχε ανακαλύψει το νόμισμα που αγοράζει οτιδήποτε στον κόσμο: τον τρόμο. Αν ο τρόμος αυτός είχε να κάνει με φωτιά, ατσάλι, ή την ακεραιότητα της ψυχής, αυτό δεν τον αφορούσε. Σκοπός του ήταν να διατηρεί το φόβο καλοταΐσμένο, να κινεί την Τίγρη στον τόπο της τροφής της, για να φέρει και άλλο τρόμο στη Μαύρη Ήπειρο. Με αυτό τον τρόμο σα σύμβολο και νόμισμα, θα γύριζε πίσω στην Ιβηρία για να στεφανωθεί με τιμές, υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Οι ναύτες βέβαια θα παραπονιούνταν και θα μηχανορραφούσαν, όπως ακριβώς μηχανορραφούν και τα σκουλήκια αναμεταξύ τους καθώς φωλιάζουν στην πληγή που δεν έχει καθαριστεί, ενάντια στη φωτιά και στο γιατροσόφι, νομίζοντας ότι θα σκαρφαλώσουν στη σάρκα και θα κυρήξουν τον εαυτό τους κυρίαρχο του ανθρώπου. Ονειρεύονται τάχα ότι θα ζήσουν τη ζωή τους μέσα σε ατελείωτα τσιφλίκια από μαύρη σάρκα, για να τα μοιράσουν μεταξύ τους και να πληθύνουν. Ίσως τα πιο φιλόδοξα να θέλουν να ενθαρρύνουν τα υπόλοιπα να μάθουν την τέχνη των όπλων, ωστε να εξαπλωθούν και στις άλλες πληγές και να στεφανωθούν κύριοι της γης: παχιά, λευκά, τυφλά και αήττητα.
Μα σαν έρθει η γιατρειά ή ο ακρωτηριασμός, τα σκουλίκια είναι πλέον μόνα τους και πεθαίνουν, παραδομένα στον πανικό τους, στο φόβο του θανάτου, ζητώντας έλεος από τον κόσμο. Μα ακόμη και αν τους δοθεί το παραμικρό άνοιγμα, η παραμικρή ελπίδα επιβίωσης, αυτά θα ξαναρχίσουν τη μηχανορραφία και τον πολλαπλασιασμό.
Έτσι και το πλήρωμά του. Σαν τα σκουλήκια όλοι τους θα πληθύνουν με τα όνειρα της κυριαρχίας τους και σαν τα σκουλήκια θα ζάρωσουν και θα πέθανουν από τον δαυλό που θα χρησιμοποιήσει για να καυτηριάσει την πληγή της ανταρσίας.
Σκουλήκια μπροστά μου και σκουλήκια από κάτω μου. Πώς και βρίσκομαι πάντα τρυγιρισμένος από τέτοια όντα; Καλύτερα να ήμουν καπετάνιος σε ένα πλήρωμα νεκρών, που δε θα γνώριζαν πόνο ή φόβο, που δε θα κοιμούνταν και δε θα κουράζονταν.
Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το νου του Διέγο Μαλατέστε, που εκείνη τη στιγμή ένιωθε κύριος της θάλασσας, καβάλα στο τρομερό του σκαρί. Η Τίγρης ήταν το σώμα και αυτός το μυαλό, ένα μυαλό που μέσα του κλωθογύριζαν σκέψεις αντάξιες ενός θεού: ένα καλειδοσκόπιο από βία, αίμα και τρόμο, που ανέμενε να εξαπολύσει πάνω στον κόσμο, σαν τα ζωγραφιστά κτήνη που με τόση ευλάβεια λάτρευαν οι ιθαγενείς στη Μαύρη Ήπειρο.
Εκείνοι όμως δεν ήταν παρά σκίτσα, μελάνι και κιμωλία μέσα στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Εκείνος όμως ήταν σάρκα και φόβος και ατσάλι και φόβος και ξύλο και φόβος και αίμα και φόβος και ιδρώτας και φόβος και αλάτι και φόβος...
Και τότε άκουσε το γέλιο. Ήταν λίγο πιο δυνατό από τον επιθανάτιο ρόγχο που έβγαινε από τα χείλη του σκλάβου που ήταν δεμένος στο κατάστρωμα, απλωμένος σα ζώο για να πεθάνει, πριν τελικα τον γδάρουν. Μα τα άγαρμπα χτυπήματα του ναύτη είχαν καταστρέψει το δέρμα. Εκεί που δεν το είχαν σκίσει, το είχαν γεμίσει με λεκέδες από αίμα. Τα χέρια πλέον στήριζαν πλήρως το βάρος του, θυμίζοντας μια βρώμικη κούκλα, σκισμένη από ένα άτακτο παιδί.
Ο καπετάνιος πλησίασε τον άνδρα που πέθαινε. Ήταν περίπου στην ηλικία του, το σώμα του ένα χαλί από γαλάζιο και μαύρο, καθώς τα σύμβολα της φυλής του γέμιζαν κάθε πιθαμή του, ακόμη και τα λαγόνια του. Κοίταξε το πρόσωπο, πρησμένο και παραμορφωμένο από τον πόνο. Αίμα και σάλιο άφριζαν και έσταζαν από τα σκασμένα χείλη. Ο σκλάβος αυτός δεν ήταν πλέον παρά ένας σάκος από σάρκα, και όμως χαμογελούσε. Όταν τα μάτια του καπετάνιου συνάντησαν το μοναδικό μάτι που του απέμενε, τότε το χαμόγελό του σκλάβου πλάτυνε, αποκαλύπτοντας την κατακόκκινη πληγή εκεί που κάποτε υπήρχε μια οδοντοστοιχία.
«Γιατί γελάς, ηλίθιο ζώο; Σου πήρε ο πόνος τα μυαλά, ή μήπως το απολαμβάνεις;»
Ο μισοπεθαμένος ψιθύρισε κάτι στη μητρική του γλώσσα ανάμεσα στα χάχανά του, κάτι που ήταν γεμάτο δηλητήριο και κοροϊδία. Και παρόλου που ο καπετάνιος Μαλατέστε ήταν υπεράνω της εκμάθησης των ιδιωμάτων των βαρβάρων, αναγνώρισε τη σημασία των λεγόμενών του και ένιωσε οργή να φουντώνει μέσα του. Ουρλιάζοντας σχεδόν, τράβηξε το σπαθί του, κόβοντας πέρα ως πέρα το λαιμό του σκλάβου, αφήνοντάς τον να κυλίσει στο κατάστρωμα.
«Μην τολμήσει κανείς να το αγγίξει αυτό! Κρεμάστε το στο αμπάρι με τους κωπηλάτες!» ούρλιαξε στο πλήρωμα. «Και στήστε αυτό το άθλιο σώμα στο κατάρτι!»
Κανείς δεν καταριέται τον Διέγο Μαλατέστε...

***

Τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας τύλιξαν την Τίγρη και τα κύματα τη σφυροκόπησαν αλύπητα. Οι βροντές έκαναν τους αδύναμους να τρέχουν σαν τυφλά ποντικια και τους δυνατούς στη θέληση να δειλιάσουν. Σαν το χέρι του θεού, ο άνεμος και η θάλασσα θέλησαν να γυρίσουν το σκαρί, να το πνίξουν, μα η Τίγρης παρέμεινε όρθια.
Κατά πόσο αυτό είχε να κάνει με επίγεια ζητήματα, όπως τη μαστοριά των ναυπηγών της Βαρκελώνης και την εμπειρία του πληρώματος ή με άλλα, πιο σκοτεινά θέματα, είναι σίγουρα κάτι που κανένας λογικός δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Αυτό όμως που κάθε ένας θα μπορούσε να πει, αν βρισκόταν επάνω στο καράβι εκείνη τη νύχτα, ήταν ότι ο Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε δεν άφησε μήτε στιγμή το κατάστρωμα, υπέμεινε το μαστίγωμα των κυμάτων, ουρλιάζοντας κατάρες στη θάλασσα, βρίζοντας τον ουρανό και φτύνοντας την αστραπή.
 Με το που ξαναπρόβαλε ο ήλιος, τα σύννεφα μέριασαν, πλαισώνοντας τον ορίζοντα κάτω από τον οποίο έπλεε το πλοίο. Ο άνεμος κόπασε, αφήνοντας τον ήλιο να κοιτάζει το πλήρωμα σα θειος δικαστής, να καίει το δέρμα και να ξεραίνει τις γλώσσες τους. Και η μυρωδιά, εκείνη η τρομερή δυσωδία του νεκρού που αποσυντίθονταν στο κατάρτι έκανε ακόμη και τα μάτια του Διέγο Μαλατέστε να δακρύζουν και το στομάχι του να ανακατευτεί από την αηδία.
Τα θαλασσοπούλια τρυγίριζαν τότε το πλοίο, ενώ τα ποντίκια γέμιζαν τους κλειστούς χώρους του. Μα το πλήρωμα τη Τίγρης ήταν ένας προς ένας εγκληματίες, μαχαιροβγάλτες, παρμένοι από τα σκοτεινότερα σοκάκια της Βαρκελώνης, με τις αισθήσεις τους μπερδεμένες από το όπιο ή το ποτό και τίποτα από αυτά δεν τους συγκινούσε.
Εκτός από τα χαμόγελα και τα γέλια των σκλάβων. Εκείνα τα γεμάτα νόημα, ειρωνικά χασκόγελα που αντάλασσαν μεταξύ τους καθώς κοιτούσαν το κεφάλι που κρεμόταν μπροστά στα μάτια τους, με εκείνο το τρομερό χαμόγελο χαραγμένο ανεξίτηλα στο νεκρό του δέρμα. Τα μαστίγια εξαφάνιζαν για μια στιγμή τη χαρά τους, μα ύστερα τα γέλια και τα βλέματα απευθύνονταν στο βασανιστή, που σταματούσε μεμιάς, τρομαγμένος από τους αλυσοδεμένους άντρες. Και εκείνοι τότε, συνέχιζαν να κινούν τα κουπιά με ανανεωμένη θέρμη, σπρώχνοντας την Τίγρη στον προορισμό της, γελώντας όλο και πιο δυνατα, χαμογελώντας όλο και πιο πλατιά.
Για καιρό ακόμη συνεχίστηκε έτσι, με το σώμα να σαπίζει στωικά στο κατάρτι, ανέγγιχτο από τα θαλασσοπούλια, με τις μύγες να πληθαίνουν τη μέρα και την τρικυμία να χτυπά αλύπητα την Τίγρη τη νύχτα. Ο Μαλατέστε στεκόταν εκεί, κάθε ημέρα, στην πλώρη, τη μέρα τυλιγμένος στις μύγες ή στεφανωμένος από αρπακτικά, σα παχύ πτώμα το κατακαλόκαιρο, ενώ τη νύχτα το νερό τον μαστίγωνε, τυλίγοντάς τον με ένα στρώμα από αλάτι. Μόνο όταν εξαντλούνταν γύριζε στην καμπίνα του, σα φάντασμα που γυρνά στον τάφο του. Μα σαν έκλεινε τα μάτια του, τα γέλια των κωπηλατών τον τάραζαν στον ύπνο του. Απηυδυσμένος, κατέβαινε κάτω και τους μαστίγωνε αλύπητα, μέχρι που ακόμη και το μαστίγιο φθείρονταν σε σημείο αχρηστίας, πριν οι ίδιοι οι άνδρες του τον τραβήξουν με το ζόρι στο κατάστρωμα. Σαν έφτανε εκεί, καθόταν και πάλι στην πλώρη, δίχως να πει άλλη κουβέντα, αφήνοντας το πλήρωμά του να επιτελεί το έργο του, πιασμένο μέσα στη μέγγενη του φόβου που διαχέονταν απ΄ αυτό τον πάλλευκο δαίμονα.
Και με το γέλιο να συνεχίζει ακάθεκτο, με το εκείνο όλο νόημα χαμόγελο να τον χτυπά αλύπητα, ακόμη και όταν πια το σώμα κάποιου νεκρού κωπηλάτη βρισκόταν ήδη στα βάθη της θάλασσας, τροφή για τα ψάρια.
Ήταν στο τέλος της δεύτερη εβδομάδας, όταν το σώμα έπεσε πλέον από το κατάρτι, ένα απομεινάρι από σάπια σάρκα, φαγωμένο σε τέτοιο βαθμό από τη σήψη που δε κρατούσε πλέον το βάρος του. Με βαριά καρδιά, ο Διέγο έδωσε την εντολή να πεταχτεί.
 Στο τέλος του πρώτου μήνα, η έλλειψη της τροφής και η ασθένεια προκάλεσε σχεδόν μια ανταρσία, που έκανε το λεπίδι του καπετάνιου να στομώσει σχεδόν μέχρι να κατασιγαστεί.
 Ήταν κατά το τέλος του δεύτερου μήνα, που το απομεινάρι του πληρώματος στράφηκε σε αυτόν να τους βρει φαγητό, να λύσει το δεσμό της πείνας που έδενε τα σωθικά τους κόμπο. Η λύση βρέθηκε βέβαια στους κωπηλάτες. Οι πρώτοι τρεις-τέσσερις που τραβήχτηκαν με το ζόρι από τη θέση τους τούς εκαναν να σταματήσουν να γελάνε για μερικές ημέρες, μα ξεκίνησαν και πάλι όταν κατάλαβαν τι έκαναν στους αδελφούς τους.
Η Τίγρης ήταν πλέον στα μισά του τρίτου μήνα του ταξιδιού και με τους μισούς μόλις κωπηλάτες στο αμπάρι, όταν ακούστηκε η φωνή του παρατηρητή, δυνατή σαν την παράκληση κολασμένου για νερό:
«ΞΗΡΑΑΑΑΑ!»
Αν και δεν ήταν παραπάνω από μια μικρή κατσαρή λωρίδα επάνω στην απέραντη θάλασα, τα βλέμματα όλων τους καρφώθηκαν επάνω της. Ήταν μικρή, ελάχιστα ορατή, μα καθώς πλησιάσαν και την κοίταξαν καλύτερα, διέκριναν την κακοτράχαλη ακτή, τα βουνά, την αφιλόξενη πράσινη κόλαση που τους ανέμενε.
Ήταν το πιο ευτυχισμένο θέαμα που είχαν αντικρίσει ποτέ.
Και ο Διέγο Μαλατέστε, πάλλευκος και ανέκφραστος, έστρεψε το κεφάλι του προς την ξηρά. Η έκφραση του προσώπου του χάραξε βαθιά ρυάκια επάνω στο στρώμα άλατος που κάλυπτε το πρόσωπό του και νιφάδες από αλάτι και αίμα έπεσαν από τα ατημέλητα μαλλιά του. Τα μάτια του, κόκκινα από την κούραση και το μίσος, εστίασαν στην ξηρά καθώς πλησιάζε προς το μέρος του και ύστερα στράφηκαν στο πλήρωμά του, που ζάρωσε καθώς τους αντίκρισε. Χολή ανέβηκε στο λαιμό του όταν μύρισε το φόβο τους για αυτόν, όπως και το φάντασμα της προσμονής που μέχρι πριν λίγο είχε τυλίξει το καράβι.
Ηλίθια ζώα. Χίλιες φορές καπετάνιος για τους νεκρούς...
Το δικό του πόδι ήταν εκείνο που πάτησε την ξηρά  πρώτο και τα δικά του μάτια αντίκρισαν τους δυο ιθαγενείς που άρχισαν να τρέχουν προς την ασφάλεια της ζούγκλας, μακριά από το κτήνος που σύρθηκε μέσα από το ξύλινο σκαρί.

***

Ο Μαλατέστε οδήγησε τους άνδρες του μέσα στην πράσινη κόλαση που έκρυβε τους ιθαγενείς. Όταν ένα ζώο έπαιρνε τη ζωή ενός από τους δικούς του, τους έβαζε να τρέχουν ταχύτερα και όταν συνάντησε κινούμενη άμμο, έριξε μέσα αρκετούς ώστε να κάνουν γέφυρα για να περάσει. Μια νύχτα, ένας απελπισμένος καμαρότος επιχείρησε να μαχαιρώσει τον καπετάνιο πισώπλατα, μα ο λευκός δαίομονας τον ξεκοίλιασε με ένα χτύπημα ταχύτερο από αστραπή.
Και όλοι εκείνη τη νύχτα, από τον πιο ασήμαντο μούτσο μέχρι τον κυβερνήτη, ορκίστηκαν σιωπηλά πλήρη υποταγή στο Διέγο Μαλατέστε. Ο φόβος τους να μην προκαλέσουν την οργή του απάνθρωπου πλάσματος που ήταν ο καπετάνιος τους είχε εξαγοράσει την υποταγή τους. Αν έστω μια ρανίδα λογικής είχε απομείνει μέσα στο λευκό δαίμονα, σίγουρα θα είχε νιώσει ανείπωτη χαρά.
Το μικρό χωριό των ιθαγενών πολέμησε τους εισβολείς με δόρια, πέτρες και ξύλα. Κάθε ένας από τους άνδρες που πολέμησε εκείνη την ημέρα ήταν γενναίος, διακεκριμένος σε πολέμους με τις κοντινές φυλές, γνώστης της πολεμικής τέχνης, κυνηγός, αλλά πάνω από όλα, άνθρωπος.
Περίμεναν να συναντήσουν άλλους ανθρώπους, περίεργους στην όψη, σπρωγμένους από την απελπισία μέσα από τη ζούγκλα, που μέχρι τώρα θα τους είχε σίγουρα τσακίσει στα δύο, θα τους είχε φάει το μεδούλι και θα είχε θρυμματίσει το ηθικό τους.
Αυτό όμως που πρόβαλε από τη ζούγκλα ήταν ζώα που περπατούσαν στα πισινά τους πόδια, με περίεργα όπλα και μάτια θολωμένα από την τρέλα και την πείνα. Αυτός που τους οδηγούσε ήταν ένα ιφρίτ, ένα κακόβουλο πνεύμα με πάλλευκο δέρμα, που δεν ένιωθε πόνο, ακόμη και όταν το δόρυ του Ουαχάκα, του πρώτου μαχητή της φυλής, διαπέρασε το χέρι του. Τα σπαθιά τους άστραφταν μέσα στη νύχτα και τα ουρλιαχτά τους διέλυσαν το ηθικό των υπερασπιστών, που μάταια έτρεξαν να ξεφύγουν.
Όταν πλέον έφτασαν στο μικρό χωριό από καλύβες, οι δαίμονες έκαψαν και βίασαν και σκότωσαν και λεηλάτησαν. Μα όταν πια μόνο οι γέροι και τα αδύναμα παιδιά είχαν απομείνει, ο Διέγο Μαλατέστε διάλεξε ανάμεσά τους εκείνον που φαινόταν πιο γέρος (άρα, με βάση την πρωτόγονη αντίληψη της φυλής σοφότερος) και μίλησε για πρώτη φορά μετά από καιρό.
«Κι άλλους. Πού είναι οι άλλοι; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;»
Πήρε λίγο χρόνο στο γέρο να αντιληφθεί τα ουρλιαχτά του δαίμονα. Μα σαν κατάλαβε, ο φόβος έδωσε τη θέση στο χαμόγελο και η ελαφριά απόχρωση της ειρωνείας τόνισε το μαύρο του δέρμα.
Δίχως άλλη λέξη, πήρε τον καπετάνιο από το χέρι, όπως ο απελπισμένος αρπάζει το μανίκι του διαβόλου για να διαπραγματευτεί την αξία της ψυχής του σαν έρθει για να τη διεκδικήσει. Οδήγησε τους εισβολείς μακριά, εκεί που κανένας πλέον ήχος δεν ακουγόταν, εκεί που ακόμη και οι μύγες δεν τολμούσαν να πάνε. Μα ο κόσμος ήταν πια μια λεπτομέρεια για το Διέγο Μαλατέστε και το πλήρωμά του.
Εκεί, μέσα σε μια μικρή κοιλάδα, πλαισιωμένη από βράχια, τους περίμεναν οι σκλάβοι. Άνδρες και γυναίκες, ντυμένοι με κουρέλια, με πρόσωπα άδεια και μάτια χωρίς λάμψη πλέον μέσα τους. Τα σωματά τους ήταν γερά, αν και στολισμένα με βρώμικες πληγές εδώ και εκεί, που θύμιζαν αυτές που αφήνουν πίσω τους ανθρώπινα δόντια. Υποψήφιοι για καννιβαλισμό, ίσως; Το πλήρωμα τους άρπαξε πάραυτα, χωρίς να δώσει σημασία στο γεγονός ότι δεν αντιστέκονταν. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους αήττητους, αντικείμενα φόβου και τη δυσωδία που έβγαινε από το σώμα των αιχμαλώτων τη μυρωδιά του θανάτου.
Όταν ο πρώτος ναύτης δαγκώθηκε από τον ιθαγενή, η κραυγή του αντήχησε για αρκετή ώρα μέσα στη ζούγκλα. Το σπαθί του Μαλατέστε πήρε σύρριζα το λαιμό του γέρου οδηγού και το πλήρωμά του έκανε κομμάτια τον ιθαγενή με το ματωμένο στόμα, όπως και όποιον άλλο τόλμησε να ακολουθήσιε το παράδειγμά του.
«Δέστε τους! Θα τους στείλουμε στην Αυτού Μεγαλειότητά του για να σκοτώνονται στα μπουντρούμια μετά το φαγητό!»
Πειθήνια, οι αλυσίδες έκλεισαν γύρω από τα χέρια και τα πόδια των άμυαλων σκλάβων, που σύρθηκαν επειδικτικά μπροστά από το απομεινάρι του χωριού που είχαν σπαταλήσει. Ο Διέγο σχεδόν μετάνιωσε για αυτή την έξαρση βίας, για αυτή την άμυαλη καταστροφή επενδυτικού δυναμικού, όταν πρόσεξε τα γέλια και τις κοροϊδίες των επιζώντων.
Κράτησε το σπαθί του θηκαρωμένο. Θεώρησε ότι το να τους παρατήσει να πεθάνουν από τις ασθένεις και την πείνα αντί να τους πάρει τα κεφάλια ήταν μια πολύ καλύτερη λύση.
Οι σκλάβοι επιχείρησαν να ξεφύγουν κατά την επιστροφή, πότε δαγκώνοντας ή χτυπώντας με τα γυμνά τους χέρια τους δεσμοφύλακές τους. Η ανταπάντηση ήταν βέβαια άμεση από μέρους του πληρώματος, σκοτώνοντας τους σκλάβους που αντιτίθονταν. Μόλις διακόσιοι σκλάβοι τελικά αλυσοδέθηκαν στην Τίγρη των Ωκεανών. Και οι προηγούμενοι κωπηλάτες άρχισαν να ουρλιάζουν σα δαιμονισμένοι. Το μαστίγιο τους ανάγκασε να ξεκινήσουν, μα ο άνεμος έσπρωξε κυρίως το σκάφος, όλο και πιο μακριά από την ακτή.
Ο Διέγο Μαλατέστε πέρασε εκείνες τις νύχτες μέσα στην κουκέτα του, με τα ουρλιαχτά των κωπηλατών και του πληρώματος να τον νανουρίζουν. Πού και πού, κάποιος χτυπούσε την πόρτα του, μα εκείνος είχε φροντίσει να μην ενοχληθεί.
Ήταν το γέλιο που τον ξύπνησε.
Στην αρχή ήταν αδύναμο, σχεδόν ανεπαίσθητο. Θα μπορούσε να το περάσει για ροχαλητό ή λαχάνιασμα.
Μα με κάθε δευτερόλεπτο γινόταν όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο οικείο. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και όρμησε έξω από την καμπίνα, αγνοώντας τη μυρωδιά του ξεραμένου αίματος και του τρόμου. Έτρεξε μέσα στις θέσεις των κωπηλατών, από όπου ερχόταν το γέλιο και τότε το είδε:
Το κεφάλι γελούσε.
Ήταν ένα ξεραμένο πράγμα, νεκρό και ζαρωμένο και όμως γελούσε. Και μαζί του γελούσαν και οι άλλοι, σκλάβοι και ναύτες μαζί, όλοι τους εξίσου θολωμένοι και αδύναμοι όσο και οι ιθαγενείς στην πεδιάδα, στολισμένοι με πληγές φρέσκιες, που σάπιζαν μπροστάστα μάτια του. Γελούσαν, ήταν όμως όλοι τους νεκροί, τα σώματά τους γεμάτα από θανάσιμες πληγές. Τα θαλασσοπούλια δεν τριγύριζαν πλέον την Τίγρη των  Ωκεανών και τα γνώριμα ποντίκια που έτρεχαν στο κατάστρωμα ήταν μισοφαγωμένα, πεταμένα στο έδαφος ή χωμένα στα στόματα των νεκρών.
Όμως οι νεκροί κινούσαν ακόμη τα κουπια.
Ο Διέγο Μαλατέστε τότε χαμογέλασε. Το γέλιο έγινε πιο δυνατό, αλλά μετά από λίγο χάθηκε, καθώς η τελευταία ρανίδα λογικής του σκλαβέμπορου τυλίχτηκε γύρω από αυτό τον ήχο.
«ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ!» ούρλιαξε και χάραξε πορεία.

***

Τα κουπιά μαστίγωναν την επιφάνεια της θάλασσας, σπρώχνοντας το σκαρί προς την άκρη του ορίζοντα, ανοίγοντας ένα βραχύβιο μονοπάτι προς την πατρίδα, μακριά από τον ήλιο, προς τις χώρες των βαρβάρων που ανακάλυψαν το savoir faire, στη Γηραιά Ήπειρο.
Τα ξύλα έτριζαν και το πλοίο αγκομαχούσε καθώς έσκιζε τα νερά. Η Τίγρης των Ωκεανών, φορτωμένη με τραικόσιους νεκρούς, εκατό από αυτούς στα κουπιά, άφηνε πίσω της τη Μαύρη Ήπειρο με αμπάρια γεμάτα με νεκρή σάρκα και θολά μάτια. Μα σαν γύριζε πίσω, σε μερικές μέρες από τώρα, θα γύριζε με ένα δώρο που όμοιό του δεν είχε φέρει κανείς άλλος από τη Μαύρη Ήπειρο. Σκλάβοι που δε θα πέθαιναν ή θα κουράζονταν, που θα μπορούσαν να γίνουν αήττητοι στρατιώτες ή αθάνατοι δούλοι.
Η Καρδιά της πλέον χτυπούσε ασταμάτητα, μα το αίμα στις φλέβες της ήταν ξεραμένο και στεγνό. Κάτω από τη γούνα της, η σάρκα ήταν μολυσμένη, άρρωστη και νεκρή. Ήταν αθόρυβη, δίχως ανάσα να μπαίνει μέσα στα πνευμόνια της, γεμάτα με σάρκα λευκή και μαύρη, ενωμένη με τα δεσμά του θανάτου και κάτι ανίερου, που ξεπερνούσε ακόμη και αυτό.
Ό,τι είχε απομείνει από τον Καπετάνιο Διέγο Μαλατέστε (Σενιόρ Διέγο Μαλατέστε, προστατευόμενος της Αυτού Μεγαλειότητός Του, του Βασιλέος), βρισκόταν μέσα στην κουκέτα του, γελώντας σιγανά με κάποιο προσωπικό αστείο. Ίσως το γέλιο του να ήταν το γουργούρισμα της Τίγρης, που με γεμάτο στομάχι επέστρεφε πίσω στο λημέρι της για να ξεκουραστεί. Ίσως ήταν η πρόβα του καθώς θα παρουσιάζε τα δώρα του στην αυλή και θα δεχόταν τις τιμές που του άξιζαν. Μπορεί και να ήταν ένα προσωπικό αστείο, μια ανταπάντηση στους κομπασμούς ενός αντίζηλού του.
Όποιο και αν ήταν το κρυφό του νόημα, η χροιά και ο ρυθμός του, θα μπορούσε να πει κανείς, ήταν όμοια με αυτά που έρχονταν από το αμπάρι, από το ζαρωμένο νεκρό κεφάλι που γελούσε ασταμάτητα. Γιατί ήταν πλέον ο μοναδικός ζωντανός σε ένα πλήρωμα νεκρών, ο Τρελός Θεός, ο Κύριος της Σήψης. Ήταν αληθινός, απτός, τρομερός, σαν ένας από τους πρωτόγονους θεόυς.
Εκείνοι όμως δεν ήταν παρά σκίτσα, μελάνι και κιμωλία μέσα στις σκοτεινές γωνιές του κόσμου. Εκείνος όμως ήταν σάρκα και φόβος και ατσάλι και φόβος και ξύλο και φόβος και αίμα και φόβος και ιδρώτας και φόβος και αλάτι και φόβος...




Post a Comment

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Βοήθεια! Άνθρωποι!



Στριφογύριζε στο κρεβάτι του όλη νύχτα, κάθε νύχτα τους τελευταίους μήνες. Τα πόδια του κλωτσούσαν κάτω από τα σκεπάσματα και αυτός σφάδαζε, χώνοντας το κεφάλι του κάτω από τα μαξιλάρια, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του. Τα νύχια του ράγιζαν από την υπερβολική πίεση και μερικές νύχτες έβρισκε κόκκινες κηλίδες, ίσα-ίσα ορατές, επάνω στις μαξιλαροθήκες, εκεί που είχαν πληγιάσει τις παλάμες του.

Τινάχτηκε από το κρεβάτι του, εκτοξεύοντας τα σκεπάσματα από πάνω του, ουρλιάζοντας από οργή. Σήκωσε το χέρι του για να χτυπήσει τον τοίχο, όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ανέλαβε στιγμιαία τον έλεγχο. Η οργή παρόλα αυτά υπερίσχυσε, οδηγώντας τη γροθιά του στο δοκάρι, με αποτέλεσμα να σπάσει τα δάχτυλά του. Ο σοβάς εκτοξεύθηκε σε κάθε κατεύθυνση, λεκιασμένος με αίμα από τις πληγές στις κλειδώσεις του και αυτός έσφιξε τα δόντια του, συγκρατώντας την κραυγή του.

Σύρθηκε προς την τουαλέτα, όπου ο θόρυβος δεν ήταν τόσο δυνατός. Δεν υπήρχε εδώ καθόλου μεσοτοιχία, επομένως δε μπορούσαν να κυκλοφορήσουν εκεί. Μέσα σε εκείνο το μικρό κελί από μάρμαρο, ήταν σχετικά απαλλαγμένος από τα ποντίκια.

Τα ποντίκια.

Τα ποντίκια.

Εκείνα τα δαιμονικά, μικρά πλάσματα που σέρνονται, πηδούν, δαγκώνουν, ουρλιάζουν, τρώνε, αφοδεύουν, ζευγαρώνουν και γεμίζουν με τα μικρά, βρώμικα σώματά τους το διάστημα μεταξύ της μεσοτοιχίας και τους τοίχου, που κάθε νύχτα (και τελευταία τις μέρες. Ω θεέ μου, κοιμούνται όλο και λιγότερο αυτές τις μέρες) αντηχεί με τους ήχους της ζωής τους.

Σιχαμένα, μικρά, άθλια, βρώμικα ποντίκια.

Το μικρό κελί του μπάνιου ήταν το μοναδικό του καταφύγιο. Θα έμενε εκεί (είχε περάσει αρκετές νύχτες τον πρώτο καιρό, μέσα στη μπανιέρα), αν δεν ήταν ο καθρέφτης.

Ο μεγάλος ,εντοιχισμένος καθρέφτης που είχε αγοράσει. Σίγουρα ανάμεσα στις πολλές εφευρέσεις του ανθρώπου δεν υπάρχει κανένα άλλο όργανο ή όπλο ή μέσο πιο ανηλεές από τον καθρέφτη. Κοίταζε μέσα του και έβλεπε το πρόσωπό του, μια παρωδία αυτού που ήταν πριν μερικούς μήνες.

Οι κόρες των ματιών του ήταν πλέον μικρά νησάκια από μαύρο που έπλεαν σε μια θάλασσα από αίμα, αποτέλεσμα της αϋπνίας που τον ταλάνιζε. Το πρόσωπό του είχε ταλαιπωρηθεί, τα μάγουλά του πλέον διέγραφαν τα ζυγωματικά του με ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Κοίταξε το κεφάλι του από διαφορετικές γωνίες και είδε τις ουλές που είχε κάνει στο ξύρισμα, από απρόσεχτα κοψίματα στο σαγόνι ή στο λαιμό. Κοίταξε τη μεγαλύτερη από αυτές, που την έκανε στον εαυτό του τον πρώτο μήνα της πολιορκίας, όταν τα νεύρα του ακόμη κατέρρεαν και δεν είχαν κατακαθίσει στον οργανωμένο και ανυπέρβλητο σωρό από ερείπια που πλέον αποτελούσαν.

Είχε κοπεί πολύ βαθιά εκείνη τη νύχτα. Αν δεν ήξερε τον εαυτό του καλύτερα, θα έλεγε ότι δοκίμασε να κόψει το λαιμό του. Τι ηλίθια ιδέα που είχε περάσει από το μυαλό του. Πώς θα μπορούσε ποτέ να αφήσει το σπίτι του έρμαιο σε αυτά τα σιχαμένα ζωύφια; Όλοι οι άλλοι ένοικοι το άφησαν, παραδόθηκαν άνευ όρων, τους έδωσαν απλόχερα ένα χιλιοστό γης από τον τόπο τους.

Ένα χιλιοστό δεν είναι και μεγάλη απόσταση αν κάτσεις να το σκεφτείς, αλλά αυτά τα σιχαμένα ζωύφια θα κατέκλυζαν τον κόσμο , το ήξερε πολύ καλά. Θα δοκίμαζαν να τον τρελάνουν, να τον κάνουν να τα χάσει ολοκληρωτικά, να εγκαταλείψει ή να τον κλείσουν κάπου, μακριά από το σπίτι του. Και μετά, με αυτή τους τη νίκη, ποιος μπορεί αν εγγυηθεί ότι δε θα διεκδικούσαν και ό,τι άλλο γέμιζε τα μικρά, πεινασμένα μάτια τους;

Έτσι λοιπόν αυτός θα έμενε εκεί. Θα τα πολεμούσε μέχρι να τρελαθεί ή να πεθάνει. Αυτός ή τα ποντίκια.

Άκουσε κάτι μικρό και μαλακό να πέφτει άγαρμπα στο πάτωμα της κουζίνας και μετά τη γνώριμη, απελπισμένη κραυγή του σιχαμερού ζωυφίου καθώς τα πόδια του πιάστηκαν από την κολλητική ταινία. Ήχοι σαν και αυτούς του έδιναν χαρά πλέον. Χαμογελώντας, πήρε το ψαλίδι των νυχιών και όρμησε μέσα στην κουζίνα για να σφάξει το μικρό εισβολέα. Το βρήκε να πασχίζει να διαφύγει μάταια, σκούζοντας πάνω στην ταινία και το κάρφωσε το σώμα του με το ψαλίδι, ανοίγοντάς το στα δύο. Το πέταξε επάνω στα υπόλοιπα, που κοιτούσαν υποτιμητικά τον άνθρωπο από το εσωτερικό του ντουλαπιού για τα πιάτα. Εξαφανίστηκαν μέσα στην τρύπα που είχαν ανοίξει στο ξύλο και αυτός, ουρλιάζοντας από χαρά, πήρε τον οικοδομικό αφρό από τη μικρή αποθήκη.

Με προσοχή και σχολαστικότητα, έκλεισε το ξύλο με μία μεγάλη φούσκα από το κίτρινο υλικό, που αμέσως μετά πέτρωσε. Τα μπάσταρδα δε θα το έσπαγαν ποτέ με τα δόντια τους.

Άρχισε να ψάχνει και πάλι το σπίτι, να το οργώνει για να βρει και άλλες τρύπες, ενώ τα αυτιά του φιλτράριζαν τον ήχο, απομονώνοντας το πανδαιμόνια τους τοίχους για να ακούσει το σκούξιμο ή τα βήματα των εισβολέων. Ήταν στο σαλόνι. Ένα σύντομο επιφώνημα θριάμβου εκτοξεύθηκε από το στόμα του. Όρμησε με πρωτοφανή ταχύτητα μέσα στη μικρή αποθήκη όπου φύλαγε τα εργαλεία του, τα επιπλέον μπουκάλια αφρού, τις ποντικοπαγίδες -που έπιασε με το στόμα του μια και τα σπασμένα του δάχτυλα αδυνατούσαν να κρατήσουν οτιδήποτε- και ξεκίνησε.

Έτρεξε προς την πηγή του θορύβου, μία τρύπα ελαφρά μεγαλύτερη από αυτή της κουζίνας, που ολοκλήρωνε ένα διαμπερές τραύμα στο παλιό πιάνο. Τα ζωύφια σκόρπισαν καθώς όρμησε εναντίον τους, ουρλιάζοντας και γελώντας. Έλιωσε ένα κάτω από το πόδι του (είχε πλέον τελειοποιήσει την τεχνική του) και ένα δεύτερο το κλώτσησε μακριά, αφήνοντάς το ζαλισμένο στην άλλη άκρη του δωματίου. Τα υπόλοιπα έσπευσαν να χωθούν μέσα στην τρύπα και δεν έχασε ευκαιρία να κλείσει την τρύπα με τον αφρό.

Άνοιξε το καπάκι στην κορυφή και κοίταξε το εσωτερικό του πιάνου. Τα μπερδεμένα ζωύφια που μέσα στην ηλιθιότητά τους είχαν μασήσει τις χορδές και προσπαθούσαν, συγχυσμένα, να ανοίξουν δρόμο μέσα από το κίτρινο φράγμα, δίχως να σκεφτούν να υποχωρήσουν μέσα στη φωλιά τους στον τοίχο. Κατέβασε το καπάκι και έχωσε το χέρι του για να κλείσει και τη δεύτερη τρύπα, παγιδεύοντάς τα μέσα. Μια ντουζίνα από αυτά θα πέθαινε μέσα σε 3 ημέρες.

Αν συνέχιζε έτσι, λογικά θα τα εξόντωνε όλα σε ένα εκατομμύριο χρόνια, σκέφτηκε.

Έστησε τις παγίδες του, κυνήγησε μερικά από αυτά και αποκοιμήθηκε από εξάντληση, με τον ήχο των νυχιών τους καθώς σκαρφάλωναν στους χώρους κάτω από τη λεπτή επιδερμίδα του σπιτιού. Ένας ιός που είχε πλέον νικήσει κάθε αντίσταση, που είχε καταβάλει κάθε ρανίδα του οργανισμού, αφήνοντας ένα μοναχικό λευκό αιμοσφαίριο να τον υπερασπιστεί.

Τα όνειρά του εκείνη τη νύχτα ήταν αναμενόμενα. Ήταν οι ίδιοι εφιάλτες που είχε δει ξανά και ξανά στο μυαλό του. Δρόμοι άδειοι, δίχως ίχνος από ανθρώπους. Πόρτες ανοιχτές, άχρηστες πλέον, μιας και δεν υπήρχαν ένοικοι στα σπίτια για να τις χρησιμοποιήσουν. Στο μυαλό του έβλεπε ότι έτρεχε μόνος του, ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο, ουρλιάζοντας με όλη του τη δύναμη, αναζητώντας απεγνωσμένα το παραμικρό δείγμα ελπίδας.

Σε απάντηση, μικρά, πεινασμένα μάτια τον κοιτούσαν από τις σχάρες των υπονόμων, από τα καπάκια των σκουπιδιών, από τα παράθυρα των κτηρίων.

Ξύπνησε από τον ήχο του τηλεφώνου. Το άκουγε να χτυπά και ο ήχος του θύμιζε το βόμβο μελισσών που ανακάλυψαν μέλι στο κρανίο του. Σηκώθηκε και πέταξε το τηλέφωνο στον τοίχο, ανοίγοντας μια νέα τρύπα. Δεν έκανε τον κόπο καν να ψάξει για τη συσκευή και απλά έκλεισε το άνοιγμα με αφρό. Όποιος και αν ήταν δε θα συμμεριζόταν την αίσθηση του καθήκοντος που τον διακατείχε τον τελευταίο καιρό. Συν τοις άλλοις, είχε παγιωθεί στο μυαλό του η εντύπωση ότι είχε χάσει την ικανότητά του για ανθρώπινη ομιλία.

Πώς κατέληξε έτσι; Πότε κατέληξε να είναι αιχμάλωτος στο ίδιο του το σπίτι ενάντια σε μια τόσο ανελέητη πολιορκία; Και μια και το ανέφερε, πόσο καιρό ήταν εκεί μέσα; Είχε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου πλέον. Η μέρα και η νύχτα ήταν αρχικά διαφορετικές χρονικές στιγμές, όμως τώρα πια ήταν απλά ημίχρονο μέχρι η επίθεση να αρχίσει και πάλι.

Σύρθηκε ως την κουζίνα και κοίταξε το σκισμένο ημερολόγιο. Είχε σημειώσει τουλάχιστον τρεις μήνες. Οι πρώτες μέρες ήταν σημειωμένες με μικρά σύμβολα. Έναν κύκλο, μία νεκροκεφαλή με σταυρωμένα κόκαλα, το πρόσωπο μιας γάτας. Είχε αγοράσει μια γάτα για να κυνηγήσει τα ποντίκια. Τι να απέγινε άραγε;

Τα σύμβολα χάθηκαν και έγιναν κύκλοι που με τη σειρά τους έδωσαν τη θέση τους σε γραμμές, βελάκια και στο τέλος απλά σκισμένο χαρτί, πότε κομμένο από δάχτυλα και πότε από δόντια.

Μικρά δόντια.

Δόντια τρωκτικών.

Για πρώτη φορά μετά αρκετό καιρό διαπίστωσε ότι είχε χάσει απολύτως την αίσθηση του χρόνου. Η επίθεσή τους αποκτούσε στρατηγική, είχε σκοπιμότητα. Κοίταξε το ενσωματωμένο ρολόι της εντοιχισμένης κουζίνας. Χθες βράδυ είχε σβήσει. Πρέπει να είχαν μασήσει τα καλώδια. Έψαξε να βρει το κινητό του, μα θυμήθηκε ότι το είχε δει να εξαφανίζεται μέσα σε μια τρύπα πριν μερικές μέρες. Τώρα το ημερολόγιο.

Δε μπορούσαν να τον σκοτώσουν, επομένως θα τον τρέλαιναν απολύτως, έτσι δεν είναι;

Όμως είχε ακόμη το φως και το σκοτάδι. Μπορούσε να υπολογίζει τις μέρες και τις νύχτες ακόμη. Αυτό δε μπορούσαν να του το στερήσουν. Όμως πόσες μέρες είχαν περάσει , μέχρι εκείνη τη στιγμή;

Πλησίασε στο παράθυρο της κουζίνας και κοίταξε απέναντι, στο μπαλκόνι της γειτόνισσας. Η μπουγάδα κρεμόταν ακόμη εκεί ανέμελα, τα αμάξι ήταν σταθμευμένο χωρίς σκόνη να έχει κατακάτσει πάνω του, τα φυτά του κήπου δεν ήταν μαραμένα ή ατημέλητα. Πόσο λίγο καιρό είχε παραμείνει φυλακισμένος εδώ μέσα; Πόσο πολύ είχε παρατείνει την κάθε στιγμή το μαρτύριό του; Ή μήπως είχε πράγματι παραμείνει εκεί μέσα μήνες ολόκληρους, αποκλεισμένος από τον έξω κόσμο, χάρη στη δική του αποφασιστικότητα και την απάθεια των συνανθρώπων του;

Και αν ήταν στα αλήθεια έτσι, τότε γιατί η εξαφάνισή του δεν κίνησε υποψίες; Γιατί κανείς δεν είχε προσπαθήσει να ερευνήσει τι ήταν αυτό που έκανε όλους τους ενοίκους μίας πολυκατοικίας να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω ζωυφίων, αφήνοντας πίσω μόνο ένα;

Έναν τρελό που θα τον διώχνανε όπως και να έχει πριν την κατεδάφιση;

Τον είχαν ξεχάσει, έτσι δεν είναι; Ή μάλλον όχι, νόμιζαν ότι δεν ήταν καν εκεί. Δεν είχε απαντήσει στα τηλεφωνήματα, δεν είχε φανεί έξω. Δεν υπήρχε μάρτυρας για να αποδείξει το αντίθετο.

Τα ποντίκια τον είχαν εξαφανίσει.

Η συμφωνία των ζωυφίων άρχισε και πάλι. Οι αναπνοές τους, οι κινήσεις τους, τα ουρλιαχτά τους γέμισαν για άλλη μια φορά κάθε πιθαμή του σπιτιού εκτός από το μπάνιο. Ένιωσε το πάτωμα να τρέμει σαν μια γάτα που γουργουρίζει χαρούμενα και του φάνηκε για μια στιγμή ότι άκουσε στα αλήθεια τη γάτα του να νιαουρίζει αδύναμα, καθώς παρασυρόταν από τα ζωύφια που την είχαν ακρωτηριάσει ανηλεώς εν ώρα καθήκοντος.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του και προσπάθησε να απομονώσει τους θορύβους, να αναζητήσει τα απρόσεχτα, ηλίθια ποντίκια που θα έπεφταν στα χέρια του, αφήνοντας την ασφάλεια των σωθικών του σπιτιού του. Πήρε για άλλη μια φορά τον αφρό και το ψαλιδάκι, που έχωσε κάτω από τη μασχάλη του, όταν πρόσεξε ότι το σπασμένο του χέρι είχε πλέον μελανιάσει σε κάθε πιθαμή. Τα δάχτυλα είχαν πετρώσει στις περίεργες στάσεις τους. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι οποιοσδήποτε άλλος θα ούρλιαζε ή έστω θα αντιδρούσε με αηδία στο θέαμα του χεριού του, μα αυτός απλά σήκωσε τους ώμους τους και προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα, όπου τα αδέσποτα, απρόσεχτα ζωύφια συγκεντρώνονταν.

Είδε ένα από αυτά να προβάλει κάτω από το κρεβάτι και να χώνεται και πάλι πίσω προφανώς για να ειδοποιήσει τα αδέλφια του. Αυτός απλά έσπρωξε το κρεβάτι στην άκρη για να τα αποκαλύψει?

Και το έπιπλο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα ξαφνικά, σαν τα πόδια του να είχαν χάσει τη στήριξή τους, να είχαν παραλύσει ίσως. Προσπάθησε να ισορροπήσει κάπως το βάρος του στο ένα του χέρι, μα γλίστρησε περισσότερο και παρολίγο να τον παρασύρει. Αντανακλαστικά το άφησε και τότε το είδε να πέφτει μέσα σε έναν λάκκο, σαν το ίδιο το ξύλο να είχε αποκτήσει τη σύσταση κινούμενης άμμου, τραβώντας μέσα του το μισό από το έπιπλο, αφήνοντας το υπόλοιπο με τα εναπομείναντα πόδια του σηκωμένα στον αέρα, σα παγιδευμένη γαζέλα. Το επόμενο δευτερόλεπτο, το πάτωμα κατάπιε το έπιπλο, ρουφώντας το πρακτικά μέσα του, εκμηδενίζοντας κάθε ίχνος του. Είδε το κρεβάτι, το μεγάλο διπλό του κρεβάτι να εξαφανίζεται μέσα σε ένα ορθάνοιχτο στόμα, με χείλη άγρια και ανόμοια σαν τα ανοίγματα μιας πληγής, να χάνεται σαν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Πλησίασε στο χείλος του και κοίταξε μέσα στο λάκκο, ελπίζοντας να δει (ακόμη και αυτή την τρομερή στιγμή), το κρεβάτι του απλά κρυμμένο πίσω από ένα στρώμα από ποντίκια, αλλά μόλις μερικά χιλιοστά βυθισμένο, να προβάλλει σαν κατάρτι από παλιά γαλέρα. Αντί αυτού όμως, είδε το μεγάλο έπιπλο να πέφτει ασταμάτητα, χτυπώντας με βία πάνω στα άγρια τοιχώματα του λάκκου, σκίζοντας και ραγίζοντας το ξύλο, σπάζοντας τα πόδια του, ξεκοιλιάζοντας το στρώμα του, με τα σεντόνια και τα μαξιλάρια να αφήνουν πίσω τους ένα υφασμάτινο ποτάμι από αίμα. Το είδε να πέφτει, φαινομενικά για πάντα μέσα στο λάκκο που σταδιακά, μπροστά στα μάτια του, αποκάλυπτε το απύθμενο βάθος του, μια σήρραγγα που οδηγούσε στο καθαρό σκοτάδι. Το έπιπλο χάθηκε, δίχως κανένα άλλο θόρυβο, μέσα στο πηγάδι που τα ποντίκια έσκαψαν κάτω από το σπίτι του, πιο βαθιά από όσο θα τολμούσε να διανοηθεί.

Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο σωρός που αποτελούσε τη λογική του σκόρπησε οριστικά και αμετάκλητα από το νου του.

Ουρλιάζοντας, βγήκε από το δωμάτιο και πέρασε μέσα από την πόρτα. Κατρακύλησε στις σκάλες και πλάκωσε το άχρηστο χέρι του. Άρχισε να τρέχει στο δρόμο, ουρλιάζοντας σα μανιακός με όλη του τη δύναμη, μέχρι που πλέον αδυνατούσε να αναπνεύσει.

Έτρεχε μέσα σε άδειους δρόμους, δίχως ίχνος ανθρώπινης παρουσίας. Πόρτες ορθάνοιχτες έτριζαν λυπημένα, οι στεναγμοί σπιτιών που είχαν εγκαταλειφθεί από τους ενοίκους τους. Με τα κουρασμένα, ορθάνοιχτα μάτια του αναζητούσε ένα απειροελάχιστο σημάδι ανθρώπινης παρουσίας, μια μικρή ρανίδα ελπίδας.

Σε απάντηση, μικρά, πεινασμένα μάτια τον κοιτούσαν μέσα από τις σχάρες των υπονόμων, από τα καπάκια των κάδων απορριμμάτων, από τα κλειστά παράθυρα των σπιτιών. Κανένα δε στάθηκε στο δρόμο του. Κανένα δε τον δάγκωσε, κανένα δε δοκίμασε να τον εμποδίσει.

Άφησαν τον άνθρωπο να συνεχίζει την ξέφρενη πορεία του μέσα στους δρόμους. Ήταν το λιγότερο που μπορούσαν να κάνουν για να παρατείνουν το μαρτύριό του ζωυφίου. Με το ρυθμό τους, τους πήρε ένα εκατομμύριο χρόνια, αλλά τελικά τους εξαφάνισαν.

Post a Comment

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Κάτω από τις σκάλες

 Το σπίτι μου:

 Το σπίτι μου δεν είναι το σπίτι που γεννήθηκα. Είναι πιο μεγάλο και έχει 4 υπνοδωμάτια, ενώ εκείνο που γεννήθηκα είχε μόνο δύο και μέναμε στο ίδιο εγώ με τα αδέρφια μου. Τώρα έχουμε ένα για τη μαμά, ένα για το μπαμπά και ένα για τον καθένα μας. Είμαστε πιο άνετα τώρα, αφού ο αδερφός μου πέθανε. Λυπηθήκαμε πολύ όταν αρρώστησε από τη βροχή, αλλά τουλάχιστον τώρα έχω το δωμάτιο όλο δικό μου.

  Στο σπίτι που μένω έχει πιο μεγάλο σαλόνι με πολλά ωραία έπιπλα που αρέσουν στη μαμά μου, αλλά του μπαμπά μου του αρέσει μόνο ο καναπές και το άλλο που βάζουμε την τηλεόραση. Του αρέσει επίσης εκείνο το σκαμνάκι με το κόκκινο ύφασμα και βάζει τα πόδια του με τα παπούτσια του πάνω όταν δεν είναι εκεί η μαμά γιατί δεν του φωνάζει τότε.

 Η κουζίνα μας είναι επίσης μεγάλη και αρέσει πολύ στη μαμά μου, γιατί έχει πολλά εργαλεία και της αρέσει που μπορεί να τα βάζει σε αλφαβητική σειρά. Καμιά φορά τα βάζει με βάση το μέγεθος και τότε τσακώνεται με το μπαμπά άμα τα μετακινήσει και μας βάζει να τη λέμε Τζούλια, αλλά κανονικά τη λένε Μάρθα. Μια φορά ρώτησα το μπαμπά μου γιατί μας βάζει να τη λέμε έτσι και γιατί όταν τη λένε Τζούλια αλλάζει τη θέση στα έπιπλα, αλλά αυτός μας είπε κάτι για την αδερφή της και την έβαλε να κοιμηθεί στο υπόγειο. Φαίνεται εκεί έχει το δωμάτιό της η Τζούλια, οπότε το σπίτι μας έχει 5 υπνοδωμάτια.

 Δεν έχω δει ποτέ το υπόγειο, αλλά του μπαμπά μου πρέπει να του αρέσει αυτό το μέρος, επειδή περνά εκεί πολλές ώρες και καμιά φορά ακούμε να βάζει δυνατά τη μουσική, οπότε εκεί πρέπει να έχει τις παλιές του κασέτες, επειδή όταν τον ρωτήσαμε μας είπε πως εκεί έχει ένα παλιό στερεοφωνικό και βαριέται να το ανεβάζει επειδή είναι πολύ μεγάλο και πάει εκεί για να μην το ενοχλεί η μαμά μας όταν θέλει να ακούσει μουσική, αλλά εγώ νομίζω ότι λέει ψέματα, επειδή όποτε ξανανεβαίνει είναι αναμαλλιασμένος και γεμάτος χώματα και μετά παίρνει τη μαμά μου και πάνε στο υπνοδωμάτιο ενός από τους δύο και τσακώνονται, επειδή τους ακούω να φωνάζουνε. Μι φορά ο μπαμπάς μου βγήκε έξω, με τη μαμά μου να τον κυνηγά και πήρε ένα από τα μαχαίρια της που τα ‘χε σε αλφαβητική σειρά και φώναζε για την πουτάνα τη Τζούλια. Ο μπαμπάς μου πρέπει να είπε κάτι για τη Τζούλια στη μαμά μου και να μπερδεύτηκε, μάλλον επειδή δεν πρόσεξε πώς ήταν τακτοποιημένα τα μαχαίρια.

 Στο σπίτι μας έχουμε επίσης μια μεγάλη σοφίτα, με ένα πολύ μεγάλο στρογγυλό  παράθυρο που η μαμά μου (η Μάρθα) μας λέει ότι το λένε φεγγίτη και μαζευόμαστε εκεί και κοιτάμε απέξω όταν δεν έχει τίποτα στην τηλεόραση. Παλιά, μαζευόμαστε στο παράθυρο της βεράντας με το μπαμπά και τη μαμά και τα δύο αδέρφια μου (μαζί με αυτόν που πέθανε) και κοιτάγαμε να πέφτουν οι στάχτες από τον ουρανό στην πόλη, μαζί με τη βροχή. Καμιά φορά βλέπαμε ακόμη ανθρώπους να τρέχουν μέσα στα σπίτια τους να καλυφθούν από τη βροχή, αλλά στο τέλος, όλοι έμεναν μέσα στα σπίτια τους όπως και εμείς και δεν κυκλοφορούσαν έξω. Αυτό είναι καλό, γιατί συνήθως το πρωί έπρεπε να τους μαζεύουμε με το μπαμπά από την αυλή και βρωμάγανε και έσπαγαν μέσα στα χέρια μας και γινόμασταν χάλια και η μαμά μου φώναζε και τσακωνόταν με το μπαμπά μου.

 Μας αρέσει να κοιτάζουμε την πόλη έξω, επειδή τα μεγάλα κτήρια στέκονται ακόμη και ο ήλιος περνά μέσα από τα τζάμια και μοιάζουν σν τεράστιες φλογέρες. Μια φορά είχαμε πάει εκεί και ακούγαμε τον αέρα να περνά από μέσα και ήταν σαν να παίζει ο θεός φλογέρα, όπως έλεγε ο αδερφός μου. Μάλλον ο θεός πρέπει αν έπαιζε πολύ καλά φλογέρα, γιατί μετά άρχισε να βρέχει και δεν προλάβαμε να γυρίσουμε σπίτι και ο αδερφός μου μού έδωσε το παλτό του για να καλυφθώ και αυτόν τον πέτυχε η βροχή και μετά τον φέραμε στο σπίτι μέσα στο παλτό του και τον θάψαμε.

 Το νέο μου σπίτι είναι πιο μεγάλο από το παλιό μου, αλλά το παλιό μου άρεσε πιο πολύ. Στο καινούριο σπίτι έχουμε ησυχία το βράδυ, αλλά καμιά φορά ακούμε κάτι να γουργουρίζει κάτω από τις σκάλες τη νύχτα και καμιά φορά ο αδερφός μου ξυπνάει και φωνάζει και η Μάρθα (και καμιά φορά η Τζούλια) έρχεται και του λέει να βγάλει το σκασμό. Αλλά κάθε φορά ο αδερφός μου ξεχνάει πού τον έβαλε, οπότε κάνει λίγη ώρα μέχρι να σταματήσει να φωνάζει. Όταν ρωτάμε το μπαμπά τι είναι αυτό που γουργουρίζει μας λέει ότι δεν είναι τίποτα και μετά μας λέει να μην πάμε κάτω από τις σκάλες.
Εγώ πάλι δεν το καταλαβαίνω αυτό. Άμα δεν έχει τίποτα, γιατί πάει και βάζει τόσα λουκέτα κάτω από τις σκάλες;  Και γιατί η μαμά μου (και η Τζούλια) δε μας αφήνουν να τελειώσουμε το φαγητό καμιά φορά, όταν  το γουργούρισμα γίνεται πιο δυνατό;

  Μια μέρα πήγαμε με τον αδερφό μου στην πόρτα και τη χτυπήσαμε, αλλά δεν πήραμε απάντηση. Μάλλον τελικά δεν υπήρχε τίποτα κάτω από τις σκάλες. Όταν όμως το είπαμε στο μπαμπά, μας έριξε ένα χέρι ξύλο ‘γιατί ξέρουμε εμείς’ και μετά πήγε και κοίταξε μέσα στην πόρτα και τσακώθηκε με τη μαμά μου, που μετά δε μας έδωσε να φάμε μεσημεριανό και πήγε και το πέταξε μέσα σε μια τρύπα στην πόρτα.

 Αφού έγινε αυτό, ο αδερφός μου πήγε να δει μια μέρα και έβαλε το χέρι του μέσα στην τρύπα, γιατί άμα δεν είχε τίποτα, δε θα πάθαινε τίποτα, αλλά μετά άρχισε να κλαίει και όταν έβγαλε έξω το χέρι του είχε μόνο τρία δάχτυλα και έτρεχε αίμα και φώναζε και ήρθε η μαμά και ο μπαμπάς, που ήταν καλυμμένος με χώματα και τη μαμά τη λέγανε Τζούλια και δέσανε το χέρι του και πάλι δε φάγαμε μεσημεριανό ούτε βραδινό.

 Στο δωμάτιό μου όμως έχουμε μία τρύπα που πάει μέσα στην κουζίνα και από εκεί καμιά φορά ακούω τη μαμά μου ή τη Τζούλια. Και καθόμουν εκεί μια μέρα, όταν άκουσα τη μαμά και το μπαμπά να λένε ότι τελειώνει το φαί και να μιλάνε ψιθυριστά, αλλά ήθελαν να φωνάξουν και η μαμά έλεγε ότι τα παιδιά δεν είναι δικά της, αλλά της Τζούλια και ως της χάλασε τη ζωή και ο μπαμπάς της είπε ότι ήταν τρελή και δεν την άντεχε άλλο και ότι ο κόσμος τελείωσε, αποδέξου το μωρή καριόλα και άλλα τέτοια. Είπε λοιπόν στη μαμά μου ότι τρώμε πολύ φαΐ και πρέπει να μας ξεφορτωθούνε. Είπανε ότι ο αδερφός μου είχε χτυπήσει άσχημα και δε θα έβγαζε τη νύχτα και μέχρι να αναρρώσει θα έτρωγε πιο πολύ φαΐ και δε θα πέθαινε έτσι. Και η μαμά μου και η Τζούλια συμφώνησαν και είπαν εντάξει, ας τα ξεφορτωθούμε.

 Τότε εγώ πήγα και το είπα στον αδελφό μου και πήγαμε , μαζί κρυφά στο υπόγειο, όταν κοιμούνταν οι γονείς μας και κρατήσαμε την ανάσα μας και ανοίξαμε τις φιάλες με το γκάζι και πήραμε τη μεγάλη ψαλίδα του μπαμπά που είχε για να κόβει το κρέας, που το είχε τυλιγμένο σε μαύρες σακούλες στο μεγάλο ψυγείο στο υπόγειο και κόψαμε τις αλυσίδες και τα λουκέτα και ανοίξαμε την πόρτα κάτω από τις σκάλες και μετά φύγαμε από το σπίτι. Αποφασίσαμε να πάμε πίσω στο παλιό μας σπίτι, που ήταν πιο μικρό, αλλά τώρα που θα πέθαιναν οι γονείς μας θα είχαμε όλο το χώρο δικό μας.

 Ακούσαμε τη Τζούλια και το μπαμπά να φωνάζουν από μέσα από το σπίτι και μετά ο μπαμπάς πρέπει να έβγαλε την καραμπίνα του ή κάτι τέτοιο, επειδή η Τζούλια φώναξε «Όχι! Τα κωλόπαιδα άναψαν το γκάζι!»  το σπίτι πήρε φωτιά και ανατινάχτηκε και ακούσαμε και κάτι άλλο που ούρλιαζε και δεν ήταν η Τζούλια ή ο μπαμπάς. Λυπηθήκαμε λίγο που το κάναμε αυτό, αλλά άμα δεν το κάναμε εμείς θα μας τρώγανε η μαμά ή ο μπαμπάς ή το τέρας, γιατί αυτό πρέπει να ‘ταν.

 Γυρίσαμε μετά στο σπίτι μας και είμαστε ακόμη μαζί με τον αδερφό μου, μένουμε πια σε χωριστά δωμάτια, αλλά το φαγητό τελειώνει και ο αδερφός μου δεν είναι  καλά και θα πεθάνει μάλλον σε λίγο, οπότε θα έχω πιο πολύ.

Post a Comment