Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρανίτινο Πρόσωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γρανίτινο Πρόσωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Γρανίτινο Πρόσωπο, Μέρος 3ο

Κλείδωσε την πόρτα καθώς μπήκε μέσα στο μικρό δωμάτιο που αποκαλούσε πια σπίτι του. Στο ισόγειο, το καπηλειό ήταν σιωπηλό. Οι τελευταίοι θαμώνες είχαν φύγει και τώρα άκουγε μόνο τα προσεκτικά βήματα του πανδοχέα και του βοηθού του, καθώς μάζευαν τις καρέκλες και τα ποτήρια.

Η παλιά σκούπα καθάριζε το πάτωμα και ακουγόταν σαν το απαλό, διακεκομμένο γουργούρισμα μιας γάτας. Ο ήχος ηρεμούσε τα νεύρα του. Κάθισε στην καρέκλα του και πήρε ένα παλιό κομμάτι χαρτί. Μέσα στο κλειδωμένο του συρτάρι, πήρε ένα  παλιό κοντυλοφόρο, με λαβή από ελεφαντοστό (το πιο πολύτιμο απόκτημά του), και το πέρασε τα δάχτυλά του αργά πάνω από τα λεπτά, περίτεχνα σκαλίσματα.

Τα χέρια του σχημάτιζαν μέσα στο μυαλό του το σχήμα γύρω από το οποίο είχε κάποτε χτίσει τη ζωή του. Ο σκαλιστός ιαγουάρος γουργούριζε μέσα στο μυαλό του στο ρυθμό της παλιάς σκούπας. Τον ένιωθε να βγάζει παιχνιδιάρικα τα νύχια του και να παίζει με τον αργασμένο αντίχειρά του, τα δόντια του να δαγκώνουν με αγάπη τους ρόζους.

Κοίταξε το ζώο που ήταν παγιδευμένο μέσα στο ελεφαντοστό, αιώνια εφορμώντας στους εχθρούς του, τα δόντια του γυμνωμένα και ρίγησε. Θυμήθηκε τον ήχο τυμπάνων από ανθρώπινο δέρμα και το κροτάλισμα κολιέ από ανθρώπινα δόντια πάνω σε κεραμικές πανοπλίες.

Από το δεύτερο συρτάρι του, κάτω από ένα κρυφό πάτο, έβγαλε ένα παλιό, δερματόδετο εγχειρίδιο. Ήταν χτυπημένο και ταλαιπωρημένο, με τις σελίδες κιτρινισμένες. Το άνοιξε και η μυρωδιά παλιού χαρτιού και λέξεων γραμμένων σε μια άλλη ζωή τον πλημμύρισε. Θυμήθηκε πεζοπορίες με γυμνά πόδια κατά μήκος μίας ξερής χερσονήσου, με την πράσινη κόλαση που αποκαλούσε σπίτι μακριά του.

Θυμήθηκε τον ήχο που έκαναν γαλάζια λάβαρα με περίτεχνα σύμβολα, καθώς ανέμιζαν.

Οι λέξεις στο χαρτί ήταν γραμμένες με σχήματα. Κάθε σχήμα ήταν από μόνο του μία έννοια και ένα σύνολο από έννοιες σχημάτιζε ένα κείμενο. Ήταν η ιστορία μίας ζωής, γραμμένη σε μια γλώσσα που δεν υπήρχε η υποχώρηση, ο οίκτος ή η ελπίδα. Ήταν η γλώσσα που είχε δοθεί σε ένα λαό από αιμοβόρους θεούς, η γλώσσα του ήλιου, που βυθιζόταν κάθε νύχτα στο κρύο του παλάτι για να τραφεί με ανθρώπινες ψυχές.

Θυμήθηκε λεπίδες από τροχισμένο όνυχα, μικρά και τρομερά πράγματα που στα χέρια ενός έμπειρου χρήστη, έσκιζαν σάρκα και έκοβαν τένοντες με ένα πέρασμα. Θυμήθηκε πηγμένο αίμα σε λαξεμένο πέτρινο πάτωμα.

Κοίταξε την πιο πρόσφατη καταγραφή. Ήταν τα λόγια ενός κατασκόπου, ενός πολεμιστή που θα κρυβόταν σα φίδι μέσα στα ψηλά χορτάρια που αποτελούσαν την κοινωνία του εχθρού του και θα περίμενε, αναζητώντας αδύναμους στόχους να σκοτώσει. Θα κρατούσε τις αγέλες του εχθρού πανικόβλητες και ανίκανες να συνασπιστούν. Θα τις καθιστούσε ευάλωτες, μέχρι την ημέρα που οι αφέντες του θα έρχονταν για να τους αφανίσουν.

Τα λόγια αυτά φαίνονταν υποκριτικά, στομφώδη, δίχως νόημα πια για αυτόν. Είχε αποκλίνει χρόνια τώρα από τον σκοπό του. Είχε προσαρμοστεί στη ζωή μέσα στα ψηλά χορτάρια και είχε ακόμη συμφιλιωθεί με την αγέλη του εχθρού . Είχε ζήσει, γελάσει και πονέσει μαζί τους. Δε θα μπορούσε να βλάψει κανένα τους πια.

Του απέμεναν μόλις δύο σελίδες. Προσπάθησε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να γράψει, πόσα λόγια θα μπορούσε να χωρέσει που θα έλεγαν την ιστορία του εδώ, στον τόπο του εχθρού. Που θα αναιρούσαν κάθε τι που έγραφε στις προηγούμενες σελίδες, που θα έσβηνε τη δύναμη των σχημάτων που κάποτε αποκαλούσε γλώσσα του.

Κοίταξε ξανά τα σχήματα και πρόφερε ένα από αυτά. Ο ήχος ακούστηκε σαν το χτύπημα μιας πέτρινης κεφαλής τσεκουριού σε κορμό δέντρου. Έκλεισε το στόμα του, νιώθοντας ρίγος. Ο ιαγουάρος γρύλισε μέσα στο μυαλό του.

Θυμήθηκε τον ήχο ενός κεφαλιού, αποκομμένο από το σώμα που το στήριζε, καθώς κατρακυλούσε στα σκαλιά ενός ζιγκουράτ.

Νταπ. Νταπ νταπ.

«Γιατρέ; Είσαι μέσα;»

Ο άντρας μέσα στο δωμάτιο παραλίγο τινάχτηκε από τη θέση του από τρόμο. Για μια στιγμή, σχεδόν απάντησε στον σπιτονοικοκύρη του στη μητρική του γλώσσα.

Νταπ. Νταπ νταπ.

«Είσαι καλά; Δε φαινόσουνα πολύ σόι απόψε.»

«Είμαι…είμαι καλά. Σε ευχαριστώ.» είπε και αναγνώρισε το τρέμουλο στη φωνή του. Διαπίστωσε ότι χάιδευε τον σκαλιστό ιαγουάρο ασυνείδητα.

«Πάντως, άμα θες, έλα κάτω. Είμαι με τον μικρό και ετοιμαζόμαστε να κλείσουμε. Να σε φιλέψω και κάτι.»

«Θα έρθω. Σε ευχαριστώ.»

«Τα λέμε κάτω, γιατρέ.»

Ο σπιτονοικοκύρης έφυγε και ο γιατρός ένιωσε ένα ρίγος να τον διατρέχει. Πώς να ήταν καλά; Πώς θα μπορούσε να είναι καλά; Είδε το πεπρωμένο του στα κότσια που έριξε εκείνο το πρωί. Είδε, στο περιθώριο του καθρέφτη του, το πρόσωπο του φονιά του. Θα πέθαινε απόψε. Αν όχι απόψε, το αργότερο πριν ανατείλει ο ήλιος.

Τον είχαν προετοιμάσει για αυτό. Για το θάνατο, το βίαιο, τρομερό, απρόσωπο θάνατο. Για κάθε είδους βασανιστήριο. Του είχαν πει πως θα πέθαινε για τους θεούς και ότι η ψυχή του θα έπεφτε βαθιά, μέσα στους τόπους τους Ανάποδου Ουρανού και εκεί μαζί με τους νεκρούς αδελφούς του, θα πολεμούσε στο πλευρό του Ήλιου ενάντια στους Τζίτζιμε. Αλλά κανένα τραύμα δε θα τον σταματούσε από τη μάχη και δε θα πέθαινε ποτέ ξανά. Μόνο αν ήταν άξιος και διακεκριμένος πολεμιστής, τότε ο Ήλιος θα τον έστελνε και πάλι στον Πάνω Κόσμο, για να ζήσει και πάλι.

Μόνο που δεν ήταν πια ένας στρατιώτης. Ο θεός Ήλιος δεν ήταν πια για αυτόν ο τηρητής της ζωής. Η ζωή αυτή δεν ήταν απλά μια στάση ανάμεσα σε δύο κόσμους, γεμάτη με βία και πόνο. Ήταν μια ζωή που ήθελε να συνεχίσει να ζει.

Βγήκε από το δωμάτιό του και κατέβηκε τις σκάλες. Το σαρακοφαγωμένο ξύλο έτριζε. Οι σόλες των παπουτσιών του τού θύμιζαν πράγματα που είχε ζήσει κάποιος άλλος, μέσα στο δικό του σώμα, μια ζωή πριν.

Έφτασε στο ισόγειο, στο καπηλειό. Έμοιαζε πολύ μικρότερο, τώρα που ήταν άδειο. Οι πάγκοι του ήταν φθαρμένοι και χαραγμένοι από μαχαίρια, γεμάτοι με στίγματα από κάφτρες τσιγάρων και χυμένων ποτών. Στο βάθος, το πιάνο, ένα γέρικο, σκεβρωμένο πράγμα, έμοιαζε σα να είχε κρεμάσει τους ώμους του, απογοητευμένο και σιωπηλό. Ο σπιτονοικοκύρης καθόταν πίσω από το μπαρ, με τον βοηθό του να τρίβει με επιμονή το ξύλο.

«Καλώς σε, γιατρέ!»

«Το διαλύσατε νωρίς σήμερα, βλέπω.»

«Αύριο είναι μέρα του Κυρίου, γιατρέ! Όλοι μου οι πελάτες θα ζητήσουν κάτι από τον Θεό και δε μπορούν να ‘ναι ντίρλα!»

«Νόμιζα ότι ο Θεός είναι υπεράνω τέτοιων ζητημάτων.»

«Κάνει τα στραβά μάτια μόνο για μένα, για σένα και τις πουτάνες, γιατρέ.»

Ο μικρός γέλασε και σταμάτησε το τρίψιμο. Ο κάπελας του έριξε μια ματιά όλο φαρμάκι.

«Εσύ ακόμη δεν πήρες ελεύθερο, μικρέ. Γι’ αυτό τρίβε.»

«Μην είσαι τόσο σκληρός με το παιδί.»

«Ήταν παιδί πριν δύο βδομάδες. Μου ‘γινε άντρας όταν αποφάσισε να τσιλιμπουρδίσει με την κόρη μου, καλή πουτάνα και αυτή. Τον κρατάω μέχρι να του δώσω άφεση.»

«Και η κόρη σου;»

«Η κόρη μου αφέθηκε αφού έφαγε μερικές καλές με το ζωνάρι. Τι να σου βάλω, γιατρέ;»

«Τι έχεις που δεν είναι νερωμένο;»

«Α, γιατρέ, δε μ’ αρέσουν αυτά. Το ξέρεις ότι δε θα σου σέρβιρα κάτουρο.»

Ο κάπελας έβγαλε μια κανάτα από κάτω από τον πάγκο και γέμισε ένα καθαρό ποτήρι. Το πρόσφερε στον γιατρό, που πήρε μια γουλιά πριν καν το μυρίσει. Η γεύση του ήταν πικρή σα δηλητήριο και μούδιασε τη γλώσσα του. Κατάπιε γρήγορα, ώστε να μην το φτύσει.

«Τι είναι αυτό το πράγμα;»

«Κρασί από ρίζες, γιατρέ. Πώς σου φάνηκε;»

«Σα να με δάγκωσε κροταλίας στη γλώσσα, να πως μου φάνηκε!»

«Πιες κανα δυο ποτήρια ακόμη και να δεις που θα σου αρέσει!»

Ο Γιατρός μύρισε το ποτό. Είχε μια άσχημη, ταγκή μυρωδιά που έμοιαζε να γλιστρά μέσα από τα ρουθούνια του και να φωλιάζει στο μυαλό του. Σταδιακά, η αίσθηση αυτή έγινε ευφορία. Μια ευχάριστη ζαλάδα τον κατέλαβε. Θυμήθηκε γυμνόστηθες γυναίκες με δέρμα στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος και καταπράσινα μάτια.

«Πόσο καιρό γνωριζόμαστε, Ρομ;» ρώτησε ο γιατρός, κοιτάζοντας τον κάπελα, χωρίς να τον βλέπει.

«Τέσσερα χρόνια. Θα κλείσουμε τα πέντε σε κανά μήνα. Θα μου πάρεις δώρο επετείου;»

«Όχι, απλά σκεφτόμουνα κάτι όλη μέρα. Σκεφτόμουνα τη ζωή μου. Το πιστεύεις ότι δε θυμάμαι τίποτα πριν από τον καιρό που ήρθα εδώ;»

«Δεν το σηκώνεις το ποτό, ε γιατρέ;»

«Όχι, δεν εννοούσα αυτό. Θέλω να πω ότι δε μπορώ να θυμηθώ τίποτε άλλο ουσιαστικά. Θυμάμαι μόνο…πρόσωπα, πράγματα. Τίποτα άλλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά σαν εικόνες και ήχοι. Δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία για μένα πια.»

«Ακούγεσαι σαν τον πατέρα μου, γιατρέ. Και αυτός σκεφτόταν έτσι, αφού γύρισε από τον πόλεμο. Ήταν βετεράνος του πολέμου με τους Βας’ίιρι. Είχε γυρίσει από την Παστή Έρημο, αυτός και μια χούφτα άντρες. Ήμουν μικρός τότε, βία δεκαπέντε χρονών. Θυμάμαι που του μιλούσα συνέχεια και προσπαθούσα να τον κάνω να μου πει τι συνέβη. Μου είχε πει περίπου τα ίδια με σένα.»

Ο γιατρός ήπιε το υπόλοιπο ποτό του μονοκοπανιά. Το ποτήρι γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε πάνω στον πάγκο. Οι σταγόνες κύλισαν πάνω στα νερά του ξύλου και σχημάτισαν κάτι γνώριμο.

«Νόμιζα ότι μου έλεγε ψέματα. Ότι προσπαθούσε με κάποιον τρόπο να με προστατέψει από το να μάθω τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Αλλά τώρα πια, έχω την εντύπωση ότι δεν προσπαθούσε πια.»

Ήταν μια λέξη που προέκυπτε από αυτή τη μορφή, μια λέξη που σχημάτισαν τα κότσια εκείνη την ημέρα.

«Νομίζω ότι αυτά που είδε τον… πλήγωσαν κάπως. Μέσα στο μυαλό του. Και ότι από τότε, δεν ήταν ξανά ο ίδιος.»

Θάνατος.

«Θυμάμαι όταν πέθανε, σε αυτή εδώ την πόλη, αφού η Κυβέρνηση μας έκανε να μεταφερθούμε, όλους εμάς που ήμασταν συγγενείς βετεράνων της Παλιάς Φρουράς. Θυμάμαι ότι η μάνα μου ανακουφίστηκε. Σα να ένιωθε ότι αυτός ο άνθρωπος, που δεν ήταν πια ο άντρας της, να είχε επιτέλους βρει έναν τρόπο να ξεφύγει από ό,τι είχε δει.»

«Δε μου είχες πει ποτέ για τον πατέρα σου. Τα συλλυπητήρια μου.»

«Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πολύ καιρό πριν έρθουμε εδώ, γιατρέ. Θυμάμαι η μάνα μου να λέει ότι ήταν πια σαν άρρωστο δέντρο. Σάπιζε από μέσα.»

Ο γιατρός κοίταζε το σχήμα στον πάγκο. Σκέφτηκε πως αν έστω και μία σταγόνα είχε πέσει παραπέρα, τότε το σχήμα θα σήμαινε Γαλήνη.

 «Οι Βας’ίιρι σκότωσαν την ψυχή του. Θέλω να πιστεύω ότι ο πατέρας μου έσφαξε πολλούς από αυτούς τους μπάσταρδους τη μέρα εκείνης της μάχης. Μιλούσαν για μέρες για την υποχώρησή τους. Εύχομαι να είχαν όλοι τους τρύπες στην πλάτη, να πέθαναν σα δειλοί.»

«Έχεις δει ποτέ ένα Βας’ίιρι;»

«Όχι και δεν πρόκειται να δω κανένα τους ποτέ. Τους  σπρώξαμε μακριά από τα σύνορα και σκοτώσαμε όσους ξέμειναν εδώ σα σκυλιά.»

«Και αν κάποιος από αυτούς είχε ξεφύγει; Αν δεν τον είχαν σκοτώσει; Αν διαπίστωνες ότι υπήρχαν Βας’ίιρι παντού, διάσπαρτοι σε όλη την επικράτεια, κρυμμένοι εδώ και μια δεκαετία, τι θα έκανες τότε;»

«Θα έπαιρνα ένα χιλιόμετρο σκοινί και θα έβρισκα ένα ψηλό μέρος για να τους κρεμάσω. Έναν προς ένα.»

«Και αν ένας από αυτούς ήταν φίλος σου;»

«Θα τον κρέμαγα πρώτο.» ο κάπελας τράβηξε ένα μακρύ μαχαίρι με κυρτή λάμα, φτιαγμένη από όνυχα και το κάρφωσε πάνω στο ξύλο. Η αιχμή του μπήκε μερικά εκατοστά μέσα στον πάγκο. « Πρώτα όμως θα του άνοιγα την κοιλιά πέρα για πέρα, για να δω τα σωθικά του να χορεύουν.»

Ο γιατρός κοίταζε τη λάμα σα μαγεμένος. Θυμήθηκε την κίνηση που τον είχαν διδάξει για να κόψει το στομάχι ενός εχθρού: μία κίνηση, πέρα ως πέρα, σαν τη Σελήνη να αναπαύεται.

«Πού το πας, γιατρέ; Ξέρεις κανένα Βας’ίιρι;»

«Ξέρω ότι ένας από αυτούς θα πεθάνει εδώ, απόψε.»

Ο κάπελας ετοιμάστηκε να μιλήσει, όταν άκουσε την πόρτα του καταστήματος να ανοίγει. Ο γιατρός κοίταξε τη μορφή που μπήκε μέσα. Τα βήματά του αντηχούσαν μέσα στον κλειστό χώρο.

«Έχουμε κλείσει, ξένε.»

«Θέλω μόνο να ξαποστάσω μια στιγμή. Έρχομαι από την Κόκκινη Οχιά» είπε ο νεοφερμένος και πλησίασε τον πάγκο. Ο γιατρός είδε μόνο τα μάτια του για μια στιγμή, πριν στρέψει το βλέμμα του αλλού. Ήταν σα κατάμαυρες χάντρες.

Ο κάπελας έκανε νόημα να προσφέρει μια καρέκλα στο νεοφερμένο. «Αγγελιαφόρος;»

«Περίπου. Τι ποτό έχεις;»

Ο γιατρός έριξε μερικές κλεφτές ματιές στο νεοφερμένο. Φορούσε ένα βαρύ καφτάνι και πλατύγυρο καπέλο. Ήταν καλυμμένος από σκόνη, σα να είχε μόλις ξεπηδήσει μέσα από την έρημο. Θυμήθηκε έναν παλιό θρύλο, για έναν μαχητή από πηλό που είχαν στείλει ο Ήλιος για να αφανίσει τους ανθρώπους που είχαν πάρει το πλευρό των Τζίτζιμε, τον καιρό πριν την πρώτη δύση.

Ο κάπελας του έβαλε ένα ποτήρι από κρασί ρίζας, ρίχνοντας ματιές μία στον μικρό και μία στο γιατρό.  Έδωσε το ποτήρι στο νεοφερμένο, που το μύρισε προσεκτικά, σα να ήταν σκυλί και μετά το άφησε κάτω. Κοίταξε το μακρύ μαχαίρι που ήταν καρφωμένο στο ξύλο του πάγκου και είπε:

«Ωραίο μαχαίρι. Δικό σου;»

Ο γιατρός απέστρεψε τα μάτια του. Ένιωθε μια έντονη ανησυχία όποτε άκουγε τον άντρα να μιλά. Προσποιήθηκε ότι κοιτούσε γύρω του αδιάφορα, ενώ με την άκρη του ματιού του εξέταζε τον νεοφερμένο.

«Είναι του πατέρα μου. Το πήρε από έναν Ιαγουάρο των Βας’ίιρι, αφού τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια.»

Ο νεοφερμένος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Το δεξί του χέρι κατέβηκε στη ζώνη του και ο γιατρός είδε για πρώτη φορά τότε, το περίγραμμα του προσώπου του. Τα σωθικά του δέθηκαν κόμπος από τον τρόμο.

Ήταν το πρόσωπο που είδε στον καθρέφτη. Ήταν ο άνθρωπος που θα τον σκότωνε.

Τινάχτηκε με τρομερή ταχύτητα, καθώς το ένστικτό του ξέθαψε από μέσα του τα χρόνια σκληρής εκπαίδευσης που νόμιζε ότι είχε λησμονήσει. Έστρεψε τη μέση του και άπλωσε το χέρι του. Οι μυς του ήταν τεντωμένοι, έτοιμοι να ασκήσουν ακριβώς την πίεση που θα χρειαζόταν ώστε να απελευθερώσει τη λάμα από όνυχα από το ξύλο και μετά να εκτελέσει μια και μοναδική κίνηση, που θα έκοβε πέρα ως πέρα το λαιμό του ξένου και θα έκανε το κεφάλι του να κατρακυλήσει πάνω στο ξύλινο δάπεδο.

Εκτέλεσε κάθε κίνηση τέλεια. Την στροφή, την πορεία της λεπίδας. Έμενε μόνο το χτύπημα. Σαν τη Σελήνη να αναπαύεται, θυμήθηκε τα λόγια των εκπαιδευτών του. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε το απαλό κλώτσημα που θα έκανε ο χοντρός λαιμός, ενώ η κόψη περνούσε μέσα από σάρκα, μυς, χόνδρο και θα περνούσε πέρα ως πέρα το οστό. Σκέφτηκε ότι μετά από αυτό θα έπρεπε να σκοτώσει τον κάπελα και το μικρό και να φύγει, να κρυφτεί κάπου αλλού, σε μία άλλη πόλη. Θα έπρεπε να υφάνει μια νέα μεταμφίεση από την αρχή. Αλλά θα ήταν ακόμη ζωντανός.

Άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι ο νεοφερμένος είχε σκύψει, αποφεύγοντας το χτύπημα. Το δεξί του χέρι για μια στιγμή έμοιαζε με καφετιά θολούρα και ύστερα αντίκριζε την κατάμαυρη, απύθμενη τρύπα της κάννης του κατάματα.

«Είσαι Ιαγουάρος των Βας’ίιρι.» είπε ο άντρας.

«Είμαι Ιαγουάρος με τομάρι ερπετού.»

«Κατάσκοπος. Πράκτορας με σκοπό τη διεξαγωγή δολιοφθοράς και αναταραχής.»

Ο κάπελας κοιτούσε με τρόμο τη σκηνή. Τον γιατρό, καλό του φίλο εδώ και πέντε χρόνια και τον περίεργο νεοφερμένο, καθώς μιλούσαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα.

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε. Δεν του απάντησαν.

«Αποκλείεται να είσαι κυβερνητικός. Δε βλέπω σήμα.»

«Με έστειλε η Παλιά Φρουρά. Ήρθα από την Παστή Έρημο για να σε βρω, αφού περιέλαβα έναν προδότη.»

«Αποκλείεται να ανήκεις στην Παλιά Φρουρά. Η Κυβέρνηση τους σκότωσε όλους και όσους δεν σκότωσε, τους εξόρισε με τιποτένια χωριουδάκια σαν αυτό.»

«Δεν είπα ότι ανήκω σε αυτούς. Παίρνω εκδίκηση για αυτούς από τον τάφο.»

Ο κάπελας πισωπάτησε και έκανε νόημα στο μικρό, που κοιτούσε τρομοκρατημένος το θέαμα. Ο έφηβος γλίστρησε αθόρυβα από την άλλη μεριά του πάγκου και έβγαλε μια παλιά, καλολαδωμένη δίκαννη καραμπίνα από την κρυψώνα της. Την ακούμπησε στο ανοιχτό χέρι του κάπελα.

«Αν ήθελες να με σκοτώσεις, το κατάφερες. Με έκανες να χάσω την κάλυψή μου. Ζούσα μισή δεκαετία εδώ, χωρίς να έχω βλάψει κανένα και χωρίς κανείς να με υποψιαστεί. Ήμουν ένας από εσάς. Τώρα είμαι απλά ένας Ιαγουάρος.»

«Λυπάμαι για αυτό. Αλλά πρέπει να πληρώσεις.»

«Κάνε μου τη χάρη και τελείωνε. Δεν έχω χρόνο για μελοδραματισμούς.»

«Πέσε κάτω, γιατρέ!» φώναξε ο κάπελας, καθώς τράβηξε τους κόκορες της καραμπίνας και έριξε. Ο ξένος χτυπήθηκε κατάστηθα και έπεσε προς τα πίσω. Ο γιατρός σήκωσε το μαχαίρι του, ορμώντας προς τον ξένο, ώστε να τον αποτελειώσει.

Ο κάπελας πρόλαβε να δει το γιατρό να ορμά, με τη λεπίδα να σφυρίζει καθώς έσκιζε τον αέρα προς τον χτυπημένο άντρα. Είδε τη λάμα να κατεβαίνει και να σκίζει το πανωφόρι του, να σκίζει τη σάρκα του. Ήταν απίθανα κοφτερή και ένιωσε αναγούλα, βλέποντας το αίμα να κυλά γύρω από τις αιχμές. Για μια στιγμή, ήταν σίγουρος ότι ο γιατρός θα έκοβε το χέρι του ξένου.

Τινάχτηκε πίσω, όταν άκουσε τον κρότο του πυροβολισμού. Ο γιατρός τινάχτηκε στον αέρα για μια στιγμή και κατρακύλησε πίσω, κρατώντας το στομάχι του, διπλωμένος στα δύο. Είδε τον ξένο να σηκώνεται, με ένα μεγάλο, κατάλευκο λεκέ στο καφτάνι του, εκεί που τον είχε πυροβολήσει, με τις κάννες των περιστρόφων του καπνισμένες.

Δεν τον είδα να τραβάει το άλλο περίστροφο. Αποκλείεται να μην τον είδα. Πώς στο διάολο το έκανε; Πώς πρόλαβε να ρίξει, όταν του έκοβε το χέρι;

Ο ξένος έριξε μια ματιά στον κάπελα και μετά πλησίασε τον γιατρό, που αιμορραγούσε με μια τρύπα στο στομάχι του. Τον γύρισε ανάσκελα με τη μπότα του, σα να ήταν ψόφια χελώνα. Ο γιατρός άρχισε να ψελλίζει κάτι πάλι στα ακαταλαβίστικα:

«Στο δωμάτιο μου…στον πάνω όροφο. Έχω έναν πολυγράφο και ένα σημειωματάριο. Σε παρακαλώ… πάρ’ τα από εκεί. Μην τους αφήσεις να μάθουν ποιος ήμουν πραγματικά… δε θέλω να… πεθάνω και να νομίζουν ότι τους είχα προδώσει…»

Ο ξένος άκουσε τον γιατρό προσεκτικά και ύστερα τον πυροβόλησε και πάλι με τα περίστροφά του. Μία σφαίρα στο στήθος και μία ανάμεσα στα μάτια. Ο γιατρός σταμάτησε να σφαδάζει. Ο κάπελας έτρεμε ολόκληρος.

«Σου… σου έριξα εξ’ επαφής… πώς στέκεσαι όρθιος;» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει.

Ο ξένος κοίταξε το λεκέ στο στήθος του και χαμογέλασε. Τα μάτια του παρέμειναν ανέκφραστα.

«Την επόμενη φορά που θελήσεις να ξαπλώσεις κάποιον κάτω μια και καλή, χρησιμοποίησε φυσίγγια.» πλησίασε τον πάγκο και του άφησε ένα χτυπημένο, μαυρισμένο δολάριο. «Το χοντρό αλάτι είναι για κοριτσάκια.»

Ο ξένος γύρισε την πλάτη του στον κάπελα και έφυγε. Στο δωμάτιο του πάνω ορόφου, ο ξερός αέρας της ερήμου έκανε τις σελίδες του ημερολογίου ενός νεκρού άντρα να θροΐσουν, απαγγέλλοντας σιωπηλά τα εγκλήματά του. Νόμιζε ότι είχε αφεθεί στην τελευταία σελίδα, αλλά ενστερνίστηκε με χαρά τις αμαρτίες του πάλι στην πρώτη. Ο άντρας που πέθανε εκείνη τη μέρα ήταν Ιαγουάρος των Βας’ίιρι, με το τομάρι του ερπετού που κάποτε φορούσε νεκρό και άχρηστο στο ξύλινο δάπεδο του ισογείου. Ο γιατρός, που είχε πετάξει από πάνω του το βάρος των νεκρών παιδιών, των αβοήθητων γυναικών και των πτωμάτων που σάπιζαν μέσα σε πηγάδια, χάθηκε, έτσι απλά.

Post a Comment

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Γρανίτινο Πρόσωπο, Μέρος 2ο

Τώρα:

Έτρεχε για μέρες στην έρημο, εξαντλημένος, τα μάτια του ορθάνοιχτα από τρόμο. Το στόμα του είχε ξεραθεί και τα σωθικά του ήταν μπλεγμένα σαν κόμπος μέσα του. Ξεφυσούσε αργά, σαν ετοιμοθάνατο σκυλί.

Σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε στο ξερό έδαφος. Τα χείλια του άγγιξαν το αλατισμένο χώμα και ένιωσε τη γλώσσα του να ζαρώνει, σα σαλιγκάρι που πασπαλίστηκε με αλάτι. Ξέρασε χολή και προσπάθησε να σηκωθεί, το σακάκι και τα πόδια του πασπαλισμένα με ξεραμένο αλάτι.

Κοίταξε πίσω πριν προλάβει να το ξανασκεφτεί και τον είδε, καβάλα στο άλογό του, στο όριο του ορίζοντα. Άφησε μια κραυγή και προσπάθησε να ξανατρέξει, αλλά τα πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Τρεκλίζοντας, έφτασε ένα μικρό σκιερό καταφύγιο κάτω από μια συστάδα από πέτρες και σταμάτησε.

Τον ακολουθούσε για μέρες τώρα, χωρίς ποτέ να του δώσει μια ευκαιρία να ξαποστάσει. Δεν του είχε μιλήσει ξανά από την ώρα που ξεκίνησε το κυνηγητό, αλλά κάθε φορά που τον έβρισκε, κάθε φορά που τον πρόφταινε, φρόντισε να του δώσει ένα ακόμη κίνητρο για να ζήσει.

Θυμόταν τα λόγια του, εκείνη την ημέρα:

«Μου είπαν να σε κάνω να υποφέρεις.»

Οι λέξεις αυτές είχαν αφήσει μακριά, ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή του. Υπήρχε κάτι στα μάτια του ξένου με το κατάμαυρο άλογο, κάτι που παραμόνευε και κοιτούσε μέσα στα μύχια της ψυχής του κάθε φορά που τον πρόφταινε και τον έκανε να αρχίσει να τρέχει και πάλι που τον έκανε να νιώθει σαν αδύναμο παιδί, κυνηγημένο από λύκους με ανθρώπινα βίτσια.

Κοίταξε το δεξί του χέρι, σπασμένο στον καρπό. Είχε μπλαβιάσει και έστελνε σταθερά σήματα πόνου στον εγκέφαλό του. Θολωμένος, το άγγιξε και ένιωσε το οστό να κινείται κάτω από την σάρκα του. Ούρλιαξε από το σοκ και ένιωσε να αναγουλιάζει πάλι. Το σήμα του πόνου στον εγκέφαλό του έσβησε κάθε άλλη του σκέψη.

Η μορφή του αλόγου έκρυψε τον ήλιο. Για μια και μοναδική στιγμή, ένιωσε ανακούφιση. Ύστερα, ο μικρός πίθηκος μέσα του, που θυμήθηκε τον πόνο που συνδέονταν με αυτή τη μορφή, τον έκανε να ζαρώσει και πάλι, τρομοκρατημένος.

«Τι θες από μένα; Για όνομα του Θεού, τι σου έκανα;»

Ο άντρας με το γρανίτινο πρόσωπο τον κοίταξε όπως κάποιος κοιτά μια πατημένη κατσαρίδα, κολλημένη στη σόλα του παπουτσιού του. Τα κατάμαυρα σα χάντρες μάτια του τον κοίταζαν, καθηλώνοντάς τον.

«Σε παρακαλώ…. σκότωσέ με ή άσε με να φύγω… δε μπορώ άλλο…»

Ο διώκτης του έψαξε για κάτι στη σέλα του αλόγου του. Για μια στιγμή, το θήραμα νόμιζε ότι θα έβγαζε το μαύρο του περίστροφο και θα τον σκότωνε. Μια σφαίρα στο κεφάλι, ή μία στην καρδιά. Ένας γρήγορος θάνατος, πόσο ευπρόσδεκτος θα ήταν, αλήθεια.

Το φλασκί έπεσε ανάμεσα στα πόδια του. Άκουσε καθαρά τον ήχο του νερού που πάφλαζε μέσα του. Ένιωσε τα σωθικά του να αναδεύονται από χαρά και τρόμο ταυτόχρονα.

«Νερό; Νερό; Ω Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ!»

Άρπαξε το φλασκί και το άνοιξε με χέρια του έτρεμαν. Ετοιμάστηκε να πιει μια γουλιά, όταν ο διώκτης του τον κλώτσησε ξαφνικά στο σαγόνι με τη μπότα του.  Το κεφάλι του χτύπησε πάνω στο βράχο και πολύτιμο νερό χύθηκε πάνω στο σακάκι του, ξεπλένοντας το αλάτι.

«Τρέχα.» του είπε και σηκώθηκε αμέσως όρθιος, τρέχοντας με ανανεωμένο τρόμο, προσπαθώντας να πιει το πολύτιμο νερό. Το ένιωθε να χύνεται από τα χείλη του με κάθε γουλιά, αλλά ένιωθε σα να τον έλουζαν με λιωμένο χρυσάφι.

3 ημέρες πριν:

«Τρέχα.»

«Ποιος στο διάολο νομίζεις ότι είσαι ρε; Νομίζεις ότι επειδή σκότωσες τρεις λακέδες, θα γλιτώσεις; Ξέρεις τι θα σου κάνουν οι άντρες μου όταν σε βρουν; Δε θα σ’ αφήσουν αν ξεφύγεις, μπάσταρδε! Θα σε-ΑΑΑΑΑ!»

«Δε με άκουσες; Είπα τρέχα.»

«Μου ’σπασες τον καρπό, καριόλη! Θα σε σκοτώσω, μ’ ακούς; Δεν πρόκειται να ξεφύγεις! Θα σου σπάσω τα πόδια και θα-»

Κλικ

«Δε-δε θα τολμήσεις. Δεν ξέρεις τι θα σου κάνουν οι άντρες μου άμα τολμήσεις να τραβήξεις αυτή τη γαμημένη σκανδάλη! Δε θα πεις τίποτα ε; Ε, καριόλη;»

Μπαμ.

Τώρα:

Τη νύχτα, σύρθηκε κάτω από μια συστάδα από κάκτους και έκανε μια πέτρα για μαξιλάρι του. Το νερό στο σακάκι του είχε στεγνώσει εδώ και ώρες και το παγούρι του είχε σχεδόν αδειάσει. Άκουγε τις λιγοστές γουλιές νερό που είχαν απομείνει να παφλάζουν μέσα στο δοχείο και αναστέναξε με ανακούφιση.

Το κυνηγητό σταματούσε τη νύχτα, πάντα. Ο άντρας με το άλογο σταματούσε πάντα στο όριο της όρασής του και στεκόταν εκεί, κοιτάζοντάς τον. Αναρωτιόταν αν κοιμόταν ή αν απλά καθόταν εκεί και τον κοίταζε. Θυμόταν πως προσπάθησε να του ξεφύγει την πρώτη νύχτα, νομίζοντας ότι είχε κοιμηθεί.

Θυμόταν πως ο άντρας τον είχε βρει, ον έπιασε από το σβέρκο σα γατί και τον σάπισε στο ξύλο.

Η γλώσσα του έπαιξε λίγο με την πληγή που είχε αφήσει το δόντι που είχε χάσει από τις γροθιές του άντρα. Θυμήθηκε τα στοιχήματα που έβαζε με τα αδέρφια του, όταν ήταν μικρός. Όταν προσπαθούσα να φτύσουν μέσα από τις τρύπες από τα δόντια που είχα βγάλει. Νικούσε πάντα αυτά τα στοιχήματα.

Νικούσε πάντα κάθε στοίχημα.

Και ήξερε πώς να παίζει. Είχε ποντάρει σωστά όταν αποφάσισε να αλλάξει πλευρά, να αφήσει την Παλιά Φρουρά και να καταταγεί στο μέρος της Κυβέρνησης. Είχε πουλήσει τις πληροφορίες του ακριβά και είχε χαρίσει μερικές εύκολες νίκες στους νέους του φίλους.

Είχε ζήσει μια καλή ζωή, μέχρι τώρα. Μια ζωή με εύκολα λεφτά και εύκολες γυναίκες. Και όταν θύμωσε ακόμη και μερικούς από τους φίλους του στην Κυβέρνηση, αποσύρθηκε στην Κόκκινη Οχιά και έκανε την πόλη δική του.

Ωραίες εποχές.

Κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ γαλήνια.

4 μέρες πριν.

«Τι είναι αυτά, ρε;»

«Ό,τι έχω. Δε μπορώ να σας δώσω τίποτα περισσότερο.»

«Αφού έχεις πράγμα μέσα στο κατάστημα. Πλήρωσέ με σε είδος.»

«Δε μπορώ να το κάνω αυτό.»

«Γιατί παρακαλώ;»

«Αν σας δώσω το εμπόρευμά μου, δε θα έχω τίποτα να πουλήσω! Τα καραβάνια δεν έρχονται πια από δω, θα πρέπει να πάω ο ίδιος στην Σαράτ και δε μπορώ να το ρισκάρω, όχι όπως έχουν τα πράγματα!»

«Τι μου λες!»

«Για αυτό, σας εκλιπαρώ, πάρτε τα λεφτά θα σας ξεχρωστήσω όταν-»

«Έχω μια άλλη ιδέα. Τι λες να μας νοικιάσεις τις κόρες σου;»

«Τις κόρες μου;»

«Καλά, όχι και τις δύο, μόνο την όμορφη.»

«Χαχαχαχα, καλό, αφεντικό!»

«Δεν…δεν μπορ’ω να το κάνω αυτό…»

Κλικ

«Και ποιος σε ρώτησε, σαμιαμίδι;»

«Σας…σας παρακαλώ, μην…»

«Έλντον Νορμ;»

«Ποιος είσαι εσύ;»

«Είμαι το τελευταίο, χειρότερο πράγμα που θα δεις για την υπόλοιπη ζωή σου.» 

Τώρα:

Τινάχτηκε από τον ύπνο του. Έτρεμε από το κρύο. Προσπάθησε να κουλουριάσει το σώμα του και έχωσε τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες του. Οι νύχτες στην Παστή Έρημο ήταν πολύ χειρότερες από τις μέρες. Τις μέρες, ο ήλιος σε έκαιγε και σε κοιτούσε κατάματα, είχε τα κότσια να σε κάνει να υποφέρεις και να σου ρίχνει ένα μεγάλο, σκατένιο χαμόγελο.

Αλλά τις νύχτες, η ζέστη υποχωρούσε και το κρύο κουλουριαζόταν γύρω σου και έσφιγγε τα σωθικά σου, κάνοντας τα μέσα σου να τρέμουν και τα δόντια σου να χτυπούν όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που τα ούλα σου πονούσαν. Σε έκανε να πεθαίνεις αργά, από μέσα προς τα έξω.

Κοίταξε στο σημείο που στεκόταν ο διώκτης του. Τον έβλεπε, ακόμη και μέσα στη νύχτα, μια κατάμαυρη πελώρια σιλουέτα που έκρυβε τα αστέρια. Έμοιαζε σα μια μεγάλη τρύπα, μέσα από την οποία σε κοιτούσαν όλοι οι φόβοι κάθε προγόνου σου, παραμονεύοντας να σου χιμήξουν.

Ξάπλωσε ξανά, κουλουριασμένος και πάλι, προσπαθώντας να αγνοήσει τη μεγάλη τρύπα στον κόσμο που τον κοίταζε να κοιμάται.

2 μέρες πριν:

«Πες μου τι θες. Θες λεφτά; Έχω λεφτά! Έχω αρκετά λεφτά για να σου αγοράσω δύο, τρία άλογα! Δε θες λεφτά; Θες γυναίκες, τότε; Μπορώ να σου δώσω τόσες πολλές που να τις σιχαθείς! Έχω απ’όλα! Έχω άκρες στην Κυβέρνηση, μπορώ να σου δώσω ό,τι θες! Τι θες, πές το και θα γίνει! Τι λες;»

«Θέλω να τρέξεις.»

«Τι; Είσαι τρελός; Σου δίνω την ευκαιρία μιας ζωής και εσύ συνεχίζεις τις μαλακίες; Θα σου δώσω τα τριπλά απ΄ ό,τι σου έταξαν! Τα τριπλά! Έλα απλά κάνε μου χώρο στο άλογό σου και άσε με να ανέβω, πάμε πίσω στην Κόκκινη Οχιά, έτσι μπράβο, τώρα συζητάμε, έλα-ΟΥΦ!»

Παφ.

«Τι; Τι στο διάολο κάνεις; Όχι, όχι!»

Παφ. Παφ. Κρακ. Κρακ.

«ΑΑΑΑ! Σταμάτα, σταμάτα, για όνομα του Θεού, μη! ΙΙΙΙΙΙΙ!»

ΚΡΑΑΑΚ.

Τώρα:

Πρωί. Ω Θεέ μου, πρωί. Τινάχτηκε από τη θέση του, καθώς είδε τον ήλιο να ανατέλλει. Ο διώκτης του έκανε σήμα στο άλογό του και άρχισε να τον πλησιάζει αργά. Το κυνήγι ξεκινούσε και πάλι.

Σηκώθηκε, έτοιμος να τρέξει, αλλά ήξερε ήδη ότι δε θα ξέφευγε αυτή τη φορά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα έτρεχε. Δε θα μπορούσε να συνεχίσει. Ένιωσε μια μικρή ανακούφιση, καθώς σκέφτηκε ότι δε θα ξαναχρειαζόταν να τρέξει σα να ήταν κανένα ζώο. Ότι θα μπορούσε απλά να πέσει κάτω και να πεθάνει, μέσα στην ξεραμένη σκόνη.

Οι μπελάδες του θα τελείωναn σίγουρα τότε. Όλα θα πήγαιναν καλά.

Όμως ο καβαλάρης θα τον έπιανε τότε, πριν προλάβει να πεθάνει. Θα τον άρπαζε και τα τον σάπιζε στο ξύλο και αν αντιστεκόταν θα του έσπαγε το πόδι, ή χειρότερα, θα τους έκανε μια μεγάλη χαρακιά στο μηρό και θα τον άφηνε εκεί για να τον μυριστούν τα κογιότ και τα όρνια και να του ορμήσουν και να τον κομματιάσουν. Θα τον έκανε να πεθάνει με το χειρότερο δυνατό τρόπο.

Όμως δε θα πέθαινε έτσι. Θα πέθαινε με τους δικούς του όρους. Αλλά αφού εξαντλούνταν πρώτα. Θα πολεμούσε όπως του είχαν μάθει στην Παλιά Φρουρά.

Μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός μου…

Γέλασε εκείνη τη στιγμή, αλλά ο ήχος του ακούστηκε σαν κάγχασμα, καθώς έβγαινε από τα χείλη του και τον πληγιασμένο του λαιμό. Θυμόταν πώς ήταν τα πράγματα τότε. Θυμόταν ότι πολεμούσαν για να σώσουν τον κόσμο, για να κρατήσουν τα ιδανικά που χάνονταν μέρα με τη μέρα ζωντανά, για να αποτρέψουν την καταστροφή με το να είναι το ισχυρότερο αποτρεπτικό μέσο σε όλα τα Βασίλεια.

Αλλά αποτύγχαναν. Μέρα με τη μέρα έχαναν έδαφος. Μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότεροι πέθαιναν για να αποτρέψουν τραγωδίες που τώρα ήταν μέρη της πραγματικότητάς τους.

Θυμόταν τη μάχη εδώ. Θυμόταν πώς οι Βαρ’ ίισι πολέμησαν στις όχθες αυτής της λίμνης. Θυμόταν πως ήταν εκεί, στην πρώτη γραμμή. Πώς είχε πολεμήσει σαν ήρωας και είχε τρέψει τους εχθρούς του σε φυγή, καθώς οι Βαρ΄ίισι έθεσαν σε λειτουργία τις βόμβες αφυδάτωσής τους. Πολλοί άντρες, δικοί τους και δικοί του, πέθαναν εκείνη την ημέρα. Είδε τους Βαρ’ίισι να ζαρώνουν και να πεθαίνουν, σα βδέλλες. Είδε τους άντρες υπό την ηγεσία του να ουρλιάζουν, καθώς ζάρωναν και θρυψαλιάζονταν σα να ’ταν φτιαγμένοι από πολυκαιρισμένο χαρτί.

Μετά από εκείνη την ημέρα, οι Βαρ’ίισι είχαν νικηθεί. Αλλά τους είχαν στερήσει τη μεγαλύτερη πηγή πόσιμου νερού τους. Το μόνο που είχαν αφήσει ήταν μια τρύπα πάνω στον κόσμο, εκεί που κάποτε βρισκόταν η μεγαλύτερή τους πηγή πόσιμου νερού. Ένας λογικός άνθρωπος θα νόμιζε ότι αυτό θα ήταν μια αρκετά τρομερή τιμωρία για ένα λαό. Αλλά οι Βαρ΄ίισι έκαναν τα ουράνια να βρέξουν αλάτι, μία εβδομάδα αφού τράπηκαν σε φυγή. Η περιοχή αυτή χτυπήθηκε χειρότερα από κάθε άλλη.

Έπεσε κάτω πάλι, αλλά αυτή τη φορά δε σηκώθηκε. Ήξερε πως θα πέθαινε. Ήταν έτοιμος τώρα. Είχε προδώσει τους συντρόφους που είχε οδηγήσει στη δόξα και στο θάνατο και ο διώκτης του τον είχε κάνει να υποφέρει αρκετά. Θα τον άφηνε να τον πλησιάσει και ύστερα θα έκοβε τη γλώσσα του με τα ίδια του τα δόντια, κοιτάζοντάς τον κατάματα.

Θα πέθαινε σαν άντρας.

Ο διώκτης του επιτάχυνε, μόλις τον είδε να πέφτει κάτω.

1 ημέρα πριν:

«Έχω…μόνο…φτου! Μόνο μία…απορία…γιατί μου το κάνεις αυτό; Ποιός…ποιός σε έβαλε; Ποιος άκαρδος, αρρωστημένος μπάσταρδος σε έβαλε να  μου το κάνεις αυτό; Καλά εσύ είσαι σίγουρα θεότρελος, αποκλείεται αλλιώς να δεχόσουν να το κάνεις ε; Χαχα…έλα, πες μου, ποιος σε έβαλε ε;»

«Το όνομά σου είναι Έλντον Ντορμ.»

«Έλα, κόψε τις μαλακίες και πες μου…»

«Υπηρέτησες στην Τρίτη Ταξιαρχία, στο δεύτερο σώμα της Ιλαρχίας της Παλιάς Φρουράς κατά της διάρκεια του πολέμου των Βαρ’ίισι. Ήσουν ο νεότερος άνδρας στο στράτευμα που είχε προαχθεί στη θέση του Αντισυνταγματάρχη λόγω εξαιρετικής ανδρείας στο πεδίο της μάχης.»

«Πώς…πώς μπορεί να το ξέρεις αυτό;»

«Ήσουν επίσης και ο υπαίτιος της καταστροφής του. Λιποτάκτησες από το στράτευμα στις γραμμές του εχθρού κατά το πραξικόπημα που έλαβε χώρα δύο χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου με τους Βαρ’ίισι. Πούλησες πληροφορίες στον εχθρό. Προκάλεσες τον θάνατο εκατοντάδων ανδρών, πολλοί από τους οποίους ήταν και οι στενότεροί σου φίλοι.»

«Τι; Πώς το ξέρεις αυτό; Δε μπορεί να το ξέρεις αυτό! Ποιος στο διάολο είσαι;»

«Σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προδοσία σου, η Κυβέρνηση που συστάθηκε μετά το πραξικόπημα σου προσέφερε τη θέση του αντισυνταγματάρχη, την παλιά σου θέση, στο πεζικό της, με σκοπό να αναλάβεις την επανεκπαίδευση τους και την οργάνωση ενός τακτικού στρατού.»

«Δεν ήταν μαχητές αυτοί! Ήταν αγρότες και κατάδικοι! Δε μπορούσα να τους κάνω στρατιώτες, για όνομα του Θεού!»

«Για αυτό και τους επέτρεψες να αλωνίσουν ελεύθερα και να πάρουν ό,τι θέλουν από τον πληθυσμό, να πλιατσικολογήσουν και να καταλάβουν με τη βία και με όπλα που εσύ τους έδειξες πώς να φτιάχνουν όποια πόλη περνούσαν με σκοπό να αποκαταστήσουν την τάξη.»

«Ήταν όλοι τους ένα μάτσο γουρούνια! Δεν ελέγχονταν, ούτε οι πολίτες, ούτε οι στρατιώτες! Ήταν όλοι τους μια πάστα άχρηστων και τους άξιζε όσο υπέφεραν!»

«Πριν με στείλουν να επιτελέσω την αποστολή μου, μου έδωσαν λοιπόν την εξής εντολή: Ο Έλντον δεν πρόκειται να μετανιώσει. Δεν πρόκειται να ζητήσει συγχώρεση. Θα προσπαθήσει επανειλημμένα να σε εξαγοράσει. Δεν του αξίζει όμως κανένα έλεος, καμία ελπίδα ή χάρη.»

«Αυτή η φωνή…ω Θεέ μου, δεν μπορεί! Δε μπορεί να σε έστειλε αυτός!»

«Μου είπαν να σε κάνω να υποφέρεις.»

Τώρα:

Τον κοίταξε μέσα στα κατάμαυρα μάτια του και κάγχασε και πάλι. Ο διώκτης του παρέμενε ανέκφραστος.

«Δεν είχε νόημα να συνεχίσουμε. Είχαμε δώσει πάρα πολλές μάχες και ο κόσμος γινόταν χειρότερος μετά από κάθε μία.»

Ήπιε την τελευταία γουλιά νερού του. Το άφησε να κάτσει πάνω στην ξεραμένη γλώσσα του και το κατάπιε, σα να ήταν το καλύτερο ποτό στον κόσμο.

«Έχασα όλους μου τους φίλους όταν η βόμβα αφυδάτωσης έφτιαξε αυτό εδώ το πράγμα. Τους είδα να πεθαίνουν με έναν τρόπου που δε θα ευχόμουν ούτε σε σένα. Και μετά, όταν τελείωσε και αυτός ο εφιάλτης, είχαμε το πραξικόπημα. Και πολεμήσαμε και πάλι. Και μετά έριξαν τη Βόμβα.»

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Βρήκε μέσα του το κουράγιο που χρειαζόταν για να δώσει τέλος στο κυνήγι.

«Είδα τόσους πολλούς άμυαλους, ηλίθιους θανάτους στη ζωή μου. Είδα κάθε τι για το οποίο πολέμησα να χάνεται, έτσι απλά. Πουφ. Και κάθε φορά, έπαιρνε και μερικούς φίλους μου μαζί του. Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά εγώ δε μετανιώνω. Και δε σκοπεύω να πεθάνω με τους όρους σου.»

Έβαλε τη γλώσσα του ανάμεσα στα δόντια του και ετοιμάστηκε να δαγκώσει, όταν ο άντρας με το γρανίτινο πρόσωπο τον πυροβόλησε στο υπογάστριο. Ούρλιαξε, καθώς η σφαίρα τρύπησε τα σωθικά του. Διπλώθηκε στα δύο, η αποφασιστικότητά του εξανεμισμένη.

«Δεν έχεις αυτή την επιλογή πια, Έλντον Ντορμ.»

Ο άντρας με την τρύπα στο στομάχι ούρλιαζε, ξέροντας ακριβώς τι τον περίμενε. Είχε ξαναδεί κι άλλους να πεθαίνουν έτσι. Θα πέθαινε με τα ίδια του τα απόβλητα να μολύνουν το αίμα του. Το ίδιο του το σώμα θα δηλητηριαζόταν αργά, για ώρες και δε θα έχανε τις αισθήσεις του. Προσπάθησε να δαγκώσει τη γλώσσα του, αλλά δεν είχε τη δύναμη. Κυλιόταν στο έδαφος της Παστής Ερήμου και άφηνε λεκέδες από βρώμικο αίμα στη νεκρή γη.

Του πήρε επτά ώρες μέχρι να πεθάνει.

Post a Comment

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Γρανίτινο Πρόσωπο, Μέρος 1ο

«Το πρόσωπό του ήταν σαν αργασμένος γρανίτης.» είπε η γριά στον άνθρωπο από την Κυβέρνηση.

Αυτός σημείωσε τα λόγια της στο μικρό του σημειωματάριο.

«Φορούσε σκονισμένο καφτάνι και ένα πλατύγυρο καπέλο, που ξεχείλιζε από σκόνη. Είχε μάτια ολόμαυρα. Μοιάζανε με χάντρες τα μάτια του. Δεν ήξερες που κοιτούσε.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση συνέχισε τις σημειώσεις του. Θέλησε να ρωτήσει κάτι τη γριά, αλλά ο γέρος τον διέκοψε, συμπληρώνοντας την περιγραφή της.

«Ήταν οπλισμένος. Είχε περίστροφα, κατάμαυρα σαν τα μάτια του και λεία. Δεν τα έδειχνε, αλλά εγώ τα είδα. Όταν φύσηξε ο αέρας από το Ρήγμα και τίναξε το καφτάνι του. Ήταν περασμένα στη μέση του, στο ζωνάρι.»

«Και τα χέρια του, ήταν μεγάλα. Δάχτυλα σαν λουκάνικα, όλο ρόζους. Χτυπημένα, όλο ουλές. Ήταν χέρια που είχαν πληγιάσει ξανά και ξανά και είχαν επουλώσει και τα χε ξαναπληγιάσει.» συνέχισε η γριά.

«Είχε χέρια λιθοξόου, με σκληρή παλάμη. Του έσφιξα το χέρι και μου το ζούληξε μέχρι που μούδιασε, αλλά ξέρω πως δεν είχε βάλει ούτε τη μισή του δύναμη. Δυνατά χέρια. Με τέτοια φάτσα που είχε δε θα περίμενες ότι ήξερε πώς να τα χρησιμοποιήσει.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σήκωσε το φρύδι του, κοιτάζοντας τον γέρο μετά το σχόλιό του.

Ρώτησε το ζευγάρι αν μίλησαν με τον άντρα αυτό, αν ήξεραν από πού ήρθε.

«Ήρθε από το Ρήγμα. Τον είδε ο γιος του σερίφη, να περπατά μέσα από τη θύελλα, με το άλογό του να τον ακολουθεί. Το καημένο το παιδί κατατρόμαξε στην αρχή.» του εξήγησε η γριά.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση τους εξήγησε πως αυτό ήταν αδύνατο. Το Ρήγμα ήταν απροσπέλαστο. Όσο για άλογα, αυτά είχαν εκλείψει.

«Αυτό σκεφτήκαμε και εμείς, αλλά αυτός είχε ένα! Καλυμμένο με σκόνη, ανέκφραστο και άγριο σαν αυτόν! Μαζεύτηκε όλη η πόλη για να τους δει. Κάποιος δοκίμασε να το χαϊδέψει και το άλογο πήγε να τον δαγκώσει. Άγριο πράγμα, αυτό το ζώο.»

«Ήταν κατάμαυρο, χωρίς σέλα και δεν άφηνε κανένα να το πλησιάσει, μόνο τον άντρα από το Ρήγμα. Το πλησίασα και του άφησα λίγη βρώμη. Με κοίταζε σα να ‘μουνα αλογοκλέφτης, με ζύγιαζε όλη την ώρα και δεν άγγιξε καν το φαΐ που του ‘δωσα.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σημείωσε ό,τι του έλεγαν. Ήταν μυθοπλασία δύο ηλικιωμένων, που έλεγαν τη φουσκωμένη, απίστευτη ιστορία τους σε έναν άντρα με λιγότερα από τα μισά τους χρόνια, αλλά ήταν οι μόνοι που δέχτηκαν να του μιλήσουν. Είχαν μιλήσει με τον άντρα; Τι έκανε όσο ήταν εδώ;

«Δεν του μιλήσαμε, όχι. Δε μιλούσε σε κανένα. Μίλησε μόνο με τον δήμαρχο και τον σιδερά. Η υπηρέτρια όμως του δημάρχου μου είπε ότι άκουσε τον άντρα. Μου ’πε ότι ήξερε τη γλώσσα.  Αλλά η φωνή του ακουγόταν σαν αλέτρι που άλεθε.» του πε η γριά, ριγώντας.

«Ο σιδεράς μου πε ότι αφού μίλησε στο δήμαρχο, του είπε πως ξέρει για το Πράγμα που ζούσε εδώ. Μου ‘πε ότι μίλησε στο δήμαρχο και του ζήτησε κάποια πράγματα που θα χρειαζόταν.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σταμάτησε να γράφει για μια στιγμή. Το Πράγμα; Ποιο Πράγμα;

«Το Πράγμα που έστειλε ο Διάβολος! Το Πράγμα που ζούσε μέσα στο παλιό ορυχείο και έβγαινε για κυνήγι, τρώγοντας όποιον περνούσε από το δρόμο και μας τρόμαζε όλους!»

Δεν υπάρχει καμία επίσημη αναφορά από τον σερίφη της πόλης σας σχετικά με το Πράγμα, σχολίασε ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση.

«Ο Σερίφης δεν είναι τρελός και δε θέλει να πεθάνει. Το πράγμα έφαγε τον προηγούμενο Σερίφη, όταν αυτός ήταν ακόμη βοηθός. Λέει πως πήρε τη μορφή της συχωρεμένης της γυναίκας του και όταν δείλιασε να την πυροβολήσει…»

Χραπ! Ο γέρος χτύπησε τα χέρια του σα να έκλεινε τα σαγόνια του ένας λύκος. Κοίταζε τον άνθρωπος από την Κυβέρνηση κατάχλωμος.

«Αν ζητούσε βοήθεια από εσάς, δε θα τον πιστεύατε άμα δεν είχε διαπεπιστευτήρια. Αλλά για να τα πάρει, έπρεπε να πάει να το βρει. Και δεν ήθελε να πεθάνει.»

«Δε θα έβγαινε ζωντανός από το ορυχείο άμα έμπαινε να πάρει τα διαπεπιστευτήρια. Το Πράγμα θα τον έβρισκε.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση κοίταξε τους γέρους απορημένος. Η κατάθεσή τους φαινόταν ειλικρινής και Ανωμαλίες (ή Πράγματα, όπως τα αποκαλούσαν) δεν ήταν ασυνήθιστο να εμφανιστούν σε περιοχές τόσο κοντά στις παρυφές του Ρήγματος. Όμως δεν είχε ξανακούσει για μια Ανωμαλία με τέτοιες δυνατότητες. Τους ρώτησε πως ήξερε ο Άντρας ότι το Πράγμα ήταν εκεί.

«Δεν ξέρω.» είπε η γριά. «Εγώ δεν άκουσα τίποτα. Αλλά η γυναίκα το σιδερά, αφού μίλησε με την υπηρέτρια του δημάρχου, που κρυφάκουγε τον δήμαρχο να μιλά με τον άντρα, μου ‘πε ότι το κυνηγούσε καιρό. Ότι είχε σκοτώσει ένα κοπάδι τέτοια, μέσα στο Ρήγμα, στις πεδιάδες του Ματιού. Ότι αυτό ήταν το τελευταίο του συναφιού του και ότι έπρεπε να το σκοτώσει, αλλιώς θα έκανε κι άλλα. Κι ας ήταν μόνο του.»

«Άμα το ‘λεγε κάποιος άλλος, θα έλεγα ότι μας κοροϊδεύει και ότι ήρθε για να ξεγελάσει εμάς με ιστορίες για μπαμπούλες και κουραφέξαλα. Αλλά με αυτόν, για κάποιο λόγο, το πίστευα.»

Ότι ήρθε από το Ρήγμα; Ότι σκότωσε ένα κοπάδι Πράγματα και ότι κάπως, κάπου βρήκε το τελευταίο; Πώς ξέρουν ότι το σκότωσε;

«Το σκότωσε γιατί είναι νεκρό. Ο σερίφης τον ακολούθησε και τα είδε όλα. Μας είπε τι έγινε. Τα μαλλιά του είχαν ξασπρίσει και είχε κατουρηθεί επάνω του, αλλά ορκιζόταν ότι ο άντρας σκότωσε το Πράγμα.»

Υπάρχει κάποιο πειστήριο του θανάτου του πλάσματος; Υπάρχει κάποιο πτώμα, ένα κέλυφος, κάποιο σημάδι του θανάτου του έστω;

«Όχι.» του είπε ο γέρος. «Αφού πέθανε, το Πράγμα έλιωσε και έγινε σα νερό που βρώμαγε. Το μύρισα εγώ, όταν πήγα να δω. Δεν άφησε σημάδι πίσω του, μόνο βρώμικο νερό και μια άσχημη μυρωδιά.»

Τι είδους μυρωδιά, ρώτησε ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση .

«Μύριζε δυνατά, τόσο που σχεδόν το γεύτηκα. Ήταν σα να γλείφεις δεκαράκι. Μια χούφτα δεκαράκια. Σε έπνιγε.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σημείωσε την αναφορά τους. Τους ευχαρίστησε και έφυγε, χωρίς να έχει αγγίξει καν το ποτήρι του νερού και τον παστό αρουραίο που του είχε προσφέρει το ζευγάρι.
Έβαλε το σημειωματάριό του στην τσέπη και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Σερίφη. Είχε υποστεί την μυστικοπάθεια και τις μυθοπλασίες των κατοίκων. Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει με ένα μάρτυρα.

«Ο μπαμπάς μου δεν είναι καλά. Δε θέλει να δει κανένα» είπε το μικρό παιδί που καθόταν στο πλατύσκαλο, φορώντας το πλατύγυρο καπέλο του πατέρα του.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση του είπε να φωνάξει τη μάνα του. Έπρεπε να της μιλήσει.

«Η μαμά φροντίζει το μπαμπά. Μου ‘πε να κάτσω έξω και να μην αφήσω κανέναν να μπει, επειδή ο μπαμπάς δεν είναι καλά και δεν κάνει να τον δούνε έτσι. Κανονικά δε θα στο έλεγα, αλλά ξέρω ότι είσαι από την Κυβέρνηση και ότι μυρίζεις τα ψέματα.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση χαμογέλασε άθελά του. Διαβεβαίωσε το μικρό πως δε μπορεί να μυρίσει τα ψέματα.

«Όλοι οι άλλοι Εξαγνιστές μπορούν, το είπε ο Μονόφθαλμος στο βιβλίο του! Και μπορούν να γευτούν το φόβο, επίσης. Ο Μονόφθαλμος διέσχισε την Παστή Έρημο με ένα φλασκί από τον ιδρώτα καταδίκων και μια μυρωδιά από τον τρόμο των επικυρηγμένων!»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση του εξήγησε πως δεν είναι Εξαγνιστής, απλά Απογραφέας. Ύστερα είπε στο μικρό να φωνάξει οπωσδήποτε τη μαμά του. Το παιδί φάνηκε απογοητευμένο, καθώς μπήκε μέσα στο γραφείο. Η γυναίκα που βγήκε μαζί του έμοιαζε περισσότερο με γιαγιά του. Το πρόσωπό της ήταν σαν ξεραμένο σύκο.

«Τι συμβαίνει; Ο άντρας μου είναι άρρωστος και πρέπει να τον προσέχω, οπότε βιάζομαι.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση της υποσχέθηκε ότι δε θα την απασχολήσει για πολύ. Τη ρώτησε αν ήξερε τι συνέβη στο ορυχείο που έκανε τον άντρα της να αρρωστήσει. Η γυναίκα χλώμιασε και πήρε μια έκφραση καθαρής αηδίας.

«Αυτό είναι προσωπικό θέμα του άντρα μου. Δε θέλει να μιλήσει για αυτό. Και τώρα, αν δε σας πειράζει…» έκανε να του κλείσει την πόρτα, αλλά έβαλε το πόδι του στη μέση για να τη σταματήσει.
 Της εξήγησε ότι ναι, τον πειράζει. Ότι δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με τις μυθοπλασίες και τη μυστικοπάθεια του χωριού και ότι ο άντρας της ήταν υποχρεωμένος να του δώσει όποια πληροφορία είχε. Όρμησε μέσα στο γραφείο, πέρασε την πόρτα και μπήκε στο μικρό σπίτι. Πάνω στο ράντζο, είδε ένα κατάχλωμο, πανιασμένο πράγμα με τσαλακωμένα ρούχα. Φορούσε το σήμα του Σερίφη.

«Είσαι… από την Κυβέρνηση. Αναγνώρισα το σήμα σου, όταν το κουνούσες από δω και από ‘κει. Άμα δεν έκανες τόση φιγούρα, ο κόσμος θα σου μίλαγε εξ’ αρχής.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ξεροκατάπιε. Δε μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει το πλασματάκι που ξάπλωνε εκεί. Είδε τη φωτογραφία του στο κομοδίνο. Ο Σερίφης ήταν εκεί, ένας νεαρός άντρας, το πολύ 30 χρονών με κάτασπρο χαμόγελο και μαύρα μαλλιά. Αυτός που του μιλούσε είχε τη φωνή που απέδιδε στον Σερίφη στη φωτογραφία, αλλά με καμία περίπτωση δεν του έμοιαζε.

«Θες να μάθεις για τον άντρα από το Ρήγμα. Είναι ένα σκληρό κάθαρμα και σκότωσε το Πράγμα.
 Μόνος του. Εγώ δεν έκανε τίποτα. Το κοίταξα και με σκότωσε. Αυτό είναι όλο.»

Μα είναι ζωντανός, του εξήγησε ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση. Ταλαιπωρημένος, αλλά ζωντανός.

«Είμαι νεκρός μέσα μου. Το Πράγμα στο ορυχείο με δηλητηρίασε στην ψυχή και πέθανα. Τώρα είμαι απλά εδώ. Σε λίγο το σώμα μου θα ακολουθήσει.»

Τι είδες εκεί;

«Τη μακαρίτισσα την αδερφή μου. Είχε πάει στο Ρήγμα μικρή, είχε ξεστρατίσει και είχε χαθεί. Ήταν γυναίκα ολόκληρη, όπως τη φανταζόμουνα. Είχε τη φωνή που φανταζόμουνα πως θα χε, άμα δεν είχε χαθεί. Προσπάθησα να τη σώσω από τον άντρα, επειδή ήμουν ηλίθιος και έπεσα στην παγίδα της. Με πήρε μακριά και όταν νόμισε ότι του ξέφυγε, με άρπαξε και με έφαγε.»

Και ο άντρας; Ο ξένος από το Ρήγμα, πώς το σκότωσε;

«Την κοίταξε και την πυροβόλησε. Είχε κατάμαυρα περίστροφα. Είπε μόνο ένα όχι, όταν η αδερφή μου του ούρλιαξε. Προσπάθησα να τον σταματήσω και ας με είχε σκοτώσει, αλλά αυτός απλά την πυροβόλησε. Μπορεί στα μάτια του, το Πράγμα να ήταν η γυναίκα του ή κάποιος άλλος. Αλλά για μένα ήταν η αδερφή μου. Και την ξανάδα να πεθαίνει, τότε. Μπροστά στα μάτια μου.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση τον ρώτησε αν ήξερε τι έκανε μετά ο άντρας. Αν ζήτησε πληρωμή. Αν ξέρει, έστω, το όνομά του.

«Δε συστήθηκε ποτέ.» είπε, ξεφυσώντας το πλασματάκι στο κρεβάτι, ζαρωμένο και έτοιμο να κλάψει. «Απλά σκότωσε την αδερφή μου. Την είδα να πεθαίνει. Πάλι. Μετά με έφερε πίσω και έφυγε. Την είδα να λιώνει και να γίνεται σα νερό πίσω μου. Μύριζε σα να είχα μπουκώσει το στόμα μου με κέρματα. Την είδα να γίνεται κάτι άλλο τότε, αλλά ξέρω πως ήταν η αδερφή μου ακόμη.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση είδε το πλασματάκι στο ράντζο να παραδίνεται σε λυγμούς.

«Την σκότωσε μπροστά μου και δεν την έσωσα! Πέθανε μια πιθαμή μακριά μου πάλι! Θεέ μου, πάλι την έχασα!»

Άνοιξε το σημειωματάριό του και έδειξε ένα σχέδιο που είχε κάνει στο πλασματάκι που έκλαιγε. Ήταν μια πράξη απελπισίας, λίγο πριν τον πετάξουν έξω, αλλά είχε μια υποψία για το ποιος ήταν αυτός ο άντρας. Τον σκούντησε μέχρι να κοιτάξει το σχέδιο. Τον ρώτησε αν το είχε δει πάνω στον άντρα.

«Στη ραφή του καφτανιού του. Και στην πόρπη της ζώνης του. Τι είναι;»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ένιωσε τη γυναίκα του Σερίφη να τον τραβά από το γιακά του και να τον σέρνει έξω. Την άφησε να τον παρασύρει μέχρι την πόρτα και ύστερα ένιωσε τα χέρια της να τον σπρώχνουν έξω. Παραπάτησε, αλλά ξαναβρήκε την ισορροπία του. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο πίσω του.

Ήξερε τι είδους άνθρωπος ήταν ο άντρας με το γρανιτένιο πρόσωπο. Ήξερε πολύ καλά από πού είχε έρθει. Ξαφνικά, η ιστορία του Ρήγματος έβγαζε νόημα. Και ήξερε προς τα πού θα πήγαινε. Μάζεψε τα πράγματά του από το μικρό δωμάτιο που νοίκιασε και έφυγε τρέχοντας από την πόλη, ακολουθώντας τις παρυφές των λόφων, ακολουθώντας τον χωματόδρομο, διασχίζοντας τον ξεραμένο χείμαρρο.

Ο άντρας με το γρανιτένιο πρόσωπο είχε άλογο, αλλά δε θα προπορευόταν κατά πολύ. Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ήξερε πολύ καλά ότι θα σταματούσε για λίγο, ώστε να ανακτήσει τις δυνάμεις του, μετά από τη συνάντησή του με το Πράγμα. Αν είχε σκοτώσει τον Σερίφη με μια του εμφάνιση, τότε το άντρας πρέπει να είχε εξαντλήσει κάθε ρανίδα της δύναμής τους για να αντέξει αρκετά ώστε να το σκοτώσει.

Τον βρήκε σε ένα μικρό άνοιγμα ανάμεσα σε δύο λόφους, την επόμενη νύχτα. Δεν είχε σταματήσει να τρέχει, παρά μόνο για μια μικρή στάση για νερό και τροφή. Έπρεπε να εκμεταλλευτεί το μικρό περιθώριο χρόνου που είχε. Είδε το άλογο, δίπλα από τη φωτιά που έκαιγε, τη μορφή του άντρα, καλυμμένη από μία τρίχινη κουβέρτα.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα και έβγαλε το περίστροφό του από την κρυφή θήκη μέσα στο σακάκι του. Έλεγξε πως ήταν οπλισμένο και τράβηξε πίσω τον κόκορα. Πλησίασε αργά, αθόρυβα, αποφεύγοντας τα ξερόκλαδα. Ο άνεμος φυσούσε κόντρα.

Το άλογο τον είδε όταν βρισκόταν δέκα βήματα μακριά από τη φωτιά. Αλλά ήταν απλά ένα ζώο. Δε θα μπορούσε να τον σταματήσει. Αυτή θα ήταν η μία και μοναδική του ευκαιρία. Σημάδεψε τη μορφή και ετοιμάστηκε να ρίξει, όταν το άλογο του όρμησε. Το πυροβόλησε μία φορά και ήξερε πως το πέτυχε στο σημείο που στήθος και λαιμός ενώνονταν. Είδε το αίμα του να αναβλύζει, αλλά το ζώο τον παρέσυρε και τον πλάκωσε.

Προσπάθησε να γλιστρήσει από κάτω. Από την πληγή του αλόγου, ανάβλυζε αίμα. Όμως δεν μύριζε σαν αίμα. Ήταν μια έντονη, μεθυστική μυρωδιά. Έστρεψε τα όπλο του προς τον σωρό, έτοιμος να οπλίσει, όταν είδε την άπατη τρύπα της κάννης του άντρα με το γρανιτένιο πρόσωπο να τον αντικρίζει.

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση ρίγησε από τρόμο και κοίταξε τον άντρα. Το περίστροφό του ήταν μαύρο, σαν τη νύχτα γύρω τους. Τα χέρια του ήταν άγρια και οι παλάμες του φαίνονταν τραχιές. Το πρόσωπό του ήταν όλο γωνίες, σαν λαξεμένο από γρανίτη. Τα μάτια του ολόμαυρες χάντρες.

«Είσαι από την Κυβέρνηση.»

Ένευσε.

«Και ξέρεις ποιος είμαι.»

Του εξήγησε πως ξέρει τι είναι. Το ίδιο ίσχυε και για το άλογό του.

«Δεν ξέρεις πώς με λένε. Ξέρεις μόνο ότι σκότωσε το Πράγμα στο ορυχείο και ότι ήρθα από το Ρήγμα, σωστά;»

Σωστά.

«Αποφάσισες να με σκοτώσεις και να εισπράξεις την αμοιβή. Ίσως και να μου πάρεις το άλογο. Το ξέρεις πως δε θα σε ακολουθούσε.»

Φυσικά. Αφού δεν είναι άλογο. Τα άλογα έχουν εκλείψει. Αυτό είναι απλά ένα μηχανό-αντίγραφο. Ένα αυτόματο.

«Και εσύ το χάλασες. Θα με βγάλεις μερικές μέρες εκτός προγράμματος.» όπλισε το περίστροφό του. «Θα σου χαρίσω τη ζωή αν μου δώσεις τις σημειώσεις που κράτησες από την πόλη.»

Ο άνθρωπος από την Κυβέρνηση του έδωσε το σημειωματάριο. Ο άντρας με το γρανίτινο πρόσωπο το πέταξε στη φωτιά, χωρίς καν να το κοιτάξει. Ύστερα τον πυροβόλησε μέσα στο μάτι. Ο κρότος αντήχησε ανάμεσα στους λόφους. Έγδυσε τον άντρα και πέταξε τα ρούχα του μέσα στη φωτιά.

Έσπασε τα δόντια του με τη λαβή των περιστρόφων του και τα σκόρπισε στην έρημο, γύρω από το σημείο που είχε πεθάνει. Μετά τράβηξε το σώμα μακριά και το άφησε εκεί, για να το βρουν τα αρπακτικά μόλις ξημέρωνε.

Όταν πια είχε εξαφανίσει από μπροστά του τον κυνηγό του, πλησίασε το άλογό του και το χάιδεψε πίσω από τα αυτιά. Είδε τα πόδια του να τρέμουν. Αυτό σήμαινε πως δεν είχε χτυπηθεί ο εγκέφαλός του. Το υγρό όμως που έρεε από την πληγή σήμαινε ότι είχε χτυπηθεί το υδραυλικό του σύστημα. Αναστενάζοντας, ξεκίνησε τη δουλειά του.

Post a Comment